Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης: πού πήγε, λοιπόν, όλη εκείνη η άνοιξη

Πες μου, ά, πες μου, λοιπόν, πού πήγε όλη εκείνη η
άνοιξη,
τα χωρατά των σπουργιτιών, σγουρά γέλια των θάμνων,
οι παπαρούνες σα γλυκά κόκκινα στόματα, ρυάκια μου
ασυλλόγιστα, πού πάτε;
Σαν ένας γρύλλος που ξεχάστηκε στη μέρα το ξύλινο
            μαγγανοπήγαδο μακριά,
πλάι στο πηγάδι ο παπούς παίζοντας την κιθάρα του,
«μακριά, σα θα φύγω, μάνα, στην ξενιτιά»,
ένα κλωνί βασιλικός μες στα χοντρά ρουθούνια του
να ευωδιάζουν τα πλεμόνια του απ’ τις στερνές ομορφιές
            της γής,
πουλιά πετούσαν στα κλαδιά, σα να πηγαίνανε χαρούμε-
            να μηνύματα
από κόσμο σε κόσμο. Απρόοπτα, ξαφνιασμένα πρωινά
και μεγάλα, μακρόσυρτα σούρουπα`
με τ’ άστρα να τρέμουν μακριά σαν ανοιξιάτικα μουσκε
μένα βλέφαρα,
έκθαμβες ώρες, βαριές απ’ όλο το γιγάντιο Αόριστο
που έφτανε ως το πόνο. Αίσθηση αβέβαιη όλων των
μυστικών της ζωής
που διαπερνούσαν σα ρίγη, πέρα κει κάτου, κει κάτου,
μακριά,
τους βραδινούς ορίζοντες.
....................................................................................

 Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανα-
σηκώνει πάνω από τον εαυτό σου,
ως την παραίσθηση και την τρέλα και την προφητεία,
και τη μοίρα - κι ακόμα ψηλότερα,
ως τη δικαιοσύνη. Και μυρμηδίζεις όλος από μνήμες και
πράξεις κι οράματα
και βλέπεις κύματα – κύματα τις γενιές νάρχονται απ’
το βάθος του χρόνου
κι αιώνια να πλένουν τον κόσμο. Κι οι ρόγες των δα-
κτύλων σου φουσκώνουν και πονάνε
σαν τις ετοιμόγεννες κοιλιές. Και τότε καταλαβαίνεις
τους πόνους του απείρου
όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο! Και τους πόνους της γης
για να γεννήσει ένα στάχυ. Η τους πόνους ολόκληρης
της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε
ένα τραγούδι.


(Από τη συλλογή Καντάτα, εκδ. Κέδρος, 1991)
Το εξώφυλλο του περιοδικού Το Δέντρο, τ. 171-172, Φθιν. 2009, με αφιέρωμα στον ποιητή
Το εξώφυλλο του περιοδικού Οδός Πανός, τ. 140, Απρ.-Ιούν. 2008, με αφιέρωμα στον ποιητή
 












Πολύ καλό το αφιέρωμα του Σπύρου Αραβανή στο Ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/1548/index.htmlΕπίσης, στη σελίδα http://tassosleivaditis.wordpress.com/, υπάρχουν πολλές πληροφορίες για τον ποιητή και το έργο του.

Όμως, συγκλονιστικό είναι και το θεατρικό του έργο "Οι τρεις" (εκδ. Κέδρος, 1996), με πρωταγωνιστές τους ανθρώπους του ασύλου που έχουν χάσει τα πάντα, εκτός από τη λογική τους. Το έργο ανέβηκε το 2009 στα Χανιά στο πλαίσιο τριήμερου εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 4 χρόνων ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Κρήτη.

Ο ποιητής έφυγε στις 30 Οκτωβρίου 1988.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Μάνος Χατζηδάκις ο Ευρωπαίος, «άνευ φόβου και άνευ πάθους»



 
Άνευ φόβου και άνευ πάθους αντιμετώπιζε ο Μάνος Χατζηδάκις την ενοποιημένη κουλτούρα της Ευρώπης. «Δεν μας τρομάζει απ’ τη στιγμή που μας περιέχει», απάντησε σε σχετικό ερώτημα Γαλλίδας δημοσιογράφου.

Είχε ζητηθεί από τον Μάνο Χατζηδάκι, την ημέρα που υπογραφόταν στο Ζάππειο η ένταξή της Ελλάδας στην ΕΟΚ (28 Μαίου 1979) να δώσει συνέντευξη σε ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης.

Μίλησε για πολλά, για την Αθήνα και τους εσωτερικούς μετανάστες, για τα μπουζούκια, για τα καλά και τα κακά που μας εκπροσωπούν,  για την καλοζωία «χωρίς περιεχόμενο και ευτελούς αισθητικής» που βασίζεται «περισσότερο στη νευρωτική εκτόνωση παρά στην απόλαυση», για την αβεβαιότητά μας για το μέλλον και το νεοκλασικό μας πάθος (που τα χαρακτηρίζει ωραία γιατί μας προσδίδουν νεότητα), για αυτά που ελκύουν τους Ευρωπαίους και που δεν είναι «το νεοελληνικό μας πνεύμα ή τα γραφτά των νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων...», για την «γεροντολατρεία» μας και για την «παραδημοσιογραφία» που «υπάρχει, λειτουργεί και επιβάλλεται».

Παρουσίασε τη συνέντευξη στην εκπομπή του «Σχόλια» στο Τρίτο Πρόγραμμα, την Κυριακή 15 Ιουλίου 1979, μιας και όπως είπε, δεν βρήκαν τις απαντήσεις του ευχάριστες για να τις μεταδώσουν στην τηλεόραση (εκεί, λέει, «σέβονται το κοινό [...] αφού τ’ αποβλακώσαν πρώτα, τώρα εννοούν να το υπηρετούν πιστά και να το διασκεδάζουν»).

Κι όταν τον ρώτησε ο συνεργάτης του Ραδιοφωνικού σταθμού του Λουξεμβούργου τι περιμένει ότι θα βρει στην Ευρώπη, απάντησε:

«Επιτρέψτε μου νάμαι προσωπικός σ’ αυτή μου την απάντηση, τούς είπα. Και πρώτ’ απ’ όλα, το τρομαχτικό, σε υπερμεγέθη παρουσία με εκπροσώπους τον Έιτς Πι Λόβκραφτ, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε και τον Κάρολο Μπωντλαίρ. Μετά, μια ευρωπαϊκή ταυτότητα για απογευματινούς περιπάτους, ιδίως τις Κυριακές, πότε στο Κιρινάλε, ή στην Πλατεία Βαντόμ και πότε στη Σεβίλλη. Τέλος. Ένα ευρωπαϊκό κοιμητήριο για μια εφησυχασμένη δημοκρατική μας αποχώρηση σαν έρθει η ώρα μας που λένε».

Κι όταν «αυτός απ’ τη Γερμανική τηλεόραση μου λέει ξαφνικά: Νιώθετε Έλληνας, για Ευρωπαίος; Τι ερώτημα, σκέφτομαι».

Ο Μάνος Χατζηδάκις με το ιδιαίτερο πνεύμα του απάντησε κατάλληλα και το διηγείται στην εκπομπή:

«Και βέβαια του απαντώ, Έλληνας αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος αν αυτό συμπεριλαμβάνει την Ελληνικότητά μου. Σας ενδιαφέρει η ελληνική σας ιθαγένεια; Μού κάνει αυτός από το Λουξεμβούργο.

Του απαντώ: Αν με εξουθενώσετε, όχι. Ή τουλάχιστον θα μ’ ενδιαφέρει όσο ενδιαφέρει ένα φυλακισμένο στο Άουσβιτς, αν είναι απόγονος  του Μεγαλέξαντρου ή του μεγάλου Τσέγκις Χαν. Άν πάλι μείνω ελεύθερος, η ελληνική μου ιθαγένεια θάναι μια πραγματικότητα που δε θάμαι σε θέση να την αρνηθώ, έτσι καθώς θάναι συνυφασμένη με τη γλώσσα και με την προσωπική μου ιστορία. Το μόνο που μπορώ να ελπίζω είναι να γίνει μια αλήθεια και για σάς.

Ερώτηση: Ποιοι θα μας κυβερνήσουνε μελλοντικά στην ενωμένη Ευρώπη;

Κι απάντησα: Ελπίζω για τους επερχόμενους, μια δημογεροντία του πνεύματος κι όχι η άγια κι αποστολική οικογένεια του πρίγκηπος Φράνκεστάιν.»

(Από την έντυπη έκδοση: Μάνος Χατζιδάκις, Η δημογεροντία του μέλλοντος, Από: Τα σχόλια του Τρίτου: Μια νεοελληνική μυθολογία, Εξάντας,  2007, σελ. 171-177).


Σε κάποιο σημείο, μιλώντας για τη μετανάστευση και την περιπέτεια των ελληνικών πόλεων, αναθυμάται την «Ελλαδογραφία» του Νίκου Γκάτσου. Βρίσκω συγκλονιστική τη συνύπαρξη των τριών μεγάλων Γκάτσου (στίχοι) – Χατζηδάκι (μουσική) – Θεοδωράκη (τραγούδι) στο εμβληματικό αυτό έργο.  


 Ο Μάνος Χατζηδάκις γεννήθηκε σαν σήμερα το 1925 στην Ξάνθη.     
.......................................................................................................

Η σημερινή ανάρτηση απαντά και στο θέμα της ημέρας σχετικά με τις βιβλιοθήκες και το δανεισμό βιβλίων:

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Χανιά, 10 Οκτωβρίου 2012: Εικόνες συνύπαρξης

Ο Άγιος Νικόλαος στην Σπλάντζια, κάποτε και τζαμί
Περπατώντας στην πόλη, καταγράφω λίγες εικόνες, δείγματα ιστορικών στιγμών.

Η Φράγκικη εκκλησία, τόπος επίσκεψης για όλους τους Χανιώτες, ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα και στον Επιτάφιο
Κοινή η αυλή της φράγκικης εκκλησίας με το Λαογραφικό Μουσείο της πόλης
Έχει έλθει κρουαζιερόπλοιο, μια επίσκεψη στους δικούς μας αγίους...
Ακριβώς απέναντι από την Φράγκικη δεσπόζει η Τριμάρτυρη, πολιούχος, γιορτάζει στις 21 Νοέμβρη, φέτος γιορτάζει και τα 150 χρόνια λειτουργίας της
Ο Άγιος Ρόκκος στη Σπλάντζια κτίστηκε από τους Ενετούς εποχή που μάστιζε η πανούκλα την πόλη

Ο ιστορικός πλάτανος στην πλατεία 1821 στη Σπλάντζια, εκεί κρέμασαν οι Τούρκοι τον επίσκοπο Μελχισεδέκ
Στα στενά του Κουμ Καπί
Η πύλη της άμμου και μέρος της ανατολικής τάφρου, μέχρι εδώ έφτανε η πόλη την εποχή των Ενετών από τη μεριά αυτή
Το κομμάτι του Κουμ Καπί έξω από την ανατολική τάφρο, εδώ που ζούσαν οι Χαλικούτηδες (Χαρίδημος Παπαδάκης, Οι Αφρικανοί στην Κρήτη: Χαλικούτες, 2008).
Το Γιαλί Τζαμισί και ο Φάρος στο βάθος


Στο Γιαλί Τζαμισί είχε έκθεση ζωγραφικής της Γερμανιδας ζωγράφου Rena Stollenwerk που ζει στα Χανιά. Όταν είδα ότι κατάγεται από το Duisburg, έσπευσα να της πω ότι στην πόλη αυτή ζει ο ξάδελφός μου Evangelos Koukouwitakis που επίσης είναι καλλιτέχνης. Και τότε μου είπε σε καλά ελληνικά: "Α, εγώ δεν ξέρω, ζω 25 χρόνια στην Ελλάδα, στο Duisburg πηγαίνω μόνο να δω τη μητέρα μου, τους φίλους μου, δεν γνωρίζω εκεί, εδώ είναι η πατρίδα μου". Και ο Βαγγέλης δεν γνωρίζει πολλούς στην Ελλάδα, παιδί μεταναστών, έφυγε πολύ μικρός στη Γερμανία, κι έμεινε.

Η Rena Stollenwerk ζει στο Γαλατά, κοντά στην περιοχή που ήταν το Γερμανικό Πουλί, οι μεγαλύτεροι το θυμόμαστε και οι ακόμη μεγαλύτεροι θυμούνται αυτούς που το έστησαν. Η απάντηση μου άρεσε, ήλθε την κατάλληλη στιγμή, με νωπή ακόμη την επίσκεψη της κυρίας Μέρκελ. 
Ένα από τα έργα της Rena Stollenwerk που εκτίθενται στο Γιαλί Τζαμισί

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Έκθεσις Ιδεών του Παύλου Μάτεσι και μνήμες από παλιά




Ιδέες και πρόσωπα εκθέτει ο Παύλος Μάτεσις στο “βραχέων κυματισμών και ελαφρών λογοτεχνικών ηθών” πόνημά του με τον συλλογικό τίτλο “Έκθεσις Ιδεών” (Καστανιώτης, 2006). Περιέχει κείμενα που πρωτοεμφανίστηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά την περίοδο 1985-2005. Με σαρκαστικό ύφος, ειρωνεία, πλούσια γλώσσα και με πολλές πληροφορίες παρουσιάζει καταστάσεις και κακοδαιμονίες κυρίως της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά με αναφορές και παραλληλισμούς με παλιότερες εποχές.

Στο κείμενο “Λογοκρισία και αγνωσία” αναφέρει περιπτώσεις “λογοκρισιακής βλακείας”, όπου απαγορεύονταν ολόκληρα έργα ή γινόταν παραποίηση του πρωτότυπου κειμένου ή του νοήματος. Έτσι, στην Αγγλία πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο απαγορεύτηκε ο Οιδίπους Τύραννος ως “έργο προσηλυτισμού εις αιμομειξίαν”, ενώ για 152 χρόνια (1681-1833) στην ίδια χώρα ο Βασιλιάς Λήρ παιζόταν με ... καλό τέλος (ούτε ο Λήρ πεθαίνει ούτε η Κορδήλια)!

Στο “Οφειλές της Κριτικής” δίνει παραδείγματα κριτικής από λογοτέχνες και καλλιτέχνες σε ομότεχνους (κακής κριτικής που έσταζε χολή, θα λέγαμε σήμερα). Ο Φώτος Πολίτης επιτίθεται στον Πιραντέλο ονομάζοντας το έργο του γελοίο και δείγμα του ευρωπαϊκού ξεπεσμού, ενώ αποκαλεί “κορύφωμα αηδίας” την ποίηση του Βάρναλη και “αρλούμπα” ένα ποίημα του Καβάφη. Αλλά εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι για τον Καβάφη έγραψε και ο Θεοτοκάς αρνητική κριτική (“ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών μ' ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ό,τι μ' ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής”), την ανασκεύασε όμως αργότερα δηλώνοντας ότι ήταν πολύ νέος τότε...

Στα “Εφήμερα” μας μιλά για τα εφήμερα, τα μικροσκοπικά ζωύφια που αναφέρει ο Ροϊδης για να υμνήσει “το αναγκαίο και το τραγικό του έρωτα” με παράθεση και φράσης του Αριστοτέλη: “ζή και πέτεται μέχρι δείλης [...] του ηλίου δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον” (το καταπληκτικό κείμενο του Εμμ. Ροίδη για τα εφήμερα, τα ζωύφια που ζουν μόνο μια μέρα και πεθαίνουν πάνω στον ερωτικό σπασμό πριν πιάσει νύχτα, βρίσκεται στη σελίδα του Σπουδαστήριου Νέου Ελληνισμού).

Συνεχίζοντας με τα κείμενα του Μάτεσι, στο “Έκθεσις Ιδεών” δίνει την εικόνα της βολεμένης μικροαστικής οικογένειας, με πλούσια γλώσσα και ανατριχιαστικές συχνά (σουρεαλιστικές) καταστάσεις (η κεντρική ιδέα μου θύμισε το τελευταίο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου “Για την αγάπη της Γεωμετρίας”). 'Ενα δείγμα του ύφους του Μάτεσι στο τελείωμα της Έκθεσης Ιδεών της αριστεύσασας μαθήτριας Στ' Δημοτικού σχολείου των Βορείων Προαστείων: “... και γενικώς τα ζωάκια έχουν γεννηθεί διά να υμνούν τον άνθρωπο που είναι ο αυτοκράτωρ των ζώων. Επιπλέον, άμα εκλείψουν τα ζωάκια, ποιον θα τρώμε, τον συνάνθρωπό μας; Και έτσι μας προφυλάσσουν από το αμάρτημα της ανθρωποφαγίας μετά χοληστερίνης, και συντείνουν να διατηρούμεθα καλοί Χριστιανοί με σιλουέτα, και να μη μας τρώνε οι κακοί Χριστιανοί και οι όμορες αντίχριστες ορδές αλλά να τους τρώμε εμείς. Και υστερογραφικώς, οφείλετε να είσθε ευτυχισμένες, διότι όποιον κάνει τσακωτόν το κράτος να δυστυχεί, τον εκτελεί. Μερσί.

Θα σταθώ όμως στο κείμενο “Η βόμβα και τα δώρα” που μ' έφερε στα γυμνασιακά μου χρόνια. Αναφερόμενος στην 6η Αυγούστου του 1945, τότε που έπεσε η βόμβα στη Χιροσίμα για να σημάνει (πρόφαση δηλαδή) το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Και περιγράφει πολύ όμορφα (όσο όμορφη μπορεί να είναι εκείνη η εικόνα) την εικόνα της ζωής και των ανθρώπων στα χρόνια της Κατοχής και αργότερα με την αμερικάνικη βοήθεια. Γράφει ο Μάτεσις:

“... Δέματα της Ούνρα, με θεσπέσια αμερικανικά αποφόρια. Οι ήχοι, και ο ρυθμός των ήχων στην άσφαλτο, άλλαζαν. Μέχρι τότε, οι δρόμοι αντιβούιζαν από τα τσόκαρα. Με ανυποχώρητη φιλοκαλία, πίστη στη ζωή, περιφρονώντας τον ενδημούντα χάρο, όπως η γυναίκα εκείνη του Σολωμού που γέλασε κατάμουτρα στον πειρασμό, οι αστέρες της Κατοχής είχαν αποφασίσει να μείνουν κομψά ποδεμένες. Έπλεκαν με βελονάκι το απάνω του παπουτσιού, σχέδιο συχνά ξεσηκωμένο κατά τη “βόλτα” από κάποια πρωτοπόρο της μόδας. Ο τσαγκάρης αναλάμβανε να το προσαρμόσει “μοδέρνα”, αλλά και στέρεα, πάνω στο δρύινο, δολοφονικού βάρους πέλμα, με τακούνι απειλητικού ύψους για τον εξ ασιτίας μόνιμο ίλιγγο της κυρίας. Σαν ράπισμα προς την πείνα, ο δρόμος αντιλαλούσε με ήχους σαν από καστανιέτες κυκλώπειες. Καμιά φορά, ο ρυθμός κοβόταν άμουσα από οιμωγή: κάποια που είχε προκαλέσει τις Μοίρες με ύψος τακουνιού υπερβολικό για τους θρεφόμενους με πληγούρι και σταφίδα αστραγάλους της, είχε στραμπουλήξει το πόδι της...

Τι μου θύμισε ο Μάτεσις εδώ. Ήταν γύρω στο 1972, στη μόδα ήταν τότε τα τσόκαρα, με ψηλά χοντρά ξύλινα τακούνια, ξυλοπάπουτσα δηλαδή. Περπατούσαμε και αντηχούσαν στο δρόμο, παντού, πέφταμε κιόλας, ήταν βαρειά και δεν αντέχαμε πάντα να ... τα κουβαλάμε στα πόδια μας. Πήγαινα στο φροντιστήριο του Μπάτση στα Χανιά. Και μας έλεγε ο Μπάτσης: “Τι τα φοράτε αυτά; Αυτά τα φοράγαμε στον Πόλεμο, λαλίνια τα λέγανε τότε...”. Λαλίνια λοιπόν αυτά που αναφέρει κι ο Μάτεσις, βέβαια τα λαλίνια της κατοχής που μας έλεγε ο Μπάτσης δεν είχαν δαντελίτσες, ήταν παπούτσια της ανάγκης (δυστυχώς δεν έχω εντοπίσει σε καμιά πηγή τη λέξη αυτή). Με συγκίνηση θυμήθηκα αυτό τον εξαιρετικό άνθρωπο και δάσκαλο. Καλή του ώρα!

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Φορές χρειάζομαι ένα σπίρτο, μόνο...


Φορές χρειάζομαι το φως ενός σπίρτου
για να φωτίσω τ' άστρα.

Φορές θυμάμαι ότι ανασαίνω
και για να μην το ξεχάσω αυτό σχεδόν δεν ανασαίνω.

Η ξένη φτώχεια μου αρκεί για να νιώθω φτωχός· 
η δική μου δεν αρκεί.

(Αντόνιο Πόρτσια, Φωνές, εκδ. Ίνδικτος, 2004, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης)

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Θ' αχρηστευτούν μέσ' στη χοάνη του Διαδικτύου οι Βιβλιοθήκες;


Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης κι επειδή λόγος γίνεται συχνά για το μέλλον των βιβλιοθηκών, βρήκα ταιριαστό το παρακάτω ποίημα της Ζέφης Δαράκη από την τελευταία της συλλογή "Ερήμωνε" στην ενότητα "Το μέλλον του θανάτου ποιο θα είναι;" (εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2012):

Όταν ξανάρθεις απ' τα περασμένα
μη ξαναρχίσεις εκείνα τα λόγια
που τα κάρφωνες σε αδέσποτους στόχους
Διότι τώρα κοιτάζω τα φθινόπωρα της άνοιξης
Τους καύσωνες του χειμώνα κοιτάζω
                           εκείνα τα παιδιά
μπροστά στο γκρεμό του Laptop

Και οι εικόνες που υψώνοντας τ' όνειρο αγγίζαμε πότε
με αγάπη πότε με ζήλεια πότε με κάποια κακεντρέχεια,
έμφλογες θα αιωρούνται κι όταν ακόμη θ' αχρηστευτούν μέσ'
στη χοάνη του Διαδικτύου οι Βιβλιοθήκες Κι εκατομμύρια
άνεργοι υπάλληλοι βιβλιοπωλείων διάσημων
και συνοικιακών, θ' αποστηθίζουν τις χαμένες σελίδες
Αφού θά 'χουνε γίνει πια ονειροπόλοι

Θα οσφραίνονται την άλλοτε οσμή του καινούργιου βιβλίου τη
θέαση και την αφή Θ' αποστηθίζουν τις χαμένες σελίδες
                                                                  άνεργοι,
σε αστροφώτιστους ακόμη δρόμους νυχτερινούς και έντρομοι
από τον Φραγκενστάιν, θ' αποστηθίζουν στίχους
από χαμένες σελίδες

Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά
λέει ο Ιωάννης,
ο "Θάνατος στη Βενετία"
οι "Αδελφοί Καραμαζώφ",
θα διαβάζονται πάντα στην πολυθρόνα
                         της γωνίας

Ζέφη Δαράκη εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτικη Βιβλιοθήκη της Αθήνας)