Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Υπάρχουν βιβλία για το καλοκαίρι;




Διαβάζουμε συχνά προτάσεις για καλοκαιρινά διαβάσματα, διαβάσματα για τις διακοπές, για την παραλία, για το βουνό... Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν τέτοιες διακρίσεις. Άλλοι, παίρνουν μαζί τους “εύκολα” βιβλία λογοτεχνίας, ενώ άλλοι αφήνουν για τις διακοπές τα πιο ... δύσκολα και τα πιο ... μεγάλα.

Είναι αυτοί που λένε ότι δεν μπορείς να διαβάζεις στην παραλία τους διανοούμενους του Γκράμσι, αλλά και αυτοί που κατεβάζουν όλη τη μαρξιστική και λοιπή θεωρητική βιβλιογραφία για να επιλέξουν καλοκαιρινά αναγνώσματα.

Τι να πώ; Και τελικά, έχει νόημα αυτό το κατεβατό με προτάσεις ανάγνωσης να έχει τον τίτλο “Βιβλία για το καλοκαίρι”;

Δεν ξέρω, ίσως αυτό να εξυπηρετεί εκδοτικές ανάγκες, ίσως όμως τελικά να είναι περισσότερο χρήσιμο απ' όσο φαντάζομαι. Εγώ τις διαβάζω αυτές τις βιβλιοπροτάσεις, όλο και κάτι αλιεύω.

Και μια και ο λόγος για προτάσεις, να τι γράφει ο Έρμαν Έσσε στο μικρό βιβλιαράκι “Μια βιβλιοθήκη στο σπίτι σας. Οδηγός στην παγκόσμια λογοτεχνία” (εκδ. Γλάρος 1988, μετάφραση Μαρία Λουίζα Κωνσταντινίδη):

Δεν πρέπει να νοιαζόμαστε τόσο για το αν διαβάσαμε όσο γίνεται περισσότερα και αν μάθαμε πολλά, αλλά να επιμείνουμε σε μιαν ελεύθερη, προσωπική επιλογή έργων τέχνης, στα οποία ν' αφιερώνουμε τις ελεύθερες ώρες μας, να πάρουμε μιαν ιδέα για το εύρος και την πληρότητα της ανθρώπινης σκέψης ... να μπορούμε να συμμεριζόμαστε ενεργά και ταυτόχρονα τη ζωή και τον παλμό της ανθρωπότητας... Αυτή την έννοια έχει σε τελευταία ανάλυση η ζωή, όσο δεν υπηρετεί τη στυγνή ανάγκη της επιβίωσης.

Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε, λέει, αν κάτι δεν έχουμε διαβάσει. Είναι σημαντικό για τον αναγνώστη “να γνωρίζει οπωσδήποτε τον εαυτό του, κι έτσι μ' αυτό τον τρόπο και τα έργα που επιδρούν πάνω του ιδιαίτερα, και να μην ακολουθεί ένα οποιοδήποτε σχήμα ή πρόγραμμα μόρφωσης”.

Και να τι λέει που νομίζω βοηθά και όσους επιμένουμε να διατηρούμε μεγάλες προσωπικές βιβλιοθήκες:

Το να διαβάζουμε βιβλία, αλλά και να τ' αγοράζουμε, είναι μια αξίωση επιβεβλημένα νουθετημένη. Και σαν παλιός βιβλιόφιλος και κάτοχος μιας αρκετά μεγάλης βιβλιοθήκης, μπορώ να βεβαιώσω από πείρα, ότι η αγορά βιβλίων δεν αποβλέπει μονάχα στο να τρέφει τους βιβλιοπώλες και τους συγγραφείς, αλλά ότι η κατοχή βιβλίων έχει τις δικές της χαρές και τη δική της ηθική.



Κι έτσι, απενοχοποιημένα που δεν έχω διαβάσει κάποια “πρέπει” (...”must”), ένιωσα (αναγνωστική) ευχαρίστηση διαβάζοντας τελευταία 
  • “Πούναι τα φτερά;” της Μάρως Δούκα (Κέδρος, 1982), 
  • “Η αδερφή μου” του Σταύρου Ζουμπουλάκη (Πόλις, 2012), 
  • “Ιστορίες του Χαλ” του Γιώργου Μητά (Κίχλη, 2012), 
  • “Οι Μέλισσες και η Σφήκα” του Φρανσουά Μασπερό (εκδ. Σοκόλη, 2005), 
  • “Η μεγάλη Ιδέα. Μεταμορφώσεις ενός εθνικού ιδεολογήματος” του Βασίλη Κρεμμυδά (Τυπωθήτω, 2010) ακολουθούμενο από το εξαιρετικά ενδιαφέρον 
  • “Η Ελλάδα του Όθωνος. Η “σύγχρονη Ελλάδα” 1854” του Γάλλου αρχαιολόγου Edmond About που έζησε στην Ελλάδα τη διετία 1852-1853 (εκδόσεις Αφοί Τολίδη με προσεγμένη επιμέλεια και σχολιασμό του Τάσου Βουρνά). 
  • Τώρα διαβάζω το “Γαϊτανάκι του Έρωτα” του Σέρχιο Πιτόλ (Καστανιώτης, 2004, μετάφραση Κώστα Αθανασίου).

Κι έχω στη σειρά το "Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία;" του Αντώνη Λιάκου (Πόλις, 2007) τα “Διανοούμενοι” του Γκράμσι (Στοχαστής, 1972) και “Ξαναδιαβάζοντας τον Γκράμσι” του Λουκά Αξελού (Στοχαστής, 2013) αφού έχω ήδη διαβάσει από καιρό το “Από την κρίση στην επανάσταση. Πόλεμος θέσεων” του Γιώργου Ρούσση (Γκοβόστης, 2012) με πολλές επίσης αναφορές στον Γκράμσι (ξαναγυρνάμε σε αναγνώσεις και θέματα της νιότης μας). 

Αλλά, έχω να (ξανα)διαβάσω επίσης την πραγματεία του Μανώλη Γλέζου για το νερό “Ύδωρ, Αύρα, Νερό” (Καστανιώτης, 2001), “ένα γλωσσολογικό ταξίδι μέσα στους δρόμους του νερού”.

Τελικά, δεν απέφυγα κι εγώ κάποιες ... προτάσεις. Πάντως, σίγουρα δεν έχουν την ετικέτα “καλοκαιρινά αναγνώσματα”.

Καλή μας ανάγνωση!


Σημ. Τα βιβλία που παρουσιάζω εδώ τις εικόνες των εξωφύλλων τους τα είχα δανειστεί από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής, παράρτημα Κοντόπευκου. 

Σαν υστερόγραφο: Πριν από 70 χρόνια

Κι επειδή στα διαβάσματά μου υπάρχει πολλή ιστορία κι επειδή σε περιόδους κρίσης, λένε, έχουμε ανάγκη να διαβάζουμε το παρελθόν για να σχεδιάζουμε το μέλλον, κι επειδή σήμερα, 22 Ιουλίου, έρχεται πάντα στη μνήμη μου η αγαπημένη Άννα Σολωμού, νά τι έγραφε στο βιβλίο της για εκείνη την αποφράδα ημέρα του 1943, όταν έχασε και τον αδερφό της το Θανάση Τεριακή, φοιτητή του ΕΜΠ (http://katerinatoraki.blogspot.gr/2013/02/blog-post_5068.html):

Είχα 3 αδέρφια. Ο ένας μου αδελφός ήταν φοιτητής του Πολυτεχνείου: "Θανάσης Τεριακής". Το όνομά του είναι γραμμένο στη στήλη του Πολυτεχνείου. Πήρε μέρος στη διαδήλωση ενάντια στην κάθοδο των Βουλγαρικών δυνάμεων και σκοτώθηκε από τους Γερμανούς. [22 Ιουλίου 1943] Ήταν 21 χρονών. Στη διαδήλωση είχα πάρει μέρος κι εγώ ανεξάρτητα από τον αδελφό μου. Είχα κατέβει με τα πόδια από το Παγκράτι μέσα από τον Εθνικό Κήπο. Κρατούσα μια τσάντα γεμάτη προκηρύξεις που γράψαμε οι μαθήτριες της Σχολής Καλπάκα. Την πέταξα την τελευταία στιγμή όπως με συμβούλεψε ένας μεγαλύτερός μου όταν μας στρίμωξαν οι Γερμανοί. Οι άλλες συμμαθήτριές μου δεν ήλθαν γιατί μάλλον δεν τους άφησαν οι γονείς τους. Εγώ μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που οι γονείς μου δεν με ελέγχανε πάρα πολύ. Πάντα ήμουν ανεξάρτητη και πεισματάρα. Όταν έφτασα στην Πανεπιστημίου από το Σύνταγμα, είδα το πλήθος που ανέβαινε γοργά. Ήμουν παιδί και έμεινε τυπωμένη η διαδήλωση στη μνήμη μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το πλήθος. Ανακατεύθηκα με τους διαδηλωτές. Φώναζαν. Ρωτάω κάποιον. Τι να φωνάξω; Μου απαντά: "Ζήτω η Λευτεριά". Οι Γερμανοί μας επιτέθηκαν. Σκοτώθηκαν πολλοί νέοι: Ο αδελφός μου, ο Θωμάς Χατζηθωμάς, φοιτητής του Πολυτεχνείου, η Κούλα Λίλη που σκαρφάλωσε στο τανκς, η Παναγιώτα Σταθοπούλου και άλλοι...Οι Γερμανοί που πρέπει να ήταν SS μας πήγαν κομμαντατούρ και από κει μας οδήγησαν στις φυλακές Εμπειρίκου. Οι γονείς μου με αναζητούσαν σαν τρελοί...

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Ιστορίες του Χαλ, του Γιώργου Μητά

Στην ανατολική ακτή, στο ύψος του Γιόρκσαϊρ, η Βόρεια Θάλασσα εισχωρεί για σαράντα περίπου χιλιόμετρα μέσα στη γη, δημιουργώντας μια μεγάλη υδάτινη έκταση με υφάλμυρα νερά και ισχυρές παλίρροιες, το δέλτα του Χάμπερ. Στις όχθες του είναι χτισμένο το λιμάνι του Χαλ· στο ίδιο σημείο, χωρίζοντας την πόλη στα δύο, εκβάλλουν τα νερά του ομώνυμου ποταμού...Έτσι περιγράφει ο συγγραφέας τα παράλια της πόλης. Η φωτογραφία από το παλιό λιμάνι είναι δική του.



Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη η ανάγνωση των Ιστοριών του Χάλ του Γιώργου Μητά (Κίχλη, 2012). Βιολόγος από τη Λιβαδιά, βρέθηκε στο Χάλ για μεταπτυχιακές σπουδές. Και βρέθηκε να παρατηρεί την αγγλική πόλη (Κίνγκστον απόν Χάλ) στα ανατολικά παράλια του Γιορκσάιρ, να περιδιαβαίνει τους δρόμους της, να γνωρίζει τα στέκια της, να πηγαίνει σινεμά στην Κινηματογραφική Λέσχη της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, να καμαρώνει το λιμάνι και το ποτάμι της, να τριγυρνά στο Πανεπιστήμιο. Παρατηρεί και συναντιέται με ανθρώπους της πόλης. Παρατηρεί και περιγράφει το κλίμα, το περιβάλλον, το ιδιαίτερο τοπίο της αγγλικής πόλης. Όμορφη χωρίς περιττά φτιασίδια γλώσσα, ειλικρινής περιγραφή ανθρώπων, τόπων και πραγμάτων (αληθινή, και με δόσεις νοσταλγίας, για όσους έχουμε γνωρίσει αντίστοιχες εικόνες), ευαίσθητη και ανθρώπινη προσέγγιση μοναχικών ψυχών, λες και ταυτίζονται με το μουντό τοπίο της αγγλικής περιφέρειας.


Οι δρόμοι του Χάλ το βράδυ είναι έρημοι και παγωμένοι. Τον ξένο που θα βγει να περπατήσει στην Cottingham Road μετά τη δύση του ηλίου τον συντροφεύουν η ομίχλη, το τσουχτερό κρύο και τα σιωπηλά αιωνόβια δέντρα, που υψώνουν τα μπλεγμένα κλαδιά τους στον σκοτεινό ουρανό...

Τρία διηγήματα, τρεις μικρές νουβέλες, με τις ιστορίες τριών μοναχικών ανθρώπων και ακόμα τριών άλλων που τελικά “έχουν την ίδια ανάγκη για συντροφιά” μ' εκείνους.

Η ηλικιωμένη κυρία Ρότζερς, ταξιθέτρια στην Κινηματογραφική Λέσχη της Κεντρικής Βιβλιοθήκης που την επισκέπτεται ο νεαρός Βέλγος κινηματογραφιστής (όπως εκείνη νόμιζε) ή πιο σωστά ο νεαρός Ισπανός που ήρθε “σ' αυτή τη βορινή γωνιά της Ευρώπης να μελετήσει το παρελθόν” (σε επόμενη ιστορία τον ξαναβρίσκουμε ως Λουίς, κάνει μεταπτυχιακό στην παλαιοντολογία). Μια απρόσμενη ζεστασιά απλώθηκε στους γερασμένους τοίχους.

Δεν ήξερε τι ώρα ήταν. Κάποια στιγμή, ενώ μιλούσε κρατώντας το τρίτο ποτήρι κονιάκ, θυμήθηκε το κέικ πορτοκάλι. Δεν θα αποτολμούσε να σηκωθεί τώρα, ούτε βέβαια να σερβίρειμπορούσαν να κάνουν και χωρίς αυτό. Εν τω μεταξύ η συζήτηση είχε ανάψει, ο νεαρός Ισπανός τη διέκοπτε, έπαιρνε τον λόγο, για να τον ξαναπάρει μετά από λίγο πάλι εκείνη· αστειεύτηκαν, γέλασαν, ύψωσαν τον τόνο, ξανάπιασαν την κουβέντα από εκεί που την είχαν αφήσει.

Ο δεκαεννιάχρονος Ντόναλντ, ο τυφλός φοιτητής από το Εδιμβούργο με την Τζόυ, το σκύλο-οδηγό και η συνάντηση με τον αφηγητή.

Άρχισα να τρώω και συγχρόνως να μιλάω. Του μίλησα για τη δυσκολία να έρχεσαι από την Ελλάδα στο βόρειο Γιορκσάιρ και να βρίσκεσαι μόνος, χωρίς γλώσσα, χωρίς να γνωρίζεις κανένα, σ' έναν ολότελα άγνωστο, ανοίκειο κόσμο· για τις καθημερινές, ανεξέλεγκτες εναλλαγές διάθεσης των πρώτων εβδομάδων, από τον καθαρό τρόμο και την απελπισία μιας πρωτόγνωρης μοναξιάς στην άγρια και τη μεθυστική αίσθηση της προοπτικής μιας καινούριας ζωής· για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα στην προσπάθειά μου να γνωριστώ και να κάνω παρέα, ιδίως με τους αγγλόφωνους φοιτητές· για το ποδήλατό μου και τις πρώτες μοναχικές εξερευνήσεις στο κέντρο και τα περίχωρα της πόλης, για την ατέλειωτη συννεφιά και το πρωτοφανές κρύο... για τις ήδη αρκετές μπίρες που είχα πιει μόνος τα σαββατόβραδα στην ντίσκο του πανεπιστημίου, καθώς και στην παμπ στη διασταύρωση της Cottingham με την Beverley Road.
Ένα συγκρατημένο, τρυφερό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του Ντόναλντ. “Νομίζω πως σε καταλαβαίνω. Έχω πιει κι εγώ κάμποσες μπίρες μόνος.”

Ο ασπρομάλλης (πενηντάρης) γίγαντας Στηβ που διηγείται ταξίδια και περιπέτειες στο συγκάτοικό του, τον Τούρκο φοιτητή Αζίζ.

Ήταν ένα είδος πολυτεχνίτη του Γιόρκσαϊρ: τα είχε σχεδόν όλα δοκιμάσει στην πολυκύμαντη ζωή του. Είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο – πότε ήταν αχθοφόρος σε κρουαζιερόπλοιο στην Καραϊβική, πότε προσωπικό ασφαλείας σε κλαμπ του Άμστερνταμ, πότε καταπιανόταν με αγροτικές εργασίες στην Κρήτη, πότε έχτιζε πέτρινα σπίτια στα περίχωρα της Κοπεγχάγης.

Ο μυστηριώδης και πληθωρικός γέρο-Άγγλος διηγείται χωρίς σταματημό τις ιστορίες του στο μικρό του φίλο. Είναι αληθινές οι ιστορίες του γιγαντόσωμου Στήβ; Ένα μυστήριο για τον Αζίζ που θέλει να το ξεδιαλύνει.

Ένα σύννεφο ήρθε κι έκρυψε το φεγγάρι. Το σκοτάδι απλώθηκε σαν κακοποιό πνεύμα. Ο Αζίζ ρίγησε. Συνειδητοποίησε ότι ότι ένιωθε φόβο, καθαρό φόβο. Μερικά βήματα ακόμα. Είχε διπλωθεί σχεδόν στα δύο μες στο παλτό του. Μέχρις εδώ. Δεν θα συνέχιζε άλλο. Και τότε, λίγα μέτρα μπροστά του, ο Άγγλος έστριψε· σαν δύσμορφη σκιά πέρασε μπροστά από μια γιορτινή τζαμαρία. Ο Στηβ ακολουθούσε τον δρόμο που τρία εικοσιτετράωρα πριν είχε γοητεύσει τον φοιτητή...

Οι περιγραφές από το λιμάνι είναι πολύ δυνατές. Δεν παραλείπει να μιλήσει και για την αλιεία στην περιοχή, για το κυνήγι της φάλαινας, για τον αγγλοϊσλανδικό πόλεμο του μπακαλιάρου και για τον αφανισμό της αλιευτικής βιομηχανίας τη δεκαετία του '70.

Οι εγκαταστάσεις στις όχθες του ποταμού εγκαταλείφθηκαν· ολόκληρες γειτονιές σκόρπισαν, και τελικά ρήμαξαν· τα πολύβουα στέκια των ψαράδων ερήμωσαν.
Τις φεγγαρόλουστες νύχτες, όταν η φουσκονεριά τυλίγει τις σιωπηλές αποβάθρες, κάποιοι ισχυρίζονται ότι, ανάμεσα στους παφλασμούς του νερού, μπορούν ν' ακούσουν τον απόηχο του στόλου που αποπλέει ή τις ζητωκραυγές εκείνων που επιστρέφουν – αλλά και τις οιμωγές των ανδρών που χάθηκαν για πάντα στη θάλασσα.

Όμορφη γλώσσα, Όμορφες οι ιστορίες από το Χαλ του Γιώργου Μητά. Ίσως μια αμηχανία στο τελείωμα των ιστοριών, ίσως και να θέλει να μας υποβάλει στη “βάσανο” της αναζήτησης. Εγώ έτσι ένιωσα, ιδιαίτερα μάλιστα στην τρίτη ιστορία. Έτσι κι αλλιώς πάντως, μας μένουν οι συγκινήσεις και η ζεστασιά που νιώσαμε διαβάζοντάς τις, μας μένουν οι δυνατές περιγραφές, σε μια, τολμώ να πω, κινηματογραφική αποτύπωση του χώρου και των ανθρώπων.

Υ.Γ. Κι ενώ το είχα τελειώσει, ένας φίλος μου δάνεισε το τελευταίο βιβλίο της Έλενας Χουζούρη “Δυο φορές αθώα” (Κέδρος, 2013). Στην τελευταία σελίδα η συγγραφέας αναφέρει τα βιβλία με τα οποία “συνομιλεί” στο δικό της βιβλίο. Πρώτο πρώτο έχει τις Ιστορίες του Χαλ. Κάποιος διαδικτυακός φίλος κάποια στιγμή έκανε λόγο για την ομορφιά της διακειμενικότητας...

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Είμαστε ακόμα ζωντανοί!

Αντί άλλου σχολίου, αφιερωμένο "εξαιρετικά" σε αυτούς που νομίζουν ότι μπορούν να κανονίζουν τις τύχες μας με το έτσι θέλω:
Ετικέτες


Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί
στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα.

Με κοιτάς σε κοιτώ
και μετά σιωπή
κάτι θα κοπεί
στην καρδιά στο μυαλό.

Με κοιτάς σε κοιτώ
και μελαγχολείς
ο καιρός πολύς
μ’ αγαπάς σ’ αγαπώ.

Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί
στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα
κι αν μας αντέξει το σκοινί
θα φανεί στο χειροκρότημα.

Με κρατάς σε κρατώ
και μετά γκρεμός
και μετά το τέρμα
και κανείς κανενός.

Με κρατάς σε κρατώ
και παντού σκιές
και παντού καθρέφτες
για θεούς κι εραστές.

Το τραγουδάμε κι όλας http://www.youtube.com/watch?v=D_tLdLWsP7c

(Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου, Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη.)

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Να κάνουμε του κόσμου κατοχή, παιδιά, με το τραγούδι!

14 μέρες έκλεισαν που έχουμε μαύρο. Μαύρο στο κουτί της δημόσιας τηλεόρασης, μαύρο στις ψυχές μας. Η δημοκρατία σε κίνδυνο. Δεν φτάνουν τα χαράτσια, η απαξίωση, η απόδοση της συλλογικής ευθύνης, η τρόικα, η Μέρκελ, ο μερκοζισμός και ο μερκολαντισμός, βάζουν χέρι στον πολιτισμό, κλείνουν το ΕΚΕΒΙ, συγχωνεύουν βιβλιοθήκες κι άλλες αφήνουν να μαραζώσουν, κλείνουν το Κέντρο Κινηματογράφου, βάζουν στο στόχο τα θέατρα, κλείνουν την ΕΡΤ. Κι όλα αυτά στο όνομα της δικής μας ευθύνης και της δικής μας σωτηρίας! Εμείς φταίμε που φτάσαμε ως εδώ, εμείς, εμείς, εμείς... Θέλουν να μας τσακίσουν. Το δόγμα του σοκ σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια! Μαυρίζουν την οθόνη, γυρίζουν το κουμπί να σιγήσει το ραδιόφωνο. Κι ένας πρωθυπουργός που μας μαλώνει άγρια, κακά, εσείς φταίτε, μας λέει κουνώντας το δάχτυλο, θα σας κάνω και θα σας δείξω. Μόνο τον Ερντογάν είδα να κάνει τα ίδια, μόλις γύρισε από το ταξίδι του, απευθυνόμενος στους αγανακτισμένους κι εκεί πολίτες της Τουρκίας. Και μόνο τον Παπαδόπουλο θυμάμαι να βροντοφωνάζει για την ανάγκη ακινητοποίησης του ασθενούς στο χειρουργικό τραπέζι, κι αυτός για τη σωτηρία μας μίλαγε!!!

Η δημοκρατία σε κίνδυνο; Ναί. Δεν είναι μόνο γιατί εγώ προσωπικά δεν έχω τίποτα να δω στην τηλεόραση, γιατί μου λείπουν εκείνες οι μουσικές εκπομπές που άκουγα χρόνια τώρα από το Β' πρόγραμμα, γιατί δεν έχω πια το Κόσμος ούτε το Τρίτο. Βρέθηκα στο χωριό τη βραδυά που μαύρισε η ΕΡΤ και τις επόμενες ημέρες, και χωρίς ιντερνετ, τις πρώτες μέρες δεν υπήρχε καμιά ενημέρωση (μερικές φορές έπιανα το πρόγραμμα των εργαζομένων της ΕΡΤ, κάποια μέρα χάθηκε κι αυτό). Δεν ήταν εύκολη κατάσταση για τον κόσμο του χωριού που έχει μάθει να βλέπει τηλεόραση και - πολύ σημαντικό - έχει μάθει ότι η ΕΡΤ είναι εκεί δίπλα, ακόμη κι αν δεν την παρακολουθεί πάντα. Το διαδίκτυο δεν είναι πάντα η λύση, όσο φεύγουμε από τα αστικά κέντρα και όσο ... μεγαλώνουμε. Η πληροφόρηση είναι θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Θέλησαν να μας το αφαιρέσουν.

http://www.ertopen.com/
Η δημοκρατία σε κίνδυνο; Ναί. Αφήνω εκείνα τα κακόβουλα, πικρόχολα σχόλια κάποιων "επωνύμων" (βλέπε Θεοδωρόπουλος, Κανέλλης κ.ά.) για τη συγκέντρωση κόσμου στην ΕΡΤ (εξάλλου, αυτοί οι άνθρωποι πια εκτός από ειρωνείες και κακίες και ελιτίστικη αντιμετώπιση κάθε συλλογικής πρωτοβουλίας, μήπως θα μπορούσαν να μας πουν οι ίδιοι πώς θα ήθελαν την ενημέρωση, το χώρο του βιβλίου, το χώρο των βιβλιοθηκών, το χώρο του πολιτισμού, ακόμη ακόμη και το χώρο που ανασαίνουμε, μήπως και περισσεύει;). 'Ολος αυτός ο κόσμος, ακόμη κι αν δεν έβλεπε ΕΡΤ κι αν δεν άκουγε ραδιόφωνο, έδειξε ότι είχε ανάγκη να βγει από το καβούκι του, είχε ανάγκη να εκφραστεί, να επικοινωνήσει και του δόθηκε αυτή η ευκαιρία. Και είχε ανάγκη να δείξει ότι δεν συμφωνεί με την άγρια, βίαιη, αυταρχική, αντιδημοκρατική συμπεριφορά αυτών που μας κυβερνούν. Με το ξαφνικό μαύρισμα της οθόνης το ποτήρι ξεχείλισε.

Κι ευτυχώς υπάρχουν ακόμη αυτοί που αντιστέκονται κι αυτοί που παραστέκονται. Μια τέτοια βραδυά ήταν η αποψινή με τον Μάνο Μουντάκη και την παρέα του (εμείς οι Κρητικοί έχουμε βάλει σε ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μας τον Κώστα Μουντάκη, αλλά το ίδιο αξιόλογος είναι και ο γιος του ο Μάνος). Στα τόσα που τραγούδησαν απόψε και που ο κόσμος χόρεψε και ξαναχόρεψε, τραγούδησαν και το Πότε θα κάνει ξαστεριά, τραγούδησαν και την επίκαιρη Μπαλάντα του κυρ Μέντιου του Κώστα Βάρναλη (Mεροδούλι, ξενοδούλι! / Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·/ ούλοι: δούλοι, αφεντικό / και μ' αφήναν νηστικό). Και τελειώνοντας χρησιμοποίησε  εκείνο το φοβερό στίχο του Νίκου Καζαντζάκη από την Οδύσσεια: "... ας κάμουμε του κόσμου κατοχή, παιδιά, με το τραγούδι".


Όμως, στην Αγία Παρασκευή απόψε είχαμε ακόμα μία μουσική εκδήλωση. Ήταν η εναρκτήρια του πολιτιστικού δεκαήμερου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής. Όπως κάθε αρχή καλοκαιριού, έτσι και φέτος, η αυλή της Βιβλιοθήκης/Μουσείου Αλέκου Κοντόπουλου γεμίζει κόσμο που ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του αξιόμαχου και φιλόξενου προσωπικού της Βιβλιοθήκης. Το πρόγραμμα είναι ενδιαφέρον, περιλαμβάνει μουσική και θέατρο, ενώ υπάρχει επίσης Έκθεση φωτογραφίας από τη θεραπευτική κοινότητα Στροφή του ΚΕΘΕΑ. Απόψε στην εναρκτήρια εκδήλωση είχε το Μίμη Πλέσσα με τρεις νέους καλλιτέχνες, ο κήπος είχε γεμίσει όλος, είχε όρθιους, είχε κόσμο στο δρόμο κρεμασμένο στα κάγκελα, ο Σπύρος Κλείσσας και η Φιντέ Κόκσαλ τραγούδησαν πολλά γνωστά τραγούδια του συνθέτη (η Κοκσάλ τραγούδησε και στα τουρκικά, πολύ όμορφα), ο κόσμος τραγουδούσε μαζί τους, η βραδυά ήταν πραγματικά πολύ όμορφη.

Τραγούδησαν και αποθεώθηκαν στο Άγαλμα: "Με το άγαλμα ως το δρόμο προχωρήσαμε / μου εσκούπισε τα μάτια και χωρίσαμε". Και στο Έπεφτε βαθιά σιπωπή: "Κάποια κόκκινη πληγή / που δεν λέει να κλείσει..." Και σ' άλλα πολλά...

Οι εκδηλώσεις έχουν κι ένα πρόσθετο στοιχείο, ο καλεσμένος έχει να αναφερθεί σ' ένα βιβλίο που του αρέσει. Ο Μίμης Πλέσσας αναφέρθηκε στο σπουδαίο Γιώργο Γραμματικάκη και στο βιβλίο του "Ένας αστρολάβος του ουρανού και της ζωής" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012), ένα δύσκολο βιβλίο, όπως είπε, αλλά όπου βρήκε μέσα ένα κοινό ήρωα των παιδικών χρόνων, τον Αντουάν Σεντ-Εξπερύ. 



Και με όλα τα παραπάνω που έγιναν το ίδιο βράδυ, σκέφτομαι ποια η σχέση των δύο εκδηλώσεων; Ή μάλλον, στη δεύτερη εκδήλωση (που χρονικά προηγήθηκε λίγο) γιατί σιώπησαν για την ΕΡΤ που είναι δίπλα, που το μαύρισμά της καταμαρτυρεί ένα σοβαρότατο έλλειμμα δημοκρατίας, που γίνεται ένας αγώνας, που είναι μία κοιτίδα πολιτισμού, που έχει σοβαρότατη συμβολή και στα μουσικά πράγματα της χώρας (και με τα Μουσικά της σύνολα και με τις εκπομπές της και με τις παραγωγές της), που και οι παριστάμενοι καλλιτέχνες (και πολύ καλώς) είχαν/έχουν να δώσουν και να πάρουν από την δημόσια ραδιοτηλεόραση (ο Μίμης Πλέσσας το γνωρίζει αυτό πολύ καλά).

Ηθική βαρβαρότητα, κατά το Γιώργο Γραμματικάκη. Κι όμως δεν βρέθηκε κανένας από τους ομιλητές να κάνει έστω μια αναφορά. Δεν έκανε αναφορά ο Δήμαρχος (που μίλησε πάντως απαξιωτικά για τη γενιά του Πολυτεχνείου, για την οποία είπε ότι ο ίδιος δεν ντρέπεται για τον εαυτό του, ούτε κι εγώ του απαντώ, άρα, ποιος ο λόγος αυτής της αναφοράς αλήθεια;) παρότι έχει εκδόσει ανακοίνωση με την οποία καταδικάζει το κλείσιμο της ΕΡΤ, δεν έκανε αναφορά η Πρόεδρος της Βιβλιοθήκης και δεν έκανε καμία αναφορά ο Μίμης Πλέσσας. Και βέβαια δεν θα συμφωνήσω με την αποστροφή του για τις "πράσινες, τις κόκκινες, τις θαλασσιές σου  χάντρες" με αφορμή το ομώνυμο τραγούδι. Δεν συμφωνώ με την δήθεν απολίτικη, δήθεν ουδέτερη στάση, είναι η αντίστοιχη του "μαζί τα φάγαμε", είναι αυτή της συλλογικής ευθύνης και συλλογικής ενοχής, των ίσων αποστάσεων, της απαξίωσης και τελικά του ωχαδερφισμού. Άσε τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά, εμείς τραγουδάμε.

Κύριε Πλέσσα, με όλο το σεβασμό στο πρόσωπό σας και με όλη την αγάπη στο έργο σας (η αναφορά σας στην αγαπημένη μου Δανάη εξάλλου με συγκίνησε), κι εμείς τραγουδάμε. Ας κάνουμε, λοιπόν, του κόσμου κατοχή με το τραγούδι! Αλλά...  υπάρχει κάποια κόκκινη πληγή που δεν λέει να κλείσει...