Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

"μου είπαν θά `βρω τον χρυσό και βρήκα το φαρμάκι..."






....
Δεν ξέρω πώς να περπατώ
και πώς τη γλώσσα να μιλώ
κρατιέμαι να μη τρελαθώ
μα τρέμω και κομμάτι

Ρίχνει και χιόνι δυνατό
μα εγώ δεν έχω ούτε παλτό
στην χώρα μου το μήνα αυτό
γυρνάμε με σακάκι

Αλλιώς μου τα `παν στο χωριό
εγώ δεν ήθελα να `ρθώ
μου είπαν θά `βρω τον χρυσό
και βρήκα το φαρμάκι

Τον δρόμο παίρνω τον μακρύ
η νύχτα είναι φοβερή
και η βαλίτσα μου ανοιχτή
την κουβαλώ στην πλάτη


........



Για να μην ξεχνιόμαστε. Το παραπάνω το 'γραψε ο Γιώργος Σκούρτης και το μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, για τους μετανάστες, θείους, πατεράδες, ξαδέρφια, φίλους, παπούδες, που έφευγαν σαν κυνηγημένοι πρώτα στην Αμέρικα, ύστερα στην Αυστραλία, ύστερα στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Σουηδία, για καλύτερες μέρες.
Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατόλια στο Χαλέπι της Συρίας (Πηγή: ο κατάλογος φωτογραφιών της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου http://www.loc.gov/pictures/item/ggb2006011017/)
Τότε φεύγανε οι δικοί μας μετά από τον πόλεμο. Και στην αρχή δεν παίρνανε τα παιδιά τους. Πήγαιναν πρώτα να εγκατασταθούν, να βρουν δουλειά και σπίτι και ύστερα τα' παιρναν, όχι πάντα, πολλά μεγάλωσαν με τη γιαγιά και τον παπού στο χωριό.

Τώρα, αυτοί που βλέπουμε στα κανάλια σα θεατές και κοντεύουμε να συνηθίσουμε την εικόνα τους, φεύγουνε  από τον τόπο τους μέσα στον πόλεμο. και παίρνουνε μαζί και τα παιδιά τους να γλυτώσουν. Να γλυτώσουν; Μα πώς να γλυτώσουν από τη θάλασσα και την αγριάδα των βράχων του Αιγαίου τα μωρέλια; Δεν γλυτώνουν! Κι έτσι γλυτώνουμε εμείς οι ... Ευρωπαίοι. 

Κατά τ' άλλα, τους χωρίζουμε σε πρόσφυγες ή μετανάστες, τους λέμε λαθραίους, λαθραίο το τετράχρονο παιδάκι που στις αρχές του χρόνου βρέθηκε να κουρνιάζει στην αγαλιά του ξεψυχισμένου πατέρα του αφού πέρασαν τα παγωμένα νερά του Έβρου, λαθραίος ο μικρός Αϊλάν που πνίγηκε στη μέση του πελάγου, λαθραία τα παιδάκια που ξεβράζει κάθε μέρα η θάλασσα του Αιγαίου. Κι εμείς αναρωτιόμαστε κάθε μέρα πόσοι άραγε να πνίγηκαν το προηγούμενο βράδυ πάλι. Αριθμοί!

Να χαιρόμαστε τον Ευρωπαϊκό ουμανισμό μας! 


Κορίτσι πρόσφυγας από τον Καύκασο σε στρατόπεδο προσφύγων στη Θεσσαλονίκη το 1921. (Πηγή: ο κατάλογος της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου http://www.loc.gov/pictures/item/2010648479/)

Πόσο σκέφτομαι εκείνο το στίχο του Βλαστού

N’ ανοίξω τον Παράδεισο να βάλω τα παιδάκια,
να βγάλλ’ απού την κόλαση  χιλιάδες και μυριάδες!

2 σχόλια:

  1. Συνειρμός, με αγάπη


    ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΜΠΛΟΥΖ

    Πες πως η πόλη αυτή έχει δέκα εκατομμύρια ψυχές
    άλλοι ζούνε σε μέγαρα, άλλοι σε τρύπες μικρές
    κ όμως δεν έχει θέση για μας, αγάπη μου, δεν έχει θέση για εμάς.

    Είχαμε κάποτε μια πατρίδα και μας φαίνονταν όλα καλά,
    ψάξε μέσα στον Άτλαντα και θα την εβρείς κειδά
    τώρα να πάμε εκεί δεν μπορούμε, αγάπη μου, να πάμε εκεί δεν μπορούμε.

    Στο κοιμητήρι του χωριού ένα σμιλαγκι μεγαλώνει
    κάθε άνοιξη απ' την αρχή μες στο άνθος φουντώνει
    τα παλιά διαβατήρια δεν μπορούν να το κάνουν, αγάπη μου, δεν μπορούν να το κάνουν.

    Ο πρόξενος είπε χτυπώντας το γραφείο του εμπρός
    "Αν δεν έχεις το διαβατήριο, τυπικά θεωρείσαι νεκρός"
    όμως να που ακόμα ζούμε, αγάπη μου, να που ακόμα ζούμε.

    Πήγα σε μια επιτροπή, έκαστα να ξαποστάσω
    με παρακάλεσαν ευγενικά του χρόνου να ξαναπεράσω
    όμως σήμερα πού θα πάμε, αγάπη μου, σήμερα πού θα πάμε;

    Ήρθα σε μια συγκέντρωση' σηκώθηκε ο ομιλητής να πει
    "Αν τους αφήσουμε να μπουν, θε να μας κλέψουν το ψωμί"
    Μιλούσε για σένα και για μένα, αγάπη μου, για σένα και για μένα.

    Σαν ν' άκουσα μπουμπουνητά στα ουράνια να κατρακυλούν
    ήταν ο Χίτλερ στην Ευρώπη, που έλεγε "Πρέπει να εξοντωθούν"
    Α, μας είχε στο νου του, αγάπη μου, μας είχε στο νου του.

    Είδα μια σκυλίτσα που φορούσε μια ζακέτα κουμπωμένη,
    είδα μια πόρτα ολάνοιχτη και μια γάτα να μπαίνει:
    όμως δεν ήταν Γερμανοεβραίοι, αγάπη μου, δεν ήταν Γερμανοεβραίοι.

    Τράβηξα στο λιμάνι, στο μόλο στάθηκα μπροστά,
    είδα τα ψάρια να τρέχουν στο νερό, δε ζούνε στη σκλαβιά:
    μόλις τρία μέτρα μακριά μου, αγάπη μου, τρία μέτρα μακριά μου.

    Περπάτησα σ' ένα δάσος, είδα στα δένδρα τα πουλιά'
    δεν είχανε πολιτικούς και κελαηδούσαν χαρωπά:
    δεν ήταν άνθρωποι σαν και μας, αγάπη μου, δεν ήταν σαν και μας.

    Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα χιλιώροφα κτίρια
    με χίλιες πόρτες και χίλια παραθύρια
    ούτε ένα δεν ήταν δικό μας, αγάπη μου, δεν ήταν δικό μας.

    Στάθηκα μες στο χιόνι που 'πεφτε σε μια ανοιχτή πεδιάδα
    δέκα χιλιάδες στρατιώτες βάδιζαν στην αράδα:
    Ψάχναν για μας τους δυο, αγάπη μου, ψάχναν για μας τους δυο.

    WYSTAN HUGH AUDEN, μτφρ. Κλείτος Κύρου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είχαμε κάποτε μια πατρίδα και μας φαίνονταν όλα καλά,
    ψάξε μέσα στον Άτλαντα και θα την εβρείς κειδά
    τώρα να πάμε εκεί δεν μπορούμε, αγάπη μου, να πάμε εκεί δεν μπορούμε...

    Με συγκίνησες. Σ' ευχαριστώ πολύ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή