Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Λογοκλοπή και ιστολογείν


ll



Αυτές τις μέρες βρέθηκα σε μια παράξενη και δύσκολη θέση. Τυχαία, έπεσα στην ανάρτηση ενός ιστολογίου (το οποίο παρακολουθώ μέσω του Google+ γιατί βρίσκω συχνά ενδιαφέροντα θέματα, δεν βρήκα όμως εκεί την πληροφορία για τη συγκεκριμένη ανάρτηση γιατί δεν υπάρχει), η οποία είδα να έχει (περίπου) ίδιο τίτλο με μια πρόσφατη δική μου ανάρτηση. Η δική μου είχε τον τίτλο "Ο λιποτάκτης" και ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 2015 και η άλλη "Ο λιποτάκτης (Boris Vian)" και ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 2015. Και πάνω που σκέφτηκα τι σύμπτωση, βρήκα το πρώτο μέρος του κειμένου μου να έχει μεταφερθεί αυτούσιο και μάλιστα χωρίς καμία αναφορά για την προέλευση των πληροφοριών αυτών.

Φυσικά, δεν διεκδικώ πρωτοτυπία. Οι πληροφορίες για τον Γάλλο ποιητή, συγγραφέα κτλ, προέρχονται από τη γνώση που έχω έτσι κι αλλιώς (έχω αρκετά χρόνια στην πλάτη μου, ώστε να μπορώ να δικαιολογώ συσσώρευση γνώσης και πληροφορίας), αλλά και από διάφορες πηγές, όμως, οι ίδιες οι πληροφορίες αυτές δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν από άλλους. Θα μπορούσα να εκτιμήσω, μάλιστα, ότι η ανάρτησή μου αξιολογήθηκε ως αξιόπιστη πηγή κι έτσι χρησιμοποιήθηκε από κάτοχο άλλου ιστολογίου.  

Πού είναι λοιπόν το πρόβλημα; Μα η ακριβής αντιγραφή των πρώτων παραγράφων, χωρίς καμιά αναφορά στην πηγή! Και όχι μόνο κατά λέξη αντιγραφή των λίγων βιογραφικών στοιχείων που είχα γράψει (με τον δικό μου τρόπο, όχι σπουδαίο, όμως καθένας έχει έναν προσωπικό τρόπο γραφής, έκφρασης, διατύπωσης, επικοινώνησης αυτού που θέλει), αλλά και κατά λέξη αντιγραφή της ελεύθερης περιγραφής που κάνω για το ποίημα-τραγούδι του Μπόρις Βιαν. Κι εδώ πια, είναι κλοπή. Δεν κάνω μετάφραση/απόδοση του ποιήματος στα ελληνικά, απλά μόνο μια ελεύθερη, προσωπική ανάγνωση στα λόγια του ποιητή. 

Δεν μπορεί να τα πάρει κανείς και να τα χρησιμοποιήσει σαν δικά του. Δεν μπορεί να παίρνει αυτούσια τα κείμενα του άλλου και να τα κολλάει στα δικά του, χωρίς καμιά αναφορά, χωρίς μνεία, χωρίς εισαγωγικά. Θα μου πείτε, σιγά την πρωτοτυπία, και θα συμφωνήσω. Θα μου πείτε, σιγά τον πολυέλαιο, και θα πω τι έγινε. Όμως, θα σας πω επίσης, ότι υπάρχει και η δεοντολογία, υπάρχει και ο σεβασμός στην (όποια) προσπάθεια του άλλου, υπάρχει και το θεμιτό έναντι του αθέμιτου, υπάρχουν και οι κανόνες στη δημόσια ζωή. 

Κι επειδή δεν θα ήθελα να αποδώσω αρνητικό χαρακτηρισμό, θα προτιμήσω να κάνω μια σύντομη αναφορά στο φαινόμενο της λογοκλοπής (plagiarism στα αγγλικά). Και ξεκινώντας από το γλωσσικό μέρος, θα παραθέσω τα σχετικά λήμματα που βρήκα σε γνωστά λεξικά.

Στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη, βρίσκω τον πιο αυστηρό ορισμό, αφού ορίζει τη λογοκλοπή ως την "ιδιοποίηση ξένης πνευματικής δημιουργίας με ανήθικο, παράνομο τρόπο".

Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη, λογοκλοπία ή λογοκλοπή είναι "η ιδιοποίηση με αθέμιτο τρόπο ξένης
πνευματικής εργασίας".

Στο Λεξικό Δημητράκου, αναφέρεται ότι λογοκλοπία είναι "η ιδιοποίησις ξένων λόγων ή σκέψεων" (αποδιδόμενη στον Εμπεδοκλή), ενώ με νεώτερη σημασία είναι "η εν γνώσει ή δολίως γενομένη ιδιοποίησις ξένων λόγων ή διδασκαλίας άλλου". Και λογοκλόπος είναι "ο ιδιοποιούμενος, ο παρουσιάζων ως ιδικήν του ξένην συγγραφικήν εργασίαν".


Στο Liddell-Scott (πρωτοεκδόθηκε το 1843) διαβάζουμε: λογοκλοπία, "a stealing of another's words or thoughts, plagiarism, attributed to Empedocles by Timae", ενώ στον ιστότοπο του τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου μπορεί κανείς να το βρει με ελληνική απόδοση των ορισμών (όπως τους επιμελήθηκε ο Κωνσταντινίδης γύρω στα 1900) ως Λεξικό Liddell-Scott Κωνσταντινίδου, όπου η λογοκλοπία ορίζεται ως "το κλέπτειν  τους λόγους ή τας σκέψεις άλλου, αποδιδόμενον των Εμπεδοκλεί υπό του Τιμαίου".


Ο Στέφανος Κουμανούδης, στο εμβληματικό έργο του "Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων" στο οποίο καταγράφει νέες λέξεις που εμφανίστηκαν από την Άλωση (εκδόθηκε στα 1900, ένα χρόνο μετά το θάνατό του / μπορεί κανείς να το κατεβάσει ελεύθερα από την ψηφιακή βιβλιοθήκη Ανέμη της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης - με την ευκαιρία, ένας θησαυρός η Βιβλιοθήκη αυτή), περιέχει το λήμμα λογοκλέπτης προερχόμενο από το λατινικό plagiarius και παραπέμπει στο λογοκλόπος, ο λογοκλόπος εμφανίζεται σε κείμενα του 1871, 1879, 1896, τα λογοκλοπήματα αναφέρονται από τον Δημήτριο Βερναρδάκη το 1866, το επίθετο λογοκλοπικός (στην τέχνη κτλ.) βρίσκεται σε κείμενα του 1868 και του 1895, το επίρρημα λογοκλοπικώς αναφέρεται σε κείμενο του 1893. Εξάλλου, για τη λογοκλοπή, αναφέρει ότι στην αρχαία ελληνική υπήρχε η λογοκλοπεία, "ήτις όμως γραπτέα λογοκλοπία", και παραπέμπει γι' αυτό σε κείμενο του Ζηκίδου του 1891, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι το λήμμα αυτό υπήρχε ήδη στο λεξικό του Άγγελου Βλάχου έκδοσης 1871.


Πάντως, ψάχνοντας στην Ανέμη, βρήκα εργασίες για τη λογοκλοπή που δείχνουν ότι και η λέξη χρησιμοποιούνταν από πιο παλιά (ο Κουμανούδης ασφαλώς δεν εγνώριζε όλες τις πηγές τότε), αλλά και η ίδια η έννοια είχε μάλλον ευρεία εφαρμογή στην πράξη από παλιά). 

Αντιγράφω τους τίτλους:





















Η λογοκλοπή είναι ένα γνωστό και πολύ σοβαρό πρόβλημα στο χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας. Έχουν γίνει πολλές φορές καταγγελίες (όχι μόνο στην Ελλάδα, θυμόμαστε τη Γερμανίδα Υπουργό που παραιτήθηκε ύστερα από καταγγελίες ότι το διδακτορικό της ήταν αποτέλεσμα λογοκλοπής) κι έχουν αναπτυχθεί κατάλληλα εργαλεία ελέγχου και εντοπισμού. Το κείμενο του Ι. Νικολάου, αναπλ. καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αν και απευθύνεται σε φοιτητές, μπορεί να δώσει στα ελληνικά μερικές βασικές πληροφορίες ως εισαγωγή στο πρόβλημα της λογοκλοπής.

Πέραν του ακαδημαϊκού χώρου, η λογοκλοπή εμφανίζεται ως πρόβλημα και στο διαδίκτυο, όταν μάλιστα έχει αυξηθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό αυτή η ανάγκη των ανθρώπων, όλων εμάς δηλαδή, όχι μόνο να επικοινωνήσουμε με λίγα σκόρπια λόγια, αλλά και να καταγράψουμε σκέψεις, ιδέες, γνώσεις, να συγγράψουμε δηλαδή κατά μία έννοια. Αυτό είναι ένα άλλο, μεγάλο θέμα, γιατί εκτιθέμεθα, γιατί γράφουμε, αν συγγράφουμε, και βέβαια ποια η σημασία και η ποιότητα αυτών που γράφουμε, μήπως φλυαρούμε κτλ. κτλ.

Πέρα απ΄ αυτό όμως, εφόσον γράφουμε, είναι θεμιτό να εφαρμόζουμε το ελάχιστο, την αναφορά στην πηγή. Υπάρχουν ειδικά πρότυπα για τη χρήση των πηγών ως αναφορές και ως παραπομπές μέσα στο κείμενο, στα οποία πλέον προβλέπονται και οι αναφορές / παραπομπές σε εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης κάθε τύπου (ιστολόγια, Facebook, Twitter, Flickr κτλ.). Υπάρχουν επίσης κανόνες και οδηγίες καλών πρακτικών, υπάρχει και το αυτονόητο, ότι δεν μπορώ, δεν είναι σωστό να παρουσιάζω κάτι σαν δικό μου που το έχω αντιγράψει.

Έχουν γραφτεί πολλά, θα παραπέμψω σε κάποιες αναρτήσεις από ξένα ιστολόγια, όπως τα παρακάτω:

σημειώνοντας επιπλέον ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών συνδέεται και με ζητήματα όπως η βελτιστοποίηση της δυνατότητας αναζήτησης και εντοπισμού των αναρτήσεων του ιστολογίου (Search Engine Optimization  - SEO). Εξάλλου, κυκλοφορούν και προγράμματα, τα οποία περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα εντοπίζουν φαινόμενα λογοκλοπής σε ιστολόγια (εγώ εφάρμοσα ένα τέτοιο πρόγραμμα και είχε αποτέλεσμα πάντως).

Τελικά, αυτό για το οποίο λυπάμαι περισσότερο είναι πως για την ανάρτηση αυτή στάθηκε αφορμή ο θάνατος ενός πολύ ευαίσθητου ανθρώπου και που αντί ν' ασχοληθούμε με την έννοια λιποτάκτης, μιλήσαμε για τη λογοκλοπή. Λίγες θέσεις παρακάτω στο ίδιο γράμμα ενός λεξικού, στο λάμδα όλα, τι περίεργο...

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

"Κι εγώ σκεφτόμουν το λόφο και τα πρόβατα"



... Η Φατμά κι εγώ σκαρφαλώσαμε με προσοχή στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην ταράτσα. Πάνω στην ταράτσα είδαμε έναν Ισραηλινό στρατιώτη φοβισμένο. Ήταν νέος, γύρω στα δώδεκα. Προσπάθησε να κρυφτεί πίσω απ' τα σκοινιά της μπουγάδας...
"Δεν έκανα τίποτα, εγώ αγαπώ τους Άραβες, ορκίζομαι στο θεό της Τορά, ζήτω ο Γιασέρ Αραφάτ, κατάρα στους σιωνιστές", φώναξε ο φοβισμένος στρατιώτης.
Η Φατμά άρχισε να τον κλωτσά άγρια.
"Πριν από λίγο μας πέταξες μια πέτρα, μου άνοιξες σχεδόν το κεφάλι, και τώρα ξαφνικά αγαπάς τους Άραβες, ε; Σκατό!"
"Παράτα τον, παιδί είναι", είπα.
...
"Δεν θέλω να είμαι εδώ πέρα", ψιθύρισε [η Φατμά], "βαρέθηκα όλες αυτές τις βρισιές και τις πέτρες, το ξύλο όλη την ώρα. Πίστεψέ με, θα έπρεπε να αφήσουμε σ' αυτούς τις πανάθλιες πόλεις τους. Ας συνεχίσουν να πίνουν μπύρα στις απαίσιες παμπ τους και να κάνουν μικρούς Ισραηλινούς στρατιώτες. Τι τα θέλουμε εμείς όλα αυτά;"
Όλοι μας μισούν εδώ, από το νήπιο στρατιώτη του ενός έτους, μέχρι την πιο γερασμένη ισραηλινή στρατιωτίνα. Κι αυτό που πονάει περισσότερο είναι πως το μίσος τους είναι δίκαιο.
"Γυρίστε στα χωριά σας, Άραβες, μανιακοί", ακούστηκε μια κραυγή από ένα παράθυρο.
Πόσο θα ήθελα να γυρίσω στο χωριό μου, στους λόφους τους στολισμένους με τα αγριολούλουδα, στα κοπάδια των ζώων που βρίσκονται στο φαράγγι, στα μέρη των τσακαλιών!
... [βρισιά] ακούστηκε η γνωστή φωνή στα αραβικά από κάποια στέγη, κι εγώ σκεφτόμουν το λόφο και τα πρόβατα, τα μικρά σπίτια από άργιλο, το κάλεσμα του μουεζίνη στην πρωινή προσευχή...


Ο αφηγητής και η Φατμά είναι Παλαιστίνιοι. Πιάνουν ένα δωδεκάχρονο Ισραηλινό στρατιώτη και τον χτυπούν άγρια, το ίδιο είχε κάνει κι αυτός σε άλλους Παλαιστίνιους πριν από λίγο. Και το γαϊτανάκι του μίσους και της αλληλοεξόντωσης δεν έχει τελειωμό! Κι ας ονειρεύεται η Φατμά το χωριό της με τους στολισμένους αγριολούλουδα λόφους, με τα φαράγγια και τα μέρη των τσακαλιών...

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το διήγημα του Ισραηλινού συγγραφέα Έτγκαρ Κέρετ "Εβραϊκή ιστορία" από τη συλλογή "Το κορίτσι στο ψυγείο" (Καστανιώτης, 2012). Έχει ονομαστεί  νέος Άμος Οζ, έχει βραβευτεί, είναι χαρισματικός. Τα διηγήματα σ' αυτή τη συλλογή είναι ευχάριστα, γραμμένα με ιδιαίτερο τρόπο, με ιστορίες από την καθημερινότητα των Ισραηλινών αλλά και των Παλαιστινίων. Ανάμεσά τους, να ξεχωρίσω κάποια: "Μπούμερανγκ", "Η ζήλια των συγγραφέων", "Αλίσα", "Το ζήτημα της ύβρεως", "Η πλάκα", "Τέρας στο τάβλι" και βέβαια τις δύο εβραϊκές ιστορίες του. Σαφείς και συχνές οι αναφορές του για το Παλαιστινιακό, σατιρίζει ή και στηλιτεύει τη στάση των Ισραηλινών και ιδιαίτερα την παρουσία στρατιωτών παντού και όλων των ηλικιών.

Η έκδοση της παραπάνω συλλογής κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1992, δηλαδή γράφτηκε εκείνη την περίοδο που οι συγκρούσεις ανάμεσα σε Παλαιστίνιους και Ισραηλινούς ήταν (πάλι) σε μεγάλη ένταση.

Αυτές τις μέρες διαδραματίζονται πάλι σκηνές μίσους και αλληλοεξόντωσης ανάμεσά τους. Και πάλι βγάζουν μαχαίρια. Και πάλι νεαρά παιδιά σέρνουν το γαϊτανάκι του μίσους και αλληλοσκοτώνονται. Τρεις Ισραηλινοί από τη μια, δυό Παλαιστίνιοι από την άλλη, ο ένας δεκατριάχρονος λένε, αυτός είναι ο σημερινός απολογισμός! 

Με την ευκαιρία, διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο ένθετο της Monde Diplomatique στην Αυγή της περασμένης Κυριακής, 11 Οκτωβρίου. Είναι του Laurent Bonelli σε επιμέλεια του Β. Παπακριβόπουλου, έχει τίτλο "Επάγγελμα: μαχητής" και αναλύει αν και ποια κοινά σημεία μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα σε έναν αριστερό που πήγε στην Ισπανία το 1936 για να υπερασπιστεί τη δημοκρατία και σε ένα άτομο που εγκαταλείπει τη χώρα του για να πολεμήσει στο πλευρό της Οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους. Πολύ ενδιαφέρον θέμα. Κάνοντας μάλιστα σύγκριση με τους ντόπιους μαχητές, γράφει:

"Οι ντόπιοι μάχονται περισσότερο για να υπερασπιστούν την οικογένειά τους και το χωριό τους και λιγότερο για ένα γενικότερο πρόγραμμα."

Άραγε το παιδί αυτό, ο 13χρονος σημερινός νεκρός Παλαιστίνιος, σκεφτόταν το λόφο και τα πρόβατα στο χωριό του; Ποιος να ξέρει...

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Ο λιποτάκτης



                   
.
Κύριε Πρόεδρε, δεν θέλω να πάω στον πόλεμο, να σκοτώσω αθώους ανθρώπους, δεν θέλω να σ' ενοχλήσω, όμως πήρα την απόφασή μου, θα λιποτακτήσω... 
Από τότε που γεννήθηκα, είδα τον πατέρα μου να πεθαίνει, είδα τ' αδέρφια μου να φεύγουν, είδα τα παιδιά μου να κλαίνε, είδα τη μάνα μου στον τάφο να περιγελά τις βόμβες και τα σκουλήκια, κι όταν ήμουνα στη φυλακή μου πήραν τη γυναίκα, μου πήραν την ψυχή...
Θα γυρίζω στους δρόμους της Γαλλίας, από τη Βρετάνη μέχρι την Προβηγκία, και θα λέω στους ανθρώπους να μην υπακούσουν, να μην πάνε στον πόλεμο, να μη φύγουν, κι αν με κυνηγήσετε, πείτε στους άντρες σας πως δεν κρατώ όπλο...

Περίπου αυτά λέει στο εμβληματικό, βαθειά αντιπολεμικό τραγούδι του ο Μπόρις Βιάν, ο Γάλλος συγγραφέας, ποιητής, μουσικός και πολλά άλλα (και μηχανικός στο επάγγελμα), που έζησε για 39 μόλις χρόνια, 1920-1959. Είναι το τραγούδι με τίτλο "Le déserteur", ο λιποτάκτης.

Ο Μπόρις Βιάν δεν είναι ο συγγραφέας που μπορεί να συνιστούσα. Δεν μου άρεσε η υπερβολή στο λόγο του, ο μηδενισμός που εξέπεμπε (ή που νόμιζα ότι εξέπεμπε). Δεν μου άρεσε ο τίτλος του πολύ γνωστού βιβλίου του "Θα φτύσω στους τάφους σας". Έπαιζε θαρρείς με τις λέξεις, σα να τις πασπάλιζε με βία και με μίσος κι έφτανε στα άκρα του λόγου και της σκέψης. Έτσι τον έχω περιγράψει μέσα μου. 

Γνώρισα και ξεφύλλισα βιβλία του πριν από δυόμισι δεκαετίες και κάτι παραπάνω. Τα έβρισκα πάνω στο γραφείο του Γιώργου, του νεαρού τότε βιβλιοθηκονόμου που δούλεψε για λίγα χρόνια κοντά μας, στη Βιβλιοθήκη του ΤΕΕ. Θυμάμαι πως του άρεσε ο Βιαν, του άρεσε ο αντιπολεμικός, ο αντιρατσιστικός, ο αντισυμβατικός λόγος του. 



Λιποτάκτης είναι αυτός που εγκαταλείπει τους συναγωνιστές, την κοινή προσπάθεια, τους κοινούς αγώνες, είναι κι αυτός που εγκαταλείπει χωρίς άδεια, έτσι διαβάζω στα λεξικά. Αυτό έκανε ο Γιώργος τούτες τις μέρες. Λιποτάκτησε. Έφυγε αθόρυβα και απρόσμενα, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς άδεια. Πολύ νωρίς, κρίμα. Ίσα ίσα που πρόλαβε να χαρεί την επιστροφή στη δουλειά. Ήταν από τους διαθέσιμους του Πανεπιστημίου. Να χαρεί; Δεν ξέρω αν χαιρόταν, με τι χαιρόταν. Είχα να τον δω κάτι χρόνια. Κρατώ το νεανικό, καλοσυνάτο του χαμόγελο. Και τον ευγνωμονώ, κι ας μην τ' ακούει πια, για τα παιχνίδια που έπαιξε με τα παιδιά μου κάποιες δύσκολες μέρες.



Σήμερα τον αποχαιρετήσαμε. Και νάναι αλήθεια τυχαίο που μια φίλη του είπε λόγια λες από τους Λιποτάκτες του Θεοδωράκη, ίδια με το τραγούδι "Χάθηκα"; Ήταν πάντα μόνος είπε ...

Χάθηκα, 
Μέσα στους δρόμους που μ’ έδεσαν για πάντα
Μαζί με τα σοκάκια, μαζί με τα λιμάνια

Χάθηκα, 
Γιατί δεν είχα τα φτερά και είχα εσένα Κατινιώ
Γιατ’ είχα όνειρα πολλά
Και το λιμάνι, 
και το λιμάνι είναι μικρό
Γιατ’ ήμουν πάντα μόνος
Και θα `μαι πάντα μόνος.


Καλό σου ταξίδι Γιώργο!