Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Περί λογοκρισίας, γραφής και μνήμης: λίγες αναφορές και σκόρπιες σκέψεις



Με αφορμή το κατέβασμα του έργου "Ισορροπία του Nash" της Πειραματικής σκηνής του Εθνικού Θεάτρου ύστερα από τις αντιδράσεις συγκεκριμένων πλευρών, παραθέτω εδώ λίγα για τη λογοκρίσία και την ελευθερία της έκφρασης, αλλά και για τη γραφή, όπως συνδέεται με τη μνήμη και τη λήθη.

Γράφει για τη λογοκρισία το 2006 ο Στάινερ στο βιβλίο του "Η σιωπή των βιβλίων" (Ολκός, 2009):

Η λογοκρισία είναι εξίσου γηραιά  και πανταχού παρούσα με την ίδια τη γραφή. Είδαμε ήδη πως ήταν παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια της ρωμαιοκαθολικής Ιστορίας. Συμμετείχε σε κάθε τυραννία, από τη Ρώμη του Αυγούστου έως τα σημερινά απολυταρχικά καθεστώτα. Είναι απλούστατα αδύνατο να καταμετρήσουμε τον εντυπωσιακό αριθμό κειμένων που ευνουχίστηκαν, "καθαρίστηκαν", παραποιήθηκαν ή αποσιωπήθηκαν εξολοκλήρου. Αλλά ούτε και οι λεγόμενες δημοκρατίες έχουν τα χέρια καθαρά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία «καθαρίστηκαν» ή αποσύρθηκαν από τις δημόσιες και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες υπό το παιδαριώδες και ταπεινωτικό πρόσχημα του «πολιτικώς ορθού»... Στο μεγαλύτερο κομμάτι του σύγχρονου κόσμου, στην Κίνα, την Ινδία, το Πακιστάν, παντού όπου η κληρονομιά του φασισμού και του σταλινισμού κρατάει ακόμη, στα ούτε λίγο ούτε πολύ στρατιωτικά κράτη, στις θεοκρατίες ισλαμικού τύπου και, αποσπασματικά, στη Νότια Αμερική, οι συγγραφείς φυλακίζονται, αποκηρύσσονται...



Ο Ουμπέρο Έκο στο "Αναμνήσεις επί χάρτου" (Ελληνικά Γράμματα, 2007) επικαλείται τον Φαίδρο του Πλάτωνα για να αναφερθεί στο ρόλο των νέων μέσων πληροφόρησης στη μνήμη. Ο βασιλιάς Θαμούς αμφισβητεί τα πλεονεκτήματα της γραφής την οποία ανακάλυψε ο θεός Θευθ που ανακάλυψε τη γραφή. Και λέει ο Σωκράτης:

Λοιπόν άκουσα πως κάπου στη Ναύκρατι της Αιγύπτου υπάρχει ένας από τους αρχαίους τοπικούς θεούς, εκείνος, του οποίου είναι το ιερό πουλί που το ονομάζουν ίβι. Το όνομα του ίδιου του θεού είναι Θεύθ. Αυτός είναι που βρήκε πρώτος τους αριθμούς και το μαθηματικό λογισμό και τη γεωμετρία και την αστρονομία, και ακόμα τα παιχνίδια με τους πεσσούς και τους κύβους, και τέλος τους χαρακτήρες των γραμμάτων. Και εκείνη την εποχή βασιλιάς όλης της Αιγύπτου ήταν ο Θαμούς, που έμενε στη μεγάλη πόλη της επάνω περιοχής, την οποία οι Έλληνες την ονομάζουν Αιγυπτιακές Θήβες· και το θεό της τον ονομάζουν Άμμωνα. Ήρθε σε αυτόν ο Θεύθ και του έδειξε τις τέχνες του, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να διαδοθούν και στους άλλους Αιγυπτίους. 
Και ο Θαμούς ρώτησε ποια είναι η χρησιμότητα της καθεμίας· και ενόσω ο Θεύθ τις εξηγούσε μία προς μία, ο βασιλιάς επαινούσε ό,τι έκρινε πως λεγόταν καλά και κατηγορούσε ό,τι έκρινε πως δεν ήταν καλό. Λέγεται πως ο Θαμούς είπε στον Θεύθ πολλά υπέρ και εναντίον κάθε τέχνης, πράγματα, που αν τα εξετάσουμε αναλυτικά, θα μακρηγορούσαμε. 
Πάντως, όταν έφθασαν στα γράμματα, ο Θεύθ είπε: 

«Βασιλιά μου, η γνώση αυτών των πραγμάτων θα κάνει τους Αιγυπτίους πιο σοφούς και δυνατότερους στη μνήμη, γιατί βρέθηκε το φάρμακο της σοφίας και την μνήμης». 

Όμως ο Άμμωνας απάντησε: 

«Θεύθ, που κατέχεις τόσες τέχνες, να ξέρεις πως άλλος έχει την ικανότητα να δημιουργεί τις τέχνες, και άλλος εκείνη που θα του επιτρέπει να κρίνει πόσο πρόκειται να ωφελήσουν και πόσο να βλάψουν όποιους πρόκειται να τις χρησιμοποιήσουν. Και τώρα εσύ, ως πατέρας της τέχνης των γραμμάτων, από ευμενή διάθεση προς το έργο σου, απέδωσες τα αντίθετα από αυτά που μπορεί πραγματικά τούτη η τέχνη....»...

[Αντέγραψα την παραπάνω μετάφραση του Παναγιώτη Δόικου στην οποία παραπέμπει και το βιβλίο του Eco από την Πύλη για την ελληνική γλώσσα].



Αλλά και ο Μπόρχες το 1942 στο "Φούνες, ο Μνήμων" (από τα Άπαντα πεζά σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, είχα διαβάσει την έκδοση στα Ελληνικά Γράμματα του 2005, ενώ τώρα κυκλοφορεί σε δίτομη έκδοση Πατάκη του 2014), δίνει μια ενδιαφέρουσα πλευρά της μνήμης σε σχέση με την υπερπροσφορά πληροφοριών και την αξία που μπορεί να έχουν. Ο Ιρενέο Φούνες μέχρι τα δεκαενιά του ήταν "τυφλός, κουφός, κλούβιος, ξεχασιάρης" όπως όλους τους ανθρώπους όπως λέει, όταν όμως από ένα ατύχημα μένει παράλυτος αποκτά φοβερές δυνάμεις μνήμης.

Εμείς, με μια ματιά, μπορούμε ν' αντιληφθούμε διαμιάς τρία ποτήρια πάνω σ' ένα τραπέζι· ο Φούνες, όλα τα φύλλα, όλες τις ψαλίδες κι όλα τα σταφύλια μιας κληματαριάς. Ήξερε τα σχήματα που είχαν τα σύννεφα του νοτιά το ξημέρωμα της 30ης Απριλίου 1882, και μπορούσε να τα παραβάλει στη μνήμη του με τα "νερά" ενός δερματόδετου βιβλίου που του 'χε ρίξει κάποτε μια ματιά, και με τα σχήματα του αφρού που σήκωσε ένα κουπί στο Ρίο Νέγρο... Μου είπε: "Μόνος μου εγώ έχω πιο πολλές αναμνήσεις απ' όσες είχαν όλοι οι άνθρωποι μαζί από τότε που ο κόσμος είναι κόσμος"· κι ακόμα: "Τα όνειρά μου είναι όπως ο ξύπνος σας"· κι ακόμα, λίγο πριν φέξει: "Η μνήμη μου, κύριε, είναι ένας σωρός από σκουπίδια"....
 .....
Είχε μάθει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια αγγλικά, γαλλικά, πορογαλικά, λατινικά. Υποπτεύομαι, ωστόσο, πως δεν ήταν πολύ ικανός στη σκέψη. Σκέψη είναι να ξεχνάς τις διαφορές, να γενικεύεις, να αφαιρείς. Στον υπερφορτωμένο κόσμο του Φούνες δεν υπήρχαν παρά λεπτομέρειες, σχεδόν σε πλήρη ετοιμότητα.... Σκέφτηκα πως καθεμιά απ' τις λέξεις μου (καθεμιά απ' τις κινήσεις μου) θα επιζούσε στην αμείλεικτη μνήμη του· με κυρίευσε ο φόβος όταν σκέφτηκα τις περιττές χειρονομίες μου να πολλαπλασιάζονται...

Τελικά, αναρωτιέμαι αν έχουν σχέση η λογοκρισία με τη γραφή και τη μνήμη. Η ίδια η γραφή είναι θεματοφύλακας της μνήμης, μπορεί βέβαια η υπερσυγκέντρωση να δημιουργεί και σκουπίδια (είναι εκπληκτικό ότι ο Μπόρχες μίλησε το 1942 για σκουπίδια στη μνήμη, όταν σήμερα, με την εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών, κάνουμε λόγο για περιττές πληροφορίες, για σκουπίδια στο Διαδίκτυο). Μπορεί αυτό να αποτελεί λόγο για αξιολόγηση, για φιλτράρισμα, για επιλογή, μπορεί όμως να αποτελεί αφορμή και για λογοκρισία; Η λογοκρισία έχει κατασταλτικό χαρακτήρα και επιβάλλεται από κάποιο τρίτο μέρος για να περιορίσει όχι τη ροή των πληροφοριών γενικά, αλλά τη ροή συγκεκριμένων πληροφοριών και για συγκεκριμένους λόγους.


Στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στο άρθρο 19 διαβάζουμε:

"Καθένας έχει το δικαίωµα της ελευθερίας της γνώµης και της έκφρασης που σηµαίνει το δικαίωµα να µην υφίστανται δυσµενείς συνέπειες για τις γνώµες του και το δικαίωµα να αναζητεί, να παίρνει και να διαδίδει πληροφορίες και ιδέες, µε οποιοδήποτε µέσο έκφρασης, και από όλο τον κόσµο."

Τι έχει αλλάξει από τις 10 Δεκεμβρίου 1948 που κυκλοφόρησε η Διακήρυξη; 

Στο λεξικό Τριανταφυλλίδη διαβάζουμε:

λογοκρισία η [loγokrisía] Ο25 : 1. ο προληπτικός έλεγχος που ασκείται συνήθ. από μια αρχή σε προϊόντα του γραπτού ιδίως λόγου αλλά και σε θεάματα ή ακροάματα (βιβλία, έντυπα, εφημερίδες, επιστολές, κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα κτλ.) με δικαίωμα επέμβασης στο περιεχόμενό τους (διαγραφές, τροποποιήσεις, απαγόρευση δημοσιοποίησης, κυκλοφορίας κτλ.): Tο δικτατορικό καθεστώς επέβαλε αυστηρή ~ στον τύπο. Οι επιστολές προς και από τους κρατουμένους υποβάλλονται σε ~ από τη διεύθυνση των φυλακών. Προληπτική ~, ο έλεγχος που ασκείται πριν από τη δημοσιοποίηση, την κυκλοφορία των προϊόντων. (έκφρ.) η ψαλίδα της λογοκρισίας. 2. η υπηρεσία που ασκεί τον έλεγχο: H ~ έκοψε μερικές σκηνές του έργου, γιατί τις θεώρησε πολύ τολμηρές.

[λόγ. λογοκρι(τής) -σία απόδ. γαλλ. censure]

Πάντως, για να επιστρέψω στην αφορμή για την ανάρτηση αυτή, τελικά, η ελευθερία θέλει τόλμη ή μήπως άλλα λέμε και άλλα καταλαβαίνουμε; Δηλαδή... γλωσσικό  το πρόβλημα. Κρίμα όμως να μην τολμάμε και ν' αφήνουμε να δηλώνουν δικαιωμένοι αυτοί που δεν θάπρεπε!

Υστερόγραφο: Είχα ετοιμάσει την ανάρτηση πριν από το θάνατο του Ουμπέρτο Έκο. Το πρώτο δικό του βιβλίο που διάβασα ήταν το "Θεωρία σημειωτικής" (Γνώση, 1988, σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη), στη συνέχεια βέβαια διάβασα και άλλα δικά του και κυρίως αυτά που σχετίζονται με τη γραφή, τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες, Γυρνώντας πίσω σε ανάρτηση του 2012 σχετικά με το αν θα πρέπει να υπάρχει λογοκρισία στην επιλογή των βιβλίων σε μια βιβλιοθήκη, θυμήθηκα ότι στο σημείωμα που αναφέρω εκεί, η συντάκτρια είχε προτείνει να διαβάσουμε το "Όνομα του ρόδου" του Έκο. Ήταν Μάρτιος του 1985. Νάναι καλά.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Ιστορία του γερασμένου παιδιού, της Τζέννυ Έρπενμπεκ: ιστορία αντίστασης στη λήθη για ένα παιδί πεταμένο έξω απ’ το χρόνο

Στην αρχή μου φάνηκε παράξενο βιβλίο. Η ιστορία εξελίσσεται σιγά-σιγά, με πολλές λεπτομέρειες η ζωή στο ίδρυμα και οι συμπεριφορές των άλλων παιδιών στο δεκατετράχρονο κορίτσι, στην αρχή αναρωτιέσαι ποιο το νόημα, είναι και το ύφος της αφήγησης ιδιαίτερο, ο λόγος γίνεται κοφτός, μερικές φορές αναρωτιέσαι αν φταίει η μετάφραση.

Έτσι νόμιζα, έκανα διάφορες σκέψεις, δεν είχα διαβάσει το επίμετρο του μεταφραστή και προσπαθούσα να καταλάβω τι γίνεται. Όσο προχωρούσε όμως η ανάγνωση, στην αρχή ένιωσα μια συμπάθεια για την ηρωίδα του βιβλίου, ένα παράξενο, μοναχικό πλάσμα, δύσμορφο, παχύ, όμοιο με τις φιγούρες του Μποτέρο, είναι ν' αναρωτιέται κανείς αν τυχαία ταίριαξε η φιγούρα του κοριτσιού στον πίνακα του Μποτέρο (όπως στο παραπάνω εξώφυλλο) ή αν ο Μποτέρο εμπνεύστηκε τις γυναικείες φιγούρες του από τις περιγραφές της Τζέννυ Έρπενμπεκ. Αυτή είναι η συγγραφέας της νουβέλας "Ιστορία του γερασμένου παιδιού" (εκδ. Ίνδικτος 2004, μετάφραση Αλέξ. Κυπριώτης), το οποίο αναφέρεται στην (αληθινή) ιστορία ενός δεκατετράχρονου κοριτσιού σε ένα ίδρυμα μιας πόλης και μιας χώρας.

Αλλά, ας μην πω την ιστορία, αν και το βιβλίο έχει εξαντληθεί (και είναι κρίμα), μπορεί να βρεθεί σε κάποια βιβλιοθήκη (εγώ το βρήκα στη Βιβλιοθήκη του Ευγενίδειου Ιδρύματος) γιατί αξίζει να διαβαστεί. (Σ' αυτό πρέπει να κάνω μνεία στη Βιβή Γ. και στη Λέσχη Ανάγνωσης Degas όπου πρωτοδιάβασα για τη συγγραφέα και το βιβλίο).

Το ονομάζουν πολιτικό βιβλίο, και νομίζω τελικά έτσι είναι, και συγκεκριμένα, όπως διαβάζω στη σελίδα του Ίνδικτου "μια αλληγορικὴ ελεγεία για την πτώση του πάλαι ποτὲ «υπαρκτού σοσιαλισμού», μια παραβολὴ για το κλειστό «ίδρυμα» της Ανατολικής Γερμανίας".

Η ιστορία ξεκινά με την εικόνα ενός παιδιού στο δρόμο μ' ένα κουβά στο χέρι. Δεν θα πω πολλά για το γερασμένο παιδί της ιστορίας, θα πω μόνο πως η χώρα είναι η Ανατολική Γερμανία ή Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και η πόλη είναι η Δρέσδη.

Όταν στο ίδρυμα γιορτάζουν μια επέτειο στις 13 Φεβρουαρίου, όπως σε όλη την πόλη, χωρίς να την κατονομάζουν, καταλαβαίνουμε πως είναι η Δρέσδη. 13 Φεβρουαρίου 1945 ήταν η πρώτη μέρα βομβαρδισμού της από τις συμμαχικές δυνάμεις. Ήταν για ν΄αφήσουν και οι σύμμαχοι το  μήνυμα πως ο πόλεμος, απ’ όπου κι αν προέρχεται, είναι άγριος και απάνθρωπος. Γράφει λοιπόν η Έρπενμπεκ:

«Στις 13 Φεβρουαρίου βομβαρδίστηκε για πρώτη φορά η πόλη, βομβαρδίστηκε μια φορά, κι ύστερα, όταν οι άνθρωποι βγήκανε στα τέσσερα απ’ τα υπόγεια, αμέσως άλλη μία, βομβαρδίστηκε τόσο πολύ που ο ποταμός που βρίσκεται η πόλη άρχισε να βράζει, και δεν έμεινε τίποτα από την πόλη όρθιο».

Ο ποταμός είναι ο Έλβας. Ο διευθυντής του ιδρύματος έβγαλε λόγο για την επέτειο και μίλησε «για τον ποταμό που έβραζε, και που λέει ότι εκείνοι που πέσανε στον ποταμό, για να γλυτώσουνε από τη φωτιά, γίνανε βραστοί».

Το δεκατετράχρονο κορίτσι δεν μπορεί να φάει και ρωτά τη μαγείρισσα: «Γιατί γίνεται γιορτή σήμερα, αφού οι άνθρωποι γίνανε βραστοί;»

Και η μαγείρισσα απαντά: «Πρέπει να γιορτάζουμε αφού δεν μπορούμε να τα ξεχάσουμε».

Η Δρέσδη μετά τους βομβαρδισμούς το Φλεβάρη 1945 (Πηγή φωτογραφίας εδώ)
Πολλοί είπαν πως το βιβλίο αυτό της Έρπενμπεκ είναι μια παραβολή για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Νομίζω πως ο παραπάνω διάλογος είναι σίγουρα μια αλληγορία για το δράμα της χώρας αυτής, τουλάχιστον στα μάτια και στην καρδιά της συγγραφέα, που γεννήθηκε πολύ μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, ζει όμως τη χώρα αυτή πριν και μετά την πτώση του Τείχους και την αφομοίωσή της από τη Δυτική Γερμανία (με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει γενικά, αλλά κυρίως για την ίδια).

Ο χρόνος, οι μνήμες και η λήθη φαίνεται ν’ απασχολούν τη συγγραφέα. Λέει σε κάποιο σημείο:
«... το κορίτσι καταλαβαίνει ότι έχει κάνει λάθος στο χρόνο της μέρας. Δεν είναι καθόλου πρωί, είναι βράδυ. Σαν τυφλή έπεσε πάνω στο χρόνο...».

Κι όταν το κορίτσι αναπολεί τα Σάββατα στο σχολείο και «κρατιέται απ’ την ανάμνηση του αδειάσματος των ερμαρίων», της μένει το «κάθε Σάββατο», που «συμβολίζει την τάξη και τον κανόνα, ότι ξέρει κανείς τί να κάνει, τί να περιμένει, κι ότι ξέρει κανείς τί είναι».

Τί άλλο θα μπορούσε να γράψει για να θεωρηθεί πικρή αλληγορία από την ερμηνεία που δίνει για το κορίτσι που προσπαθεί να θυμηθεί και που «φαίνεται σαν να ΄χει χάσει μαζί με την ανάμνηση για κείνο που πρέπει να είναι. Έχει την εντύπωση ότι είναι σαν κάποιον που συρρικνώθηκε, σαν κάποιον που συρρικνώθηκε μέσα στο χρόνο σαν μέσα σε φωτιά, κι είναι τώρα ένα κομματάκι σε κάποιο ίδρυμα για παιδιά». Το παιδί βρίσκεται στο νοσοκομείο, οι συμμαθητές του δεν έρχονται να το δούν, κι αυτό νιώθει «πεταμένο έξω απ’ το χρόνο».

Ο μεταφραστής, Αλέξανδρος Κυπριώτης, μεταφέρει στο επίμετρο την άποψη που υπάρχει για το βιβλίο ότι πρόκειται για παραβολή – ιστορία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας – και για «απάντηση στην καρατομημένη νοσταλγία που επινόησαν οι Δυτικοθρεμμένοι ειδικοί και η βιομηχανία του μάρκετινγκ». Και συνεχίζει:

«Η Τζέννυ Έρπενμπεκ μοιάζει να υπερασπίζεται πεισματικά τη γοητεία του τερατώδους, δεν ωραιοποιεί το παρελθόν, αλλά ούτε το αποποιείται, το απογυμνώνει, του κατεβάζει το «συλλογικό βρακί» και το καταθέτει ως προσωπική εμπειρία, ως βιωμένο παρελθόν, ως μία καταδικασμένη εκ των προτέρων αντίσταση, που πέρα από την πρώτη ανάγνωσή της αντιστέκεται σ’ αυτό ακριβώς  που φαίνεται να ιστορεί: τη λήθη».

Είναι μια ιστορία αντίστασης στη λήθη για κομμάτια της ιστορίας του 20ου αιώνα πεταμένα έξω από το χρόνο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τον καθένα...

Και η Δρέσδη ένα τέτοιο κομμάτι είναι... 

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Της Κρήτης ο χαλασμός, του Μανόλη Σκλάβου


Από τα πιο ενδιαφέροντα διαβάσματα της περασμένης χρονιάς ήταν το βιβλίο "Της Κρήτης ο χαλασμός" του Μανόλη Σκλάβου που επιμελήθηκε η Τασούλα Μαρκομιχελάκη και εξέδωσε το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του ΑΠΘ στη σειρά "Παλαιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας". Πρόκειται για ένα δημώδες ποίημα, που αναφέρεται στον ισχυρό σεισμό του 1508, έντασης 7,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, που είχε επίκεντρο τον Χάντακα. Έχει ενδιαφέρον ότι η Μαρκομιχελάκη, πέρα από το ίδιο το ποίημα το οποίο παρουσιάζεται σε αντικρυστές σελίδες στην αρχική του μορφή και σε μεταφρασμένη, κάνει και μια εξαιρετικά κατατοπιστική παρουσίαση του γεγονότος με ιστορικά και άλλα στοιχεία και με πολλές αναφορές σε άλλες πηγές σχετικά με το σεισμό εκείνο αλλά και άλλους ισχυρούς σεισμούς που έχουν πλήξει το νησί. Επίσης, παρουσιάζει στοιχεία για την πόλη του Χάνδακα, καθώς και στοιχεία για το ιστορικό του ίδιου του ποιήματος και την τύχη του πρωτοτύπου και των αντιγράφων του.

Το ποίημα, όπως μας πληροφορεί η επιμελήτρια, πρέπει να γράφτηκε το καλοκαίρι του 1508 (ο σεισμός έγινε στις 29 Μαϊου). Είναι γραμμένο στο κρητικό ιδίωμα της εποχής με επιρροές ακόμη από την υστερομηνωική δημώδη ποίηση, σε ομοιοκατάληκτο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Με την ευκαιρία, μας δίνει πληροφορίες για την ομοιοκαταληξία και τα σχήματα λόγου που χρησιμοποιούνται, σε σχέση με ιστορικά στοιχεία και με άλλα έργα. [Εδώ αξίζει κανείς να ανατρέξει στην ενδιαφέρουσα ανακοίνωση της Μ. Κοξαράκη "Ερωτόκριτος: Αφετηρία ή σταθμός της μαντιν(ι)άδας;" στο Συνέδριο του Δήμου Σητείας 2015 "Ψηλαφίζοντας τον γραπτό και προφορικό λόγο στην Ανατολική Κρήτη"].


Η πρώτη σελίδα του ποιήματος από το μοναδικό χειρόγραφο αντίγραφο του κώδικα της Βιέννης αρ. 244
Στη συνέχεια, μας δίνει πληροφορίες για τον ίδιο το συγγραφέα του ποιήματος, για τις επιστημονικές του γνώσεις και για τη σχέση του με τα εκκλησιαστικά.  Σύμφωνα με ενδείξεις, ο Σκλάβος πρέπει να ήταν "ουνίτης", δηλαδή "ενωτικός", δηλαδή να υποστήριζε την ένωση των εκκλησιών. Μας περιγράφει εκκλησίες του Χάνδακα, που ακόμα υπάρχουν ή δεν υπάρχουν στο σημερινό Ηράκλειο, μας μιλά για εκκλησιαστικά κείμενα, για αγιογραφίες, για θρησκευτικές και κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής. 

Μας μιλά ακόμη και για τη μέτρηση του χρόνου, βρίσκοντας αφορμή από τον στίχο του ποιήματος  που αναφέρεται στη στιγμή του σεισμού, ερμηνεύοντας το ημερολόγιο (Ιουλιανό) της εποχής:

Εις ώρες δύο της νυκτός, ο κύκλος του ηλίου
έτρεχεν τότες δεκαφτά, κι έξι του φεγγαρίου,
κι ήτον θεμέλιον 'κοσιοκτώ, και πρώτη με τον δρόμο,
όντεν ο Θεός με τον σεισμόν μας έστειλεν τον τρόμον...


Αλληγορική απεικόνιση του Χάνδακα από χάρτη του 1625

Πολύ ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία που δίνει για την πόλη του Χάνδακα με τα μέγαρα, τα ανάκτορα, τις εκκλησίες, τις λιτανείες, τις συνοικίες, τα τείχη, τη διοίκηση, αλλά και για όλο το νησί, για τους επιδρομείς, για τη σχέση με την Πόλη, με τη Βενετία και με άλλα νησιά, για το κρητικό κρασί και τις αγορές της Ευρώπης.

Ας παραθέσω εδώ λίγα αποσπάσματα (στο πρωτότυπο κείμενο):

Κρήτης, 'πο 'σεν εξέβηκεν στον κόσμο όλη η φρόνα
και τα ρηγάτα ετίμησες με την διπλήν κορόνα,
διατί βαστάς βασιλικό σημάδι στο κεφάλι,
την Πόλην και τον Γαλατάν εμόρφιζες στα κάλλη.
Κρήτης, η Ρόδο εθλίβηκε, της Χιος εκακοφάνη
τ' ανόλπιστόν σου το κακόν, και από τον νουν τους βγάνει
να πέσουν τα παλάτια σου, που 'σαν τιμή κι εκείνα,
και απάνου σ' όλα τα νησιά ευρίσκεσουν ρηγίνα...
.....................................................................................
Πενήντα σώνουν κι εκατό δίστιχα πρικαμένα,
της Κρήτης η αθιβολή, τα παραπονεμένα.
Μανόλης Σκλάβος με σπουδή και με μεγάλον κόπον
τούτα τα δίστιχα έβγαλα δια θρήνον των ανθρώπων.
Ως εδαπά τελειώνουνται μισό και κιντινάρι
τα βέρσια τούτα πόκαμα με του Θεού την χάρην.

Δόξα τω Θεώ τω εν Τριάδι υμνουμένω.
Τέλος Της Κρήτης ο χαλασμός, και πάλι τέλος.