Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Το βλέμμα γύρω, και καλή καλύτερη χρονιά!




Το βλέμμα γύρω

Μεγάλες ώρες της γης που αποδημούνε

Σε δευτερόλεπτα των χωραφιών.

Εδώ χτύπος του ρολογιού κανένας.

Κανένα έμφυτο ωράριο.

Οι λόφοι, τα βουνά δείχνουν δώδεκα.

Ο κάμπος αθέριστο μεσημέρι.

Μα τα χνάρια από τις πατημασιές στα ουράνια

Δείχνουν πως τρέχει να γλιτώσει τη δίκη του

Ο Μεσσίας.

(της Δήμητρας Χριστοδούλου, από τη συλλογή "Λιμός", Νεφέλη 2007)



Καλή, καλύτερη χρονιά!

--------------------------------

Σημείωση: Την ιδέα για την εικόνα με τα ρόδια την πήρα από τη σχετική ανάρτηση της διαδικτυακής φίλης Βιβής Γ.  (Λέσχη ανάγνωσης του Degas), ενώ τη συγκεκριμένη εικόνα με τα ρόδια του Χρήστου Μποκόρου την αντέγραψα από ανάρτηση της Ειρήνης Συκά εδώ).

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Το καντήλι της Ουμ Χασίμ, του Γιάχια Χάκι




Διάβασα τη χρονιά που φεύγει ένα ενδιαφέρον βιβλίο γραμμένο από τον άγνωστο - σε μένα τουλάχιστον - Αιγύπτιο συγγραφέα Γιάχια Χάκι. Πρόκειται για "Το καντήλι της Ουμ Χασίμ" (Μαϊστρος, 2015), σε μετάφραση από τα αραβικά Ελένης Καπετανάκη. Η μεταφράστρια δίνει επίσης πολύ χρήσιμες πληροφορίες για αρκετά σημεία του έργου με σχόλια και επεξηγήσεις στο τέλος, καθώς και για τον συγγραφέα στο Επίμετρο.

Ο Γιάχια Χάκι (1905-1992) γεννήθηκε στο Κάιρο από γονείς τουρκικής καταγωγής, των οποίων μάλιστα οι πρόγονοι είχαν μεταναστεύσει στην Ελλάδα από την Τουρκία, ενώ ο παππούς του συγγραφέα είχε μεταναστεύσει στην Αίγυπτο στις αρχές του 19ου αιώνα.

Σπούδασε νομικά, εργάστηκε αρχικά ως δικηγόρος στην Αλεξάνδρεια, στη συνέχεια έγινε διπλωμάτης και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μετατέθηκε στο Παρίσι όπου και γνώρισε τη δεύτερη γυναίκα του, μια γαλλίδα ζωγράφο. Για το λόγο αυτό, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το διπλωματικό σώμα και επέστρεψε στην Αίγυπτο όπου ασχολήθηκε με τα γράμματα. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους των γραμμάτων στη χώρα του, οι οποίοι, μαζί με τον Μαχφούζ και άλλους, συνέβαλαν στη λογοτεχνική αναγέννηση της Αιγύπτου. Διετέλεσε διευθυντής του φιλολογικού τμήματος του Εθνικού Οργανισμού Βιβλίου, σύμβουλος της Εθνικής βιβλιοθήκης και εκδότης φιλολογικού περιοδικού (το οποίο απαγορεύτηκε από τον Νάσερ).

Κύριο στοιχείο γύρω από το οποίο πλέκεται η ιστορία στο Καντήλι της Ουμ Χασίμ είναι ο ρόλος του Ισλάμ ως θρησκεία και ως παράδοση, η δύναμη που έχει ώστε να επηρεάζει, να κατευθύνει και εντέλει να εξουσιάζει τις ζωές των ανθρώπων στην Αίγυπτο. Θα μπορούσα να σημειώσω ότι κύριο στοιχείο είναι η εξουσιαστική δύναμη της παράδοσης γενικά (για οποιαδήποτε θρησκεία), όμως νομίζω ότι ισχυρότερο ακόμη είναι το στοιχείο του Ισλάμ ως θρησκεία που δημιουργεί και επηρεάζει την παράδοση του τόπου με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Το μυθιστόρημα αναφέρεται στο νεαρό Αιγύπτιο Ισμαήλ που στέλνεται από τους γονείς του στην Αγγλία να σπουδάσει Ιατρική. Εκεί, ο Ισμαήλ έρχεται σ' επαφή με τη δυτική κουλτούρα στην οποία προσαρμόζεται, λησμονώντας για μερικά χρόνια τον τόπο και τους δικούς του. Ξέχασε τη συμβουλή που τού 'χε δώσει ο πατέρας του όταν έφευγε:

"Η συμβουλή που έχω να σου δώσω είναι να ζήσεις στα ξένα, όπως ακριβώς θα ζούσες κι εδώ. Να τηρείς το θρήσκευμα και τα καθήκοντά σου... Να προσέχεις να μη σε παρασύρουν οι Ευρωπαίες. Δεν είναι για σένα, ούτε εσύ είσαι γι' αυτές..."

Και γνώρισε την άλλη ζωή, παραστράτησε, μέθυσε, χόρεψε με κορίτσια, απόλαυσε την ομορφιά της φύσης και το ηλιοβασίλεμα, απόκτησε ζωντάνια και αυτοπεποίθηση, "ξεφορτώθηκε τη θρησκευτική πίστη βάζοντας στη θέση της μια δυνατότερη και εντονότερη πίστη στην επιστήμη".

Κάποια στιγμή, επιλέγει να επιστρέψει στην πατρίδα του, έχοντας τα μυαλά του κοσμοπολίτη γιατρού (οφθαλμίατρου) από τη Δύση και νομίζοντας ότι θα καταφέρει, όχι μόνο να επιβιώσει ο ίδιος όπως έκανε και στην Αγγλία, αλλά και να μεταφέρει αυτή την κουλτούρα στον τόπο του.

Βρήκε ανθρώπους και πράγματα τόσο αλλαγμένα! Και τη μάνα του γερασμένη.

"Δεν έχει μείνει ίχνος από την προσωπικότητά της. Είναι μόνο ένα σώμα που συμπεριφέρεται υποτακτικά!"

Έχει πολύ ενδιαφέρον το ξετύλιγμα της ιστορίας και οι εντυπώσεις που δημιουργούνται διαβάζοντάς το. 

Τον πρώτο καιρό νόμιζε πως δεν θα υποχωρούσε απέναντι στις προκαταλήψεις και τις αγυρτείες που συναντούσε στο όνομα τήρησης των θρησκευτικών καθηκόντων.

"Δεν θα υποχωρούσε. Θα κάρφωνε το μαχαίρι του, δίνοντας το χαριστικό χτύπημα στην καρδιά της άγνοιας και της προκατάληψης. Ακόμα κι αν έχανε την ψυχή του".

Και παρακάτω:

"Ξυπνήστε! Ξυπνήστε επιτέλους από το λήθαργο, σταθείτε στα πόδια σας κι ανοίξτε τα μάτια σας! ... Ζείτε μέσα στις προκαταλήψεις, πιστεύετε στα είδωλα, προσκυνάτε τους τάφους και βρίσκετε καταφύγιο στους νεκρούς!"

Πάλεψε να μην απορρίψει την επιστήμη του, το επάγγελμά του, όπως το έμαθε στην Ευρώπη.

"Ποιος δεν γνώριζε τον πολιτισμό και την πρόοδο της Ευρώπης, την υπανάπτυξη, την άγνοια και τις αρρώστιες της Ανατολής; Η Ιστορία μας έχει προσφέρει σοφία κι αυτή η σοφία είναι αδιαμφισβήτητη. Αδύνατον να αρνηθούμε πως είμαστε ένα δέντρο που κάποτε άνθισε και έδωσε καρπούς, ύστερα όμως μαράθηκε".

Αρχικά, ένιωσα κάτι σαν ανακούφιση που ο συγγραφέας εκδήλωνε μια "προοδευτική"  στάση απέναντι στο υπερσυντηρητικό περιβάλλον της πατρίδας του, στη συνέχεια ένιωσα να απογοητεύομαι όταν παρατήρησα μια μεταστροφή και μια υποχρέωση υπακοής του ήρωά του στις συνήθειες και στις παραδόσεις που υπαγορεύονται από τη θρησκεία κυρίως.

Όμως, μήπως ο συγγραφέας αυτό ακριβώς ήθελε να καταδείξει: τη δύναμη που έχει το Ισλάμ στις κοινωνίες αυτές, τη δυσκολία οι άνθρωποι να ξεφύγουν από τις προκαταλήψεις και τον συντηρητισμό που καλλιεργεί η ισλαμική παράδοση και θρησκεία, τον σκοταδισμό που γεννά η προσήλωση σε πεπαλαιωμένες αντιλήψεις; Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα συμπεράσματα τα έβγαλα εγώ ως αναγνώστρια, δεν είμαι όμως σίγουρη αν αυτά ήθελε να πει και ο συγγραφέας ή μήπως θεωρούσε κι αυτός αναπόφευκτη την προσήλωση και την υποταγή τελικά στη δεδομένη κατάσταση.

Σε κάθε περίπτωση αξίζει να διαβαστεί. Έρχεται από έναν άλλο κόσμο, τόσο κοντινό μας γεωγραφικά και τόσο μακρινό μας πολιτισμικά, και μας χρειάζονται τέτοια διαβάσματα που μας βοηθούν να δουλέψουμε πάνω στην κατανόηση της διαφορετικότητας για να προχωρήσουμε, όταν χρειαστεί, και στην αποδοχή της.

Τέλος, θα ήθελα να υπογραμμίσω και την ποιότητα του βιβλίου ως εκδοτικού προϊόντος. Είναι μικρού μεγέθους 156 σελίδων, ιδιαίτερα καλαίσθητο και με χαρακτηριστικές ζωγραφιές στην αρχή κάθε κεφαλαίου. 

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Άνω τελεία, της Κικής Δημουλά

Σε ετοιμότητα


Μου είπες "αύριο θα 'ρθω να σε δω
τι προτιμάς μεσημεράκι ή απόγευμα;"

Όποτε θέλεις σου απάντησα
εμένα μου αρκεί ένα περίπου πότε.
Κι αν στο ζητώ
είναι για να γλιτώνω καύσιμο
χρόνο - δυσεύρετη πλέον πανάκριβη
αυτή η κινητήρια δύναμη - τη σπαταλώ

γιατί περιμένοντάς σε απ' το χάραμα
κρατάω ώρες αναμμένη τη μηχανή
να ξεκινήσω αμέσως μόλις ακουστεί
από μακριά ο ερχομός σου ώστε
στιγμή να μην καθυστερήσω να χαρώ.


Είναι σαν ν' ακούω τη φωνή της μάνας μου. Της το αφιερώνω. Η Κική Δημουλά το αφιερώνει στην κόρη της.

Το παραπάνω ποίημα είναι από την τελευταία ποιητική της συλλογή "Άνω τελεία" (Ίκαρος 2016). Κι εδώ, κυρίαρχα στοιχεία στην ποίησή της είναι 

ο χρόνος, 

Όσο μπορείς, Νεότητα, απόφευγε
την πείρα.
Είναι μια γριά ζηλότυπη, ανέραστη.
Μόνον ο χρόνος ο πολύς
τη γλυκοκοιτάζει...

η μνήμη και η λήθη, 

Πληκτικό.
Πάλι μνήμη πάλι λήθη.
Διαρκώς τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιώ.

Κι ο βίος ο πολυλογάς
σ' αυτές τις δύο λέξεις αρκείται
εντέλει, μνήμη και λήθη...

και οι έννοιες με τις πολλές μεταφορές, συχνά και με ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Θα ήθελα 
κάπως αλλιώς ν' αγαπιούνται τα πράγματα
....................
Θα ήθελα;
Και πού θα κοιμάται η προσποίηση;
αγκαλιά με την αγάπη;

Και βγάζουν μια πικρία τα λόγια της

Και συ λήθεια γιατί λες τόσα ψέματα;
Κι εσύ Ψέμα γιατί δεν αληθεύεις ποτέ;

και μια ίσως προσμονή ή αποδοχή αυτού που δεν μπορούμε ν' αποφύγουμε; Γράφει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, το "Ανω τελεία":

Ναι το έχω ξαναπεί

κι όσο οι λέξεις θα με αφήνουν 
ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω
φωναχτά ότι οι μλέξεις φταίνε
αν όχι για όλα
πάντως για τ' αξεπέραστα

σκέψου τη λέξη "φεύγω"
πόσα "θα μείνω" γκρέμισε
......................
κι αυτά δεν είναι τίποτα
σε σχέση με το αίφνης θα πάψω να μιλώ

όταν διαμιάς θα φύγουν όλες
οι λέξεις από μέσα μου με πρώτη
πρώτη πρώτη απ' όλες τη λέξη Υπάρχω,
..........................


Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Ένας λόγιος σπουργίτης στην Εθνική Βιβλιοθήκη!


Ο λόγιος σπουργίτης

Το τελευταίον ψύχος ηύξησε τους θαμώνας όχι μόνον των καφενείων, αλλά και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Δεν γνωρίζω αν την αναπτυχθείσαν θερμότητα εν τω αναγνωστηρλιω, ή τα φώτα των μελετητών, ζηλεύσας ένας σπουργίτης, εισήλθε και αυτός εις την αίθουσαν.


Κατόπιν ήρχισε να πετά από διαμερίσματος εις διαμέρσμα και να επισκέπτεται τα διάφορα τμήματα της Βιβλιοθήκης, επικαθήμενος δε εις το κατακόρυφον σημείον εκάστης θήκης βιβλίων, να τσιρίζη, εκφράζων βεβαίως ούτω τον θαυμασμόν του διά την καταπληκτικήν πρόοδον των επιστημών και της φιλολογίας εν τη πατρίδι ημών. 

Εις το τμήμα της Θεολογίας μάλιστα ετσίρισε παρατεταμένως και ερρίνως.

Όταν δε έφθασεν εις το τμήμα της Νεοελληνικής φιλολογίας, παρέμεινε και καθήσας επί προεξέχοντος τομιδίου ποιημάτων νεοεβραϊκής εμπνεύσεως εναπέθηκε συμβολικώτατα τον θαυμασμόν του...

Αλλ' η Βιβλιοθήκη ήτο ώρα να κλείση πλέον. Ο γέρων θυρωρός έθεσε τότε εις μίαν γωνίαν ολίγα σκύβαλα και ολίγον νερό δια τον σπουργίτην και απήλθε τελευταίος.

Οίμοι! την επιούσαν, όταν δι' ολίγον ήνοιξεν η Βιβλιοθήκη, διότι επέκειντο αι εορταί, των Χριστουγέννων, ο σπουργίτης κατέκειτο νεκρός πλησίον της τροφής του, την οποίαν ούτε ήγγισε καν.

Ενηργήθη τότε πρόχειρος αυτοψία υπό φοιτητού της ιατρικής, και απεδείχθη ότι ο μσπουργίτης απέθανε διότι ήπιε ... μελάνι.

Ώστε αναμφισβητήτως όπως μυηθή των μυστηρίων της νεωτέρας ποιήσεως είχεν εισέλθη εις την Βιβλιοθήκην ο μαλλιαρώτατος· θελήσας δε να γράψη και αυτός, ερρόφησε τα σκοτεινά της ποιήσεως ταύτης νάματα και δηλητηριασθείς απέθανε.

Κάποιος όμως εκ των παρισταμένων, διιισχυρισθείς ότι απέθανεν απλώς από την πείνα, ανεφώνησε.
- Τι ήθελες, χριστιανέ, νανακατευθής με μελάνια!;

                                                                                                                                   Δ. Γρ. Κ.





Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο αφιερωματικό φύλλο με τίτλο "Χριστούγεννα 1898-1899" της καθημερινής εφημερίδας Εστία (την οποία μέχρι το 1898 διηύθυνε ο Γ. Δροσίνης) και υπογράφεται από τον Δ. Γρ.. Κ. (προφανώς πρόκειται για τον Δημήτριο Καμπούρογλου ή Καμπούρογλους όπως υπέγραφε ο ίδιος, πατρός Γρηγορίου). Το ανέσυρα από την ψηφιακή εφαρμογή Ανέμη της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Πολλά τα μηνύματα από την ιστορία του λόγιου σπουργίτη.

Χρόνια πολλά και καλά!

----------------------------------------------

Σημείωση


Παραθέτω σε εικόνες τις δύο σελίδες από την Εστία, κυρίως για να δείξω όχι μόνο το κείμενο αλλά και όλο το περιεχόμενο, όπου φαίνεται η τέχνη που έβαζαν στο χαρτί για τη δημιουργία του έντυπου. Στις σελίδες ξεχωρίζουν τα διακοσμητικά μοτίβα στην αρχή και στο τέλος κάθε άρθρου, καθώς και τα πλουμιστά πρωτογράμματα στην αρχή κάθε άρθρου. Ήθελε μεράκι και υπομονή, τα είχαν φαίνεται ...

Στο ίδιο φύλλο γίνεται πολλή αναφορά στην Κρήτη, δεδομένου ότι εκείνη την περίοδο λύθηκε (κατά μία έννοια) το Κρητικό ζήτημα, έληξε η πολυετής Κρητική Επανάσταση (με τη συμβολή και του σχετικά νέου ακόμη Ελευθερίου Βενιζέλου), αποχώρησαν οι Τούρκοι και αυτονομήθηκε το νησί (Αυτόνομη Κρητική Πολιτεία), ενώ τον Δεκέμβριο 1898 κατέβηκε στα Χανιά ο πρίγκηπας Γεώργιος ως Ύπατος Αρμοστής Κρήτης. 

Θα ήθελα με την ευκαιρία να κάνω μια παρένθεση αντιγράφοντας μια πρόταση από το βιβλίο "Χανιά 1252-1940" του Γιάννη Τσίβη (έχω την 3η έκδοση του 1993 από τη "Γνώση", επανεκδόθηκε το 2014 από το "Έρεισμα"). Στο κεφάλαιο όπου περιγράφει τα παραπάνω γεγονότα και αφού αναφέρει την πρόταση της Ρωσίας να αυτονομηθεί η Κρήτη και να οριστεί Ύπατος αρμοστής ο οποίος θα διορίζεται από τις 4 Μεγάλες Δυνάμεις (το ... κουαρτέτο της εποχής, βλέπετε η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά συνεχίζεται), στην οποία πρόταση συμφωνούσαν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, καταλήγει:

"Η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία αντέδρασαν με το επιχείρημα πως παραβιάζεται το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που με φανατισμό υποστήριζαν".

Οποιεσδήποτε κρίσεις για την ιστορία που συνεχίζεται επιτρέπονται ... 


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Παραμονή της Γέννησης (Ζωή Καρέλλη)


Νικηφόρου Λύτρα, Κάλαντα (Πηγή)


Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.

«Εν ανθρώποις ευδοκία».
Βγαίνουν οι άνθρωποι,
λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα
που λάμπει ιώδης και μαύρη,
κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.

Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν' ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.

Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.



Παραμονή της Γέννησης. Το πρώτο από τα 4 ομώνυμα ποιήματα  της Ζωής Καρέλλη από τη συλλογή "Πορεία".


Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

"Μόνο ο αέρας ακουγόταν", της Ευγενίας Μπογιάνου



Το νέο βιβλίο της Ευγενίας Μπογιάνου "Μόνο ο αέρας ακουγόταν" (Μεταίχμιο 2016) είναι μια συλλογή διηγημάτων με πρωταγωνιστές άντρες ή γυναίκες, νέες ή ηλικιωμένες, Ελληνίδες ή αλλοδαπές, όλοι και όλες χαρακτήρες με υπαρξιακές ανησυχίες και αμφιβολίες. Δείχνουν να μην έχουν σχέση μεταξύ τους οι ιστορίες των ηρώων που αφηγείται, πηγαίνουν από το ένα κοινωνικό πρόβλημα στο άλλο, ο καμβάς όμως όλων των ιστοριών είναι μία κατάσταση οριακή, μια κατάσταση στα όρια ή κι έξω από τα όρια του κανονικού. Αν είχα να ξεχωρίσω κάποιες έννοιες που διατρέχουν τις ιστορίες της, θα έλεγα ότι είναι ο χρόνος, η ηλικία, η μνήμη, η απώλεια, η απόρριψη.

Η γλώσσα είναι καλή, χωρίς "λάθη". Δεν είναι όλα τα διηγήματα γραμμένα στο ίδιο ύφος. Ίσως να δοκιμάζει το στυλ που της ταιριάζει, ίσως για να καταλήξει σε ιστορία μεγαλύτερης φόρμας; Σπάνια χρησιμοποιεί διαλόγους, η συγγραφέας αφηγείται και περιγράφει. Χρησιμοποιεί σύντομες φράσεις, ο λόγος της συγκεκομμένος, συχνά σκληρός και τολμηρός, αλλά παράλληλα γεμάτος ευαισθησία και ανθρωπιά. Διαβάζεται εύκολα αλλά όχι ευχάριστα, μεταφέρει τον πόνο ή την αγωνία ή την ανασφάλεια των ηρώων αλλά και της ίδιας. Γιατί νιώθεις σα να βασανίζεται και να συμπάσχει με τους ήρωες και τις ηρωίδες της.

Κάποιοι τίτλοι διηγημάτων μαρτυρούν το περιεχόμενο και, φυσικά, τι απασχολεί τη συγγραφέα, όπως ενδεικτικά: "Στέλλα", "Γιορτή στον καταυλισμό", "Από σκιά σε σκιά", "Άνθρωπος σε κλουβί", "Η παρτίδα είναι χαμένη από χέρι", "Η ανάκριση".

Το ίδιο μαρτυρούν και οι στίχοι από ποιήματα που παραθέτει. 'Οπως αυτοί της Τζένης Μαστοράκη:

Βουλιάζουμε ολοένα και πιο βαθιά μέσα μας.
Αποκρυπτογραφούμε τους ήχους της απόλυτης σιγαλιάς
και οι κραυγές των χρωμάτων μας πληγώνουν.

ή του Τάκη Σινόπουλου:

Πες μου λοιπόν, τι φως έχουν τα χέρια σου
και σκοτεινιάζουν έτσι εκείνο που
προστάτευα από σένα και κρατούσα
και ήμουν;

Παρατηρεί τους ανθρώπους, μπαίνει στις αθέατες γωνιές του κόσμου τους και περιγράφει με εκπλητική λεπτομέρεια τις ζωές τους και με περισσή ευαισθησία τις αγωνίες τους (αν και σε ορισμένες περιπτώσεις με ιστορίες προσωπικών υπαρξιακών αγωνιών οι ήρωες μου φαίνονταν υπερβολικοί, ίσως και επηρεασμένη από άλλες που αφορούσαν σοβαρότερα, κατά τη γνώμη μου, κοινωνικά προβλήματα).

Ξεχώρισα το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο της συλλογής "Μόνο ο αέρας ακουγόταν". Είναι η ιστορία της Μαρίας, έτσι τη λένε τώρα, ποιος ξέρει πώς τη βάφτισαν. (Και κάνω τις δικές μου σκέψεις: Όπως η Ντίνα από τη Βουλγαρία που όμως είναι Μπίνκα, άραγε ο Αντώνης από την Αλβανία, η Αγνή από την Πολωνία, η Ελένη από τη Ρωσία πώς βαφτίστηκαν; Ρώτησα ποτέ; Κι αν ρώτησα, μήπως το συγκράτησα;)

Η ιστορία της Μαρίας που παλεύει με νέο όνομα, στον καινούργιο τόπο, στον άγνωστο ουρανό:

"... Είμαι σαράντα χρονών. Σαράντα χρόνια στην πλάτη μου. Σαράντα ασήκωτα χρόνια. Με λένε...

Αλλά δεν έχει σημασία πώς με λένε. Εδώ με φωνάζουν Μαρία. Τους έρχεται πιο εύκολο. Τους αρέσει κιόλας. Τους φέρνει στο μυαλό κάτο μοικείο. Αυτό είναι το όνομά μου, Μαρία...
............
Ξεσκατώνω παιδιά. Άλλ απαιδιά. Ξένα. Τα δικά μου...
Όχι, δεν θα μιλήσω για τα δικά ξμου.
Άλλωστε θα ήταν...
...............
Και οι γέροι. Α ναι, εκτός από παιδιά ξεσκατίζω και γέρους. Τους γέρους τους. Τις μανάδες και τους πατεράδες τους.
Ξεκίνησα αποκει για να 'ρθω εδώ. Δεν ήξερα τι με περίμενε. Αυτό που ήξερα ήταν πως έπρεπε να φύγω αποκεί. Αν μέναμε εκεί δεν... Όμως, αν φεύγαμε, μπορεί και να..."

Άλλο ένα έργο μέσα στην κρίση για την κρίση; Σε μια συζήτηση λέσχης ανάγνωσης πρόσφατα, έγινε συζήτηση αν μπορεί και αν πρέπει αυτό να γίνεται. Γιατί να μην πρέπει και να μην μπορεί, αναρωτήθηκα. Η κρίση, μου απάντησαν, θέλει χρόνο για να την περιγράψεις. Μα η λογοτεχνία, είπα, δεν είναι ιστορία. Ο λογοτέχνης γράφει (και) αυτά (και κυρίως αυτά, θα έλεγα) που βλέπει και νιώθει μπροστά του. Μα αυτή είναι άλλη κρίση, πιο σοβαρή, μου ξαναείπαν.

Και φυσικά δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε σε αυτό. Και φυστικά, δεν είναι μόνο ο Καρκαβίτσας και ο Παπαδιαμάντης και τόσοι άλλοι, που έγραφαν για τις κρίσεις της εποχής που ζούσαν. Και μην ξεχάσουμε παρακαλώ τον "Κύριο Πρόεδρο" του Γεράσιμου Βώκου, ένα όχι ιδιαίτερα σπουδαίο - λογοτεχνικά - έργο, πολύ σημαντικό όμως ως προς την σκιαγράφηση καταστάσεων της εποχής του (γράφτηκε επί Χαριλάου Τρικούπη, όχι ότι δεν είχαμε και τότε κρίση που ... "δυστυχώς επτωχεύσαμεν" ...) και παρακαλώ αξίζει να το διαβάσετε για να βρείτε κακοδαιμονίες που χρόνισαν στον τόπο μας. (Κλείνει η παρένθεση.)

Η Μπογιάνου γράφει για την κρίση, όχι μόνο για την ελληνική κρίση. Γράφει για την κρίση στην εποχή μας, για τη φτώχεια, τους πολέμους, την προσφυγιά. Και λέει με τα λόγια του Σεφέρη από το Ημερολόγιο καταστρώματος, Β':

"Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά".

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Ο Βασιλιάς των Ονείρων πάει θέατρο στα Χανιά



Πριν από ένα χρόνο γράψαμε για τον Βασιλιά των Ονείρων, το όμορφο παιδικό παραμύθι της Ευδοκίας Σκορδαλά-Κακατσάκη που φέρνει στα παιδιά την ιδέα της πάλης του καλού με το κακό. Με τον καλό Βασιλιά των Ονείρων που ζει στην Ονειρούπολη και κρατά το κλειδί της ασημένιας βρύσης για να τρέχουν όμορφα όνειρα όταν την ανοίγει κάθε βράδυ  και με τον Μαύρο Καβαλάρη που ήθελε ν' αρπάξει το κλειδί και...



Και η παράσταση αρχίζει! Μια όμορφη παιδική παράσταση ανέβηκε αυτές τις μέρες στα Χανιά, 17-18/12 στο Πνευματικό Κέντρο και αύριο 21/12 στο 7ο Γυμνάσιο, από το Σύλλογο Φίλων Θεάτρου Χανίων, με υποστήριξη και στήριξη της Αντιπεριφέρειας Χανίων. 





Είδα κι εγώ την παράσταση του Σαββάτου με τον εγγονό μου (ο οποίος έχει "διαβάσει" το βιβλίο και περίμενε να δει την ασημένια βρύση, εντυπωσιάστηκε όμως πολύ και από τον Μαύρο Καβαλάρη όταν μπήκε στη σκηνή πάνω σ΄ ένα όμορφο άλογο, μια όντως εντυπωσιακή στιγμή). Εντυπωσιάστηκα από τη μεγάλη προσέλευση παιδιών με τους γονείς (ή και γιαγιάδες φυσικά), είχε γεμίσει η μεγάλη αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου, είχε γεμίσει ο εξώστης, είχαν γεμίσει τα σκαλάκια των διαδρόμων και ακόμα υπήρχαν πάρα πολλοί όρθιοι. 

Και εντυπωσιάστηκα επίσης από τη ζωηρή συμμετοχή των παιδιών, την τόση ανταπόκριση σε μια πραγματικά όμορφη παράσταση, ευρηματική σε πολλά σημεία (ο Καβαλάρης πάνω στο μαύρο άλογο, τα πουλιά που χορεύουν και τραγουδούν, η ασημένια βρύση  κ.ά.), ο μικρός μου χειροκροτούσε συνέχεια ακολουθώντας τα μεγαλύτερα παιδιά, κουβέντιαζε πάνω στο έργο φωναχτά (ενοχλούσε και μια μαμά μπροστά, εμείς πάντως δεν βγάλαμε το μπολάκι με τα μπισκότα την ώρα της παράστασης, όπως έκανε εκείνη για τα παιδιά που συνόδευε ... να πούμε και την κακία μας εν είδει παρατήρησης) και αναζητούσε, λοιπόν, ο μικρός δυομισάρης το άλογο όταν πια δεν είχε ρόλο στη σκηνή και το είχαν απομακρύνει... 


Η είσοδος στο θέατρο ήταν ελεύθερη, όμως υπήρχε η σύσταση να φέρουν τρόφιμα και φάρμακα για την ενίσχυση του Κοινωνικού Παντοπωλείου της Αντιπεριφέρειας και του Κοινωνικού Ιατρείου Φαρμακείου Αλληλεγγύης Χανίων. Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη.



Ήταν μια όμορφη εκδήλωση. Μπράβο στη συγγραφέα, την ακάματη Ευδοκία και μπράβο σε όλους τους συντελεστές της παράστασης. Αξίζουν τέτοιες πρωτοβουλίες.

-----------------------------
Σημ. Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι από τη σελίδα της Αθηνάς Μανωλικάκη στο Facebook, όπου υπάρχουν πολλές ακόμη. Τα ονόματα όλων των συντελεστών και άλλες πληροφορίες για την παράσταση ενδεικτικά εδώ και εδώ και εδώ.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Το παγοδρόμιο, του Ρομπέρτο Μπολάνιο



Το Παγοδρόμιο του Ρομπέρτο Μπολάνιο (Άγρα 2016) είναι από τα βιβλία που διάβασα μέσα σε λίγες μέρες. Ιδιαίτερη γραφή, ενδιαφέρουσα πλοκή, με συνεχή ροή καταστάσεων και γεγονότων που σε κάνουν να θέλεις να δεις αμέσως το παρακάτω. Τρεις οι πλευρές της αφήγησης, τρεις οι κύριοι πρωταγωνιστές, που τα ονόματά τους δίνουν εναλλάξ και στους τίτλους των κεφαλαίων και που ο αναγνώστης / η αναγνώστρια περιμένουν κάθε φορά να διαβάσουν τη δικιά τους εκδοχή στην ιστορία. 

Έρχονται και ξανάρχονται οι αφηγητές στα κεφάλαια, μάλλον καλύτερα οι εκδοχές των αφηγητών, και μεις περιμένουμε, συχνά μάλιστα αγωνιούμε, να διαβάσουμε ποια είναι η πλευρά, η εκδοχή του Ρέμο Μοράν ή του Γασπάρ Ερέδια ή του Ενρίκ Ροσκέγιες. Χιλιανός συγγραφέας ο πρώτος, Μεξικανός ποιητής, χωρίς χαρτιά (παράνομος δηλαδή) στην Ισπανία ο δεύτερος, δημοτικός υπάλληλος ο τρίτος που τάχει καλά με τη γυναίκα του δημάρχου την Πιλάρ. 

Αλλά, δεν πρωταγωνιστούν μόνο αυτοί οι τρεις άντρες, η ιστορία εξελίσσεται γύρω από τρεις επίσης γυναικείες φιγούρες. Είναι η Νούρια, η όμορφη αθλήτρια του πατινάζ που για χάρη της φτιάχνει το παγοδρόμιο ο Ενρίκ, η Κάρμεν, κάποτε τραγουδίστρια της όπερας, τώρα ζητιάνα και άστεγη και η νεαρή Καριδάδ χαμένη στον κόσμο της. Χαμένος στον κόσμο του είναι και ο Φαντάρος, που αν και στην αρχή δεν φαίνεται να πρωταγωνιστεί, τελικά ο ρόλος του θα αποδειχτεί απρόσμενα καθοριστικός.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια παραλιακή τουριστική κωμόπολη της Καταλονίας. Λεπτομερείς περιγραφές διαδρομών, αισθημάτων και καταστάσεων, θαρρείς και ο συγγραφέας γνώριζε τον τόπο και τους ανθρώπους που επινοεί. Άνθρωποι στην άκρη του τίποτα ή του πουθενά. Πλοκή που δεν σε αφήνει να το εγκαταλείψεις. Από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τη χρονιά αυτή.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Από τα πηγάδια της μνήμης πόσα βγαίνουν!



"Όσο περνούν τα χρόνια και επέρχεται το βαθύ γήρας, τόσο πιο έντονα αισθάνομαι ότι εντός μου υπάρχουν δύο πηγάδια μνήμης: το ένα, θα το ονόμαζα της «Ζωής». Περιέχει σκηνές, έντονες εικόνες και ακούσματα. Ξάφνου, όπως μια στιγμιαία αναλαμπή μες το σκοτάδι,, αναδύονται από τα έγκατα του πηγαδιού αυτού, ως εάν το σύνορο ανάμεσα στο παιδί και τη γραία να μην υπήρχε, διαυγή και ατόφια θαμμένα θραύσματα από εικόνες και ακούσματα. 12 χρονών: στην πλατεία Αγάμων. Το φοβερό συναίσθημα της ωμής βίας: δύο άντρες κρεμασμένοι από τους φανοστάτες.14 χρονών, εκεί, στην ίδια πλατεία, το πρωτοφανέρωτο συναίσθημα του επαναστατικού ενθουσιασμού: οι αντάρτες μας με τα φυσεκλίκια τους, καλπάζουν πάνω στα άλογα, έρχονται, λευτερώθηκε η Αθήνα μας…

Κι ακόμα, ένα παράδειγμα από τα κοιτάσματα της πεζής καθημερινότητας: στα καλά καθούμενα, καθώς κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση μασουλώντας ένα σύκο, αρχίζω νοερά να απαγγέλω: «ανεβαίνω στη συκιά και πατώ στην καρυδιά και φωνάζω κούι-κούι και κανένας δεν μ’ ακούει. Κι ώσπου να φτάσει η μάνα μου και η σκύλα η αδελφή μου, επρόφτασεν ο χάροντας και πήρε την ψυχή μου»! «Πότε ήταν; Ήταν εκείνη τη φορά, ή μια άλλη φορά;». Φύρδην-μίγδην, εκεί, στο αταξινόμητο αρχείο της μνήμης και της λήθης, το «άκουσμα» αυτό, παρέμενε ανέπαφο!..."

Έτσι ξεκίνησε η Τζένη Πολίτη την ομιλία της στην εκδήλωση που έγινε τον Νοέμβριο στην Αθήνα για την παρουσίαση του συλλογικού έργου "Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης και η μεταπολεμική αριστερή διανόηση" (επιμέλεια Κώστα Βούλγαρη και Γιάννη Παππά, εκδόσεις Διαπολιτισμός 2016). Τα πηγάδια της μνήμης ήταν ο τίτλος της ομιλίας και σκαλίζοντας τη μνήμη της, ξεκινώντας από το If του Αναγνωστάκη πέρασε από το Άν του Κίπλινγκ για να φτάσει στην παρωδία του Βάρναλη και να καταλήξει στο Γιατρό Ινεότη του Χειμωνά! Έτσι, μέσα από ένα ντόμινο ανάγνωσης (όπως έχω ονοματίσει αυτές τις διακειμενικές δρασκελιές), μας φέρνει με τον όμορφο λόγο της στον κόσμο της μνήμης και του πολιτισμού της η πολύ καλή φιλόλογος (που ο λόγος της πάντα μου αρέσει και τη διαβάζω κι ας μην είμαι φιλόλογος η ίδια). 

Στο βιβλίο, το κείμενό της έχει τον τίτλο "Αναζητώντας το κλειδί", κι εκεί παίζει με το κλειδί για να φτιάξει ακόμη ένα ντόμινο. Και από το ποίημα Εκεί του Αναγνωστάκη

"Εκεί θα τα βρεις .

Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ θα το πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
....
Θ΄αφήσεις να κυλίσει στον υπόνομο
Βαθιά-βαθιά μες στα πυκνά νερά"


έρχεται στον Μίλτο Σαχτούρη και στη συλλογή του "Με το πρόσωπο στον τοίχο"

"Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, 
αλλά ο καλλίτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας"

και φτάνει στην "Ιστορία των Μεταμορφώσεων" του Γιάννη Πάνου

"Κλείδωσα το κιβώτιο και το έσπρωξα βαθιά κάτω από τα ξύλα του κρεβατιού. Ύστερα, άφησα το κλειδί να γλιστρήσει σε μια σχισμή του τοίχου ανάμεσα στις πέτρες που το κατάπιαν ως τα θεμέλια... Πέρασε ποτέ από το νου σου πως ίσως κατά βάθος να ήμουν ποιητής;"

(Κι εγώ, συνεχίζοντας εκεί που το άφησε, θα θυμηθώ την Remington του Γιάννη Πάνου).

Αλλά, ας γυρίσουμε στο ίδιο το βιβλίο. Περιέχει 14 κείμενα για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τα οποία έχουν πολύ ενδιαφέρον, αναφερόμενα σε στοιχεία από τη ζωή και την προσωπικότητα του ποιητή. Ξεχωρίζω, πέρα από το κείμενο της Τζίνας Πολίτη, χωρίς να υποβαθμίζω και τα υπόλοιπα, το κείμενο της Άντειας Φραντζή με τίτλο "Ο θείος Λένον και ο Ανώνυμος: σημειώσεις στο περιθώριο". Επίσης, πολύ ενδιαφέρον είναι το επίμετρο από τον Κώστα Χριστόπουλο "Ιδεολογία και αισθητική στους αριστερούς καλλιτέχνες" με αναφορά στο παράδειγμα του χαράκτη Τάσσου, αλλά και με πολλές αναφορές σε έννοιες όπως πατριωτικιή αριστερά, μεσσιανισμός, Ρωμιοσύνη, ελληνικότητα και σε πρόσωπα όπως Σβορώνος, Αυγέρης, Γληνός, Ζντάνοφ, Λεοντάρης, Κόντογλου κ.ά. 

Παραθέτω παρακάτω τα ποιήματα τα οποία ανασκάλισε από τα πηγάδια της μνήμης της η Τζίνα Πολίτη στην ομιλία της, ξεκινώντας από το If του Μανόλη Αναγνωστάκη.

If...

                                         του Μανόλη Αναγνωστάκη

Αν — λέω αν…Αν όλα δε συνέβαιναν τόσο νωρίςΗ αποβολή σου απ’ το Γυμνάσιο στην Ε΄ τάξη,Μετά ΧαϊδάριΑϊ-ΣτράτηςΜακρονήσιΙτζεδίν,
Αν στα 42 σου δεν ήσουν με σπονδυλαρθρίτιδαΎστερα από τα είκοσι χρόνια της φυλακήςΜε δύο διαγραφές στην πλάτη σου, μια δήλωσηΑποκηρύξεως όταν σ’ απομονώσαν στο ΨυχιατρείοΑν —σήμερα λογιστής σ’ ένα κατάστημα εδωδίμων—
Άχρηστος πια για όλους, στυμμένο λεμόνι,Ξοφλημένη περίπτωση, με ιδέες από καιρό ξεπερασμένες,Αν — λέω αν…Με λίγη καλή θέληση ερχόνταν όλα κάπως διαφορετικάΉ από μια τυχαία σύμπτωση, όπως σε τόσους και τόσους
Συμμαθητές, φίλους, συντρόφους — δε λέω αβρόχοις ποσίΑλλά αν…
(Φτάνει. Μ’ αυτά δε γράφονται τα ποιήματα. Μην επιμένεις.Άλλον αέρα θέλουν για ν’ αρέσουν, άλλη «μετουσίωση».
Το παραρίξαμε στη θεματογραφία).

Άν μπορείς...

                                                         του Κίπλινγκ

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να 'χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να 'σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν' αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,
ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ' το ψέμα
κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,
κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,
αν μπορείς να υποφέρεις ν' ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,
στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,
ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,
κι αφού σκύψεις, ν' αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ' αγαθά και τα κέρδη σου όλα,
κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις
και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ' την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,
και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,
κι αν μπορείς ν' αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,
να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,
και ν' αντέξεις σ' αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα 'χεις
άλλο εξόν απ' τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,
ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,
κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,
τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ' άλλον,
αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας
στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,
τότε θα 'ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,
και —περισσότερο ακόμα— θε να 'σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.




Αν μπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι
σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη·
αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν·
αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων·
κι αν το κακό, που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις
κι αν σ' όσα ψέματα σου λεν με πιότερ' απανταίνεις·
κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε
κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.

Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις
κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο·
το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις
το νικητή, μα και τους δυο ξετσίπωτα προδίνεις·
αν ό,τι γράφεις κι ό,τι λες, το ξαναλέν κι οι άλλοι
γι' αληθινό - να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη·
αν λόγια κι έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας
τα διαβολοσκορπά κι εσύ ξαναμολάς καινούριον.

Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα
και την πατρίδα σου κορώνα γράμματα να παίζεις·
κι αν να πλερώνεις την πεντάρα, που χρωστάς, αρνιέσαι
και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο το 'χεις·
αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις
γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν' αποδίδουν·
αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος
κι όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός!» εσύ φωνάζεις «πίσω!»

Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυο λυγάς στη μέση·
κι αν μήτε φίλους μήτ' εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις
και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,
δικιά σου θα 'ναι τούτ' η Γης μ' όλα τα κάλλη που 'χει
κι έξοχος θα 'σαι Κύριος, αλλ' Ανθρωπος δε θα'σαι!


Και ας μου επιτραπεί να σκαλίσω ακόμη παραπέρα, αναζητώντας εγώ στον Καβάφη λίγα λόγια:



Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον

όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική. 


Από τα πηγάδια της μνήμης μας πόσα βγαίνουν...

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Ένα όμορφο παιχνίδι μνήμης η έκθεση στα Χανιά με κινηματογραφικές αφίσες από τη συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου




Μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση πραγματοποιείται αυτό τον καιρό στα Χανιά, στη Δημοτική Πινακοθήκη της πόλης. Πρόκειται για πρωτότυπες κινηματογραφικές αφίσες 1950-2000 από την πλούσια συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου. Ο Κακάρογλου, πέρα από καλός ποιητής, είναι λάτρης και γνώστης των κινηματογραφικών πραγμάτων και συλλέκτης αφισών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν το υλικό για ένα μουσείο στην πόλη μας. (Για να περιγράψω καλύτερα τις ιδιότητες του Λεωνίδα, θα πρέπει να πω ότι είναι πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, ενώ εκ παραλλήλου ασχολείται συστηματικά με τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο).





Η συλλογή του είναι πολύ μεγάλη, ήδη εκτίθεται σημαντικός αριθμός αφισών στους τρεις ορόφους της Πινακοθήκης (κτίριο-στολίδι για την πόλη και χώρος σημαντικών καλλιτεχνικών δρώμενων). Όπως λέει ο ίδιο στο συνοδευτικό φυλλάδιο της έκθεσης:

"Απ' ότι έμεινε από παλιές συναντήσεις, από ερειπωμένους κινηματογράφους, από ανήλιαγες αποθήκες, από παλαιοπωλεία κινηματογραφικών ενθυμίων, τις μάζεψα, τις έκρυψα όπως παιδιά τ' αγαπημένα τους παιχνίδια και τώρα που ο χρόνος το ζήτησε, μερικές απ' αυτές ντυμένες στα καλά τους με φώτα και μουσικές σας τις παρουσιάζω".

Χρόνος διάφανος ο τίτλος της έκθεσης, ο χρόνος περνάει διάφανος μέσα από τις εικόνες που μας δίνουν οι αφίσες και μας φέρνουν μνήμες. Δύσκολο αυτό το παιχνίδι με τη μνήμη, το πιο δύσκολο λέει ο Λεωνίδας.

Έτσι ορίζει και τις εποχές, με τις μνήμες από αγαπημένες του ταινίες:

Χειμώνας: Η νύχτα μου στης Μωντ.
Άνοιξη: Τζόνι Γκιταρ
Καλοκαίρι: Τρελός Πιερό
Φθινόπωρο: Αντρέι Ρουμπλιώφ

Εξάλλου, ο χρόνος και η μνήμη διαπερνά όλο το έργο του Λεωνίδα Κακάρογλου. Γι' αυτό και οι αφίσες έρχονται "την ανάσα τους να προσθέσουν στη σιωπή που τη μνήμη μας αδιάκοπα πολιορκεί..."

Και λέει σ' ένα ποίημα:

Βουβή ταινία η μνήμη
Μιλιές που δεν ακούγονται
Λόγια που χάνονται στη σιωπή
Κι ένα γκρίζο φως που όλα τα σκεπάζει

Κάπου κάπου μια μουσική παράταιρη
Διακόπτει τη γαλήνη

("Βουβή ταινία", από την ποιητική συλλογή "Η συνήθεια των ημερολογίων", Πλέθρον 1995).

Ας απολαύσουμε, λοιπόν, τις εικόνες από μερικές αφίσες της έκθεσης κι ας δοκιμάσουμε το παιχνίδι με τη μνήμη. Εικόνες από τις ταινίες και εικόνες από τη ζωή μας όταν βλέπαμε τις ταινίες. 

Έχω κιόλας μπροστά μου εικόνες από την ταινία "Όταν πετούν οι γερανοί" που είχα δει, φοιτήτρια νομίζω, στην Αλκυονίδα. Αλλά και παλιότερες εικόνες έρχονται και μου ορίζουν τις μνήμες από τους κινηματογράφους της παιδικής μου ηλικίας στη γενέτειρα πόλη. Μου 'ρχονται εικόνες από το θερινό Ρεξ που ανεβαίναμε με μια σκάλα στην ταράτσα του διπλανού οικήματος όταν δεν προλαβαίναμε τα κανονικά καθίσματα. Ή μου 'ρχονται εικόνες από το Αστέρι (και οι δύο δεν υπάρχουν πια στα Χανιά), να σπρωχνόμαστε (μαζί και η γιαγιά μας και ο μπαμπάς όλο νεύρα) για να μπούμε μέσα  και να δούμε τον Ξανθόπουλο ή τη Βουγιουκλάκη ή την Τουρκάλα Χούλια Κοτσγίγιτ!!! 

Είναι σαν να σπάνε τη σιωπή οι εικόνες, σαν ν' ανοίγουν ρωγμές στη σιγαλιά της μνήμης μας. Τί όμορφα!






















Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

4 Δεκέμβρη του 1947 εκτελέστηκε η "καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφος" Μαρία Λιουδάκη


Η φωτισμένη δασκάλα και λαογράφος Μαρία Λιουδάκη (Πηγή φωτογραφίας)

Ήταν σαν σήμερα, το 1947, που εκτελέστηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης η δασκάλα από τη Λατσίδα Μεραμπέλου (χωριό κοντά στη Νεάπολη Λασιθίου) Μαρία Λιουδάκη και η φίλη της, Μαρία Δρανδάκη, μοδίστρα στο επάγγελμα, από την Ιεράπετρα. Οι δυο γυναίκες είχαν αντιστασιακή δράση και είχαν οργανώσει μαζί με άλλες το γυναικείο τμήμα του ΕΑΜ στην Ιεράπετρα. Ομάδες των Μπαντουβάδων, που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν ο φόβος και ο τρόμος στην Ανατολική Κρήτη, τις συνέλαβαν, τις κατέσφαξαν και σκόρπισαν τα πτώματά τους, που βρέθηκαν και αναγνωρίστηκαν μήνες αργότερα. Ήταν 53 χρονών η Λιουδάκη και 33 η Δρανδάκη.

Η αδελφή της Μαρίας Λιουδάκη, η Χαρά Λιουδάκη, ήταν η αρραβωνιαστικιά του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, του γενναίου αγωνιστή, ενός από τους 200 εκτελεσμένους της Καισαριανής, που δεν δέχτηκε την "προσφορά" να γλυτώσει από την εκτέλεση στη θέση ενός άλλου (γιατί τους ήταν χρήσιμος ως διερμηνέας).[1]

Ένα από τα γράμματα που είχε αφήσει ο Σουκατζίδης πριν από την εκτέλεση ήταν για τη Μαρία:

“Δίδα Μαρία Λιουδάκη. Ιεράπετρα Κρήτης.

Αδελφούλα μου, πάω για εκτέλεση. Σε λάτρευα πολύ, όσο λάτρευα και τη γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να σας κάνω ευτυχισμένες. Λίγη αγάπη στον μπαμπά όσο θα ζει. Γειά σου, γειά σου λατρευτή μου αδελφούλα. Ναπολέων 1-5-44”.

Ποιος θα το 'λεγε πως σε λίγα χρόνια θα είχε την ίδια τύχη και μάλιστα, με πολύ φριχτό τρόπο και από χέρια ελληνικά...

Η Μαρία Λιουδάκη ήταν σπουδαία επιστημόνισσα. Ήταν δασκάλα και μια από τις σημαντικότερες λαογράφους μας.[2] Είχε βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών για τη συλλογή της "Μαντινάδες Κρήτης"[3], είχε γράψει τα παραμύθια "Στου παππού τα γόνατα", "Στης γιαγιάς την αγκαλιά", "Γύρω στο μαγκάλι", ενώ έχει αφήσει πολύ πλούσιο ερευνητικό έργο, σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο ακόμη στο σύνολό του. [4] 

Στην Ανέμη, την ψηφιακή βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης, απ' όπου αντλούμε θησαυρούς, βρήκα δυο εκδόσεις των μαντινάδων της. Είναι και οι δύο του 1933, έχουν το ίδιο περιεχόμενο και διαφέρουν μόνο στο εξώφυλλο, η μία αποκαλείται λαϊκή έκδοση και η άλλη δεύτερη έκδοση.

"Άφτω και σβύνω και κεντώ, φοβούμαι και τρομάσω,
αποκοτώ κι αγγίζω σου, φεύγω και πάλι αράσω"


"Απάνω στα βουνά δα βγω, με λάφια να κοιμούμαι,
και το δικό σου το κορμί να μην το συλλογούμαι"

Στον πρόλογο η Λιουδάκη αναφέρεται σε όσους τη βοήθησαν στο έργο συλλογής των μαντινάδων με διάφορους τρόπους. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο νεαρό Ναπολέοντα Σουκατζίδη (ήταν γεννημένος το 1909) για τον οποίο γράφει:

"Ιδιαίτερα ευχαριστώ το ευγενέστατο και φιλοπρόοδο παιδάκι κ Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που δούλεψε ακούραστα στη συλλογή των μαντινάδων. Οι περισσότερες από τούτες είναι από τις χιλιάδες που βρήκε εκείνος..."

Η έκδοση του 1933 κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Αλικιώτη. Το 1936 οι Μαντινάδες εκδόθηκαν  από τον Ελευθερουδάκη. Στη Νέα Εστία (τεύχος 236, Οκτ. 1936) διαβάζουμε άρθρο του Εμμανουήλ Κριαρά, στο οποίο, αφού αναφέρεται στην έκδοση του 1933, παρουσιάζει τη νέα έκδοση "Λαογραφικά Κρήτης. Τόμος Α' Μαντινάδες. Συλλογή και ταξινόμηση Μαρίας Λιουδάκι", διατυπώνοντας ορισμένες παρατηρήσεις, κυρίως γλωσσικού περιεχομένου, αλλά και εκθειάζοντας τη συλλέκτρια Λιουδάκη "για την επιμέλεια και την ευσυνειδησία που επέδειξε στην πραγμάτωση του σκοπού της".

"Κάνε νανά να κοιμηθής, να γοργομεγαλώσης, να βγάλης κλώνους και κλαδιά τον κόσμο να γεμώσης"
Νανούρισμα από τη συλλογή της Μαρίας Λιουδάκη
Ξεφυλλίζω από τη βιβλιοθήκη μου το μικρό, 45 σελίδων, βιβλιαράκι με τίτλο "Νανουρίσματα, Ταχταρίσματα, παιχνιδάκια" που κυκλοφόρησε το 1953 από τη Νεοελληνική Βιβλιοθήκη (ιδρυτής και διευθυντής της οποίας ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης). Γράφει στην αρχή η Φάνη Σαρεγιάννη που είχε και την επιμέλεια της ανθολόγησης:

"Εδώ πρέπει να τονιστή ξεχωριστά η συμβολή της Μαρίας Λιουδάκη με το πλούσιο χειρόγραφο υλικό της από την Κρήτη, που μου το έδωσαν η ίδια και ο Μ. Τριανταφυλλίδης".

Προφανώς, αυτά γράφτηκαν πριν από το 1947. Και πραγματικά, η Λιουδάκη είχε συνεργαστεί στενά με τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του '20, και  είχε σίγουρα επηρεαστεί από τις προοδευτικές του ιδέες τόσο στα γλωσσικά όσο και γενικότερα στα εκπαιδευτικά ζητήματα. [5] Μάλιστα στις Μαντινάδες γράφει στον Πρόλογο:

"Την έμπνευση της συλλογής αυτής και την κατανόηση της σημασίας μια τέθιας εργασίας τη χρωστώ στον ευγενέστατο, καλό κι αγαπημένο μου καθηγητή, κ. Μανόλη Τριανταφυλλίδη, γλωσσολόγο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Άρχισα τη συλλογή το 1925, τότε που πρωτογνώρισα τον καλό μου καθηγητή..."

Ο Τριναταφυλλίδης είχε λαογραφικά ενδιαφέροντα, πληροφορία που τη βρίσκω αρχικά στο βιβλίο του Γιώργου Αλισανδράτου "Μανόλης Α.Τριανταφυλλίδης: 1883-1959: Σελίδες από τη ζωή και το έργο του" (Μουσείο Μπενάκη, 2010), με παραπομπή στον καθηγητή Λαογραφίας Δημήτριο Λουκάτο.



Συγκεκριμένα, στο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας για τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη  (τεύχος 7776, 1 Νοεμβρίου 1959), ο Δημ. Λουκάτος σε άρθρο με τίτλο "Λαογραφικές ώρες με τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη" γράφει για τα λαογραφικά ενδιαφέροντα του Τριανταφυλλίδη και για τις συγκεντρώσεις στο σπίτι του της Πατριάρχου Ιωακείμ με πνευματικές κυρίες που καμιά τους δεν ήταν γλωσσολόγος, αλλά όλες τους "έκαναν ή έγραφαν λαογραφία και πάνω σ' αυτή συζητούσαν". Ανάμεσα σ' αυτές ήταν οι Πηνελόπη Δέλτα, Ευδοκία Αθανασούλα, Φωτεινή Τζωρτζάκη, Αγγελική Χατζημιχάλη, Φάνη Σαρεγιάννη κ.ά. συνδεδεμένες με τη Νεοελληνική Βιβλιοθήκη που ανέφερα παραπάνω. Και συνεχίζει:

"Αλλά και τα έξω από τη "Βιβλιοθήκη" του παιδικό - λαογραφικά βιβλία, τα γραμμένα από φίλες και οπαδές του, είχαν πάντα τη σφραγίδα της δικής του αρχικής έμπνευσης και καθοδήγησης. Σημειώνω τα δυο καλά βιβλία της αλησμόνητης Μαρίας Λιουδάκη "Στης γιαγιάς τα γόνατα" (1932)  και "Στου παπού τα γόνατα" (1947), που βγήκαν με τη συζήτηση, την κριτική και την φιλική παρακολούθηση των χειρογράφων τους από τον Τριανταφυλλίδη."

Και αφού κάνει αναφορά στην ιδιαίτερη φιλία του με την Αγγελική Χατζημιχάλη και την Μέλπω Μερλιέ, συμπληρώνει:

"Αλλά και τη Μαρία Λιουδάκη, την καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφο, την έβλεπε σπίτι του σαν κρητικό θησαυρό, χαιρόταν την κουβέντα και την παρουσία της, κι άκουε τις περιγραφές της, σαν να πεζοπορούσε μαζί της στα χωριά και να έμπαινε στα σπίτια της Κρήτης."

Αν διαβάσει κανείς τα βιογραφικά στοιχεία της Λιουδάκη [6], μαζί με το πλούσιο και πολυσχιδές επιστημονικό έργο της, θα βρει κυνηγητά, διώξεις, αποπομπές και τελικά ένα φριχτό τέλος. Γιατί; Γιατί ήταν φίλη με τον Σουκατζίδη, γιατί ήταν αριστερή και γιατί ήταν εαμίτισσα; Ενοχλούσε ο τολμηρός της λόγος, η ευθύτητα, η εντιμότητα, ίσως και η επιστημοσύνη της, η αγάπη της στα παιδιά και στο λαϊκό πολιτισμό;

Και τι ειρωνεία! Στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Αθήνας, στα παιδιά που νοσηλεύονταν εκεί την περίοδο 1945-48, τότε δηλαδή που η Λιουδάκη κυνηγήθηκε, βασανίστηκε και κατακρεουργήθηκε, διάβαζαν, για να τα γλυκαίνουν, τα παραμύθια της. Αυτό γράφει η Λιλή Αλεβιζάτου στον πρόλογο του βιβλίου που επιμελήθηκε με τίτλο "Από τα παιδιά του πολέμου στον κόσμο των παραμυθιών - Ζωγραφιές από τον παιδικό θάλαμο, Ιπποκράτειο νοσοκομείο 1945-1948" (Εστία, 2007) και στο οποίο περιέχονται παραμύθια της Λιουδάκη μαζί με ζωγραφιές των παιδιών. [7] 


-------------------------------------------------------
Σημειώσεις

[1] Βλέπε περισσότερες πληροφορίες εδώ, καθώς επίσης και σε άρθρο της Ηρακλειώτικης εφημερίδας "Πατρίς" του 2001 με τίτλο "Οι αδελφές Μαρία και Χαρά Λιουδάκη τιμώνται μετά θάνατο από το Δήμο Νεάπολης".

[2] Ο Μανώλης Μιλτ. Παπαδάκης έχει γράψει γι' αυτήν το βιβλίο "Μαρία Λιουδάκι: η ιέρεια της παιδείας", Μορφωτική Στέγη Ιεράπετρας, 1992.

[3] Έχει εκδοθεί επανειλημμένα. Επίσης, ενδεικτικά να αναφέρω ότι πληροφορίες για τη συμβολή της π.χ. στην ερωτική μαντινάδα μας δίνει ο Λενακάκης εδώ, ενώ περιπαικτικές μαντινάδες της δημοσιεύει ο Αλκμάν εδώ

[4] Μια ιδέα για το πλούσιο και σημαντικό έργο της Λιουδάκη μας δίνει και η Αικατερίνη Πολυμέρου - Καμηλάκη, τέως Διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, σε ομιλία της στο Α' συνέδριο για την Κίσαμο, τον Οκτώβριο 2016, όπου έκανε αναφορά στη Μαρία Λιουδάκη και στην επιτόπια λαογραφική έρευνα για τη Δυτική Κρήτη και ιδιαίτερα για τα Εννιά Χωριά της Κισάμου που είχε πραγματοποιήσει το 1938. Επίσης, να αναφέρω το Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη μνήμη της τον Οκτώβριο του 2011 στην Ιεράπετρα με θέμα "Ο λαϊκός αινιγματικός λόγος στην Κρήτη”, ενώ εισήγηση θα υπάρχει και στο Συνέδριο που διοοργανώνει τον Φεβρουάριο 2017 ο δήμος Αγίου Νικολάου με θέμα "Γνωριμία με τους συγγραφείς του Δήμου Αγίου Νικολάου και το έργο τους".

[5]  Εκείνη την εποχή υπήρχε ένταση στο εκπαιδευτικό και στο γλωσσικό ζήτημα με αποκορύφωμα τις διώξεις εκπαιδευτικών όπως Δελμούζος, Ιμβριώτη κ.ά. (Μαρασλειακά).

[6] Βλέπε π.χ. το σχετικό λήμμα στη βικιπαίδεια, αλλά και με περισσότερες λεπτομέρειες άρθρο της Μαρίας Ζορμπά-Ροβυθάκη, καθώς και δημοσιεύματα στο Ριζοσπάστη και αλλού.

[7] Οι ζωγραφιές αυτές έχουν δωρηθεί στο Μουσείο Ελληνικής Παιδικής Τέχνης.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Ο Μίκης Θεοδωράκης για το Φιρκά στα Χανιά





"[…] Τρεις μέρες περπατούσανε να φτάσουνε στα Χανιά. Μπαίνουν στο φρούριο, το Φιρκά, ανοίγουν τη μεγάλη πόρτα της φυλακής και τους σπρώχνουν στο σκοτάδι. Παλιό βενετσιάνικο κάστρο, στην είσοδο του λιμανιού, με τοίχους φαρδιούς όσο ένα σπίτι, με πολεμίστρες και πύργους, είχε τη φυλακή πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. […] Σ’ αυτό το φρούριο- φυλακή κλείστηκαν ο ένας μετά τον άλλον όλες οι γενιές των Θεοδωράκηδων και τελευταίος ο παππούς μου, ο Μιχαήλ. Εγώ , πιο τυχερός, υπηρέτησα φαντάρος στα 1951. […]

[…] Ο λογαχός κ. Σαραντινάκης με τοποθέτησε στο Γραφείο Κινήσεως, όπου, εκτός από μένα υπηρετούσε ο δεκανεύς Γιώργος απ’ το Ναύπλιο. Η δουλειά μας ήταν να προμηθεύουμε τους σοφέρ με καύσιμα, να περνάμε τις ποσότητες στα δελτία Κινήσεως και να κρατάμε βιβλίο. Στην αρχή, εγκαταστάθηκα μέσα στο σημαιοστάσιο, και αργότερα, μαζί με το Γιώργο, σ’ ένα δωματιάκι που χτίσανε στο βάθος της ταράτσας ειδικά για μας. Έτσι, όλη την ημέρα βρισκόμουν πάνω απ’ τη θάλασσα. Αριστερά, στο βάθος, το νησάκι Θοδωρού, απέναντι απ’ το χωριό μου. Μπροστά μου το Κρητικό Πέλαγο. Δεξιά ο Φάρος και ακόμα πιο δεξιά το λιμάνι. Όταν αγρίευε η θάλασσα, ο αφρός των κυμάτων μας έλουζε. Σκουπίζαμε την υγρασία απ’ τα πρόσωπα μας και με τη γλώσσα γλείφαμε το αλάτι…Όταν δεν είχαμε δουλειά, καθόμουν μπροστά στις λευκές νότες, προσπαθώντας να συνεχίσω την σύνθεση της “ΠΡΩΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ” …Με τις μοτοσικλέτες και τα τζιπ πηγαίναμε συχνά στη Σούδα, στο Μάλεμε και στο Ακρωτήρι για δουλειές. Τις περισσότερες ώρες τις περνάγαμε έξω απ’ το Φρούριο, στην προκυμαία.



Μερικοί ψάρευαν, άλλοι έπιναν μπίρες στα καφενεία κι όταν το βραδάκι άρχιζε ο περίπατος , ντυνόμαστε, χτενιζόμαστε και μπαίναμε και μείς στη σουλάτσα πάνω κάτω πειράζοντας τα κορίτσια, που τα τραβούσε σα μαγνήτης η στολή. Δε λέω. Ήμαστε νέοι, ανέμελοι, γελαστοί. Όμως η στολή είναι το κάτι άλλο… Ποτέ δεν είδα γυναίκες να λιώνουν έτσι, παρά τότε που φόραγα το χακί…Ίσως να τραβούσε το γεγονός ότι ήμαστε ανώνυμοι. Ένα νούμερο… Άρα ελεύθεροι. Άρα ακίνδυνοι, υπεράνω υποψίας για τα ήθη και έθιμα της επαρχιακής πόλης. Άλλωστε, αυτό το γεγονός της ανωνυμίας, του νούμερου έδινε και σε μας ένα διαφορετικό αέρα, που ίσως να ήταν αυτός που γοήτευε και αιχμαλώτιζε τα κορίτσια. Σ’ αυτούς τους περιπάτους, εκείνο που έμεινε ήταν τα σπινθιροβόλα βλέμματα. Η ομορφιά των ματιών . Το κρυφό γέλιο στα ηδονικά χείλη…"


Σαν σήμερα, κάθε χρόνο, γίνονται γιορτές στα Χανιά, κάτω από το Φρούριο Φιρκά στο παλιό λιμάνι, απέναντι από το Φάρο, γιατί εκεί, 1 Δεκεμβρίου 1913, υψώθηκε η ελληνική σημαία και πραγματοποιήθηκε η Ένωση, η ένωση της Κρήτης με τη "Μητέρα Ελλάδα" όπως λέγαμε στο σχολείο. Ο Φιρκάς έχει λοιπόν για μας τους Κρητικούς, και ιδίως τους Χανιώτες, μια ξεχωριστή σημασία, ένα δέος, αλλά και μια ξεχωριστή ομορφιά. 

Για τη μέρα, προτίμησα να παραθέσω ένα κείμενο με αναφορά στο Φιρκά, γραμμένο από το Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν στρατώνας και φυλακή και εκεί, το 1951, ο Μίκης Θεοδωράκης στάλθηκε να υπηρετήσει τη θητεία του μετά την εξορία του στη Μακρόνησο. Εκεί (ξανα)έγραψε μάλιστα και την Πρώτη Συμφωνία του, που τις παρτιτούρες της είχε χάσει κατά την εξορία του στη Μακρόνησο το 1948 (βλ. περισσότερα εδώ).

Το κείμενο προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Μίκη «Οι Δρόμοι τον Αρχάγγελου». Για την αποψινή ανάρτηση, το αντέγραψα από το Λεύκωμα με τίτλο "Τα Χανιά στη Λογοτεχνία: 750 χρόνια από την ανοικοδόμησή τους" (ημερολόγιο 2002, επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση, Σύνδεσμος Φιλολόγων Νομού Χανίων, Δήμος Χανίων, 2002 - ήταν μια πολύ καλή έκδοση, μέρος του λευκώματος μπορεί κανείς να δει στον ιστότοπο του Δήμου Χανίων).