Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ο Κατάδεσμος, του Θωμά Κοροβίνη




Κατάδεσμος είναι τα μαγικά, τα ξόρκια που ένας άνθρωπος απευθύνει σε κάποιον άλλο για να του κάνει κακό. Στα λεξικά διαβάζουμε ότι είναι η μαγική πράξη που πιστεύεται ότι προκαλεί εμπόδιο ή βλάβη σε κάποιον ή ότι τον αναγκάζει να κάνει κάτι (Λεξικό Μπαμπινιώτη), ότι είναι η μαγική ενέργεια που έχει ως σκοπό να βλάψει κάποιον ή να αποτρέψει κάποιο κακό (Λεξικό Τριανταφυλλίδη). Είναι δηλαδή τα μάγια με τα οποία κανείς δένει κάποιον άλλο, όχι βέβαια για καλό (τον έδεσε με τα μάγια της, λένε...).

Στο τελευταίο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη "Κατάδεσμος" (Άγρα, 2016), μια γυναίκα απευθύνει έναν χειμαρρώδη μονόλογο στον άντρα της και του αποδίδει όλα τα κακά του κόσμου. Όχι βέβαια πως ήταν καλύτερη κι αυτή, όμως ... "καλύτερα πουτάνα παρά πουριτάνα", ήταν και ... αριστερή (λέμε τώρα) κι έτσι δικαιολογούσε όλες τις δικές της πράξεις.

Ζηνοβία τ' όνομά της. Αναρωτιέμαι αν τυχαία έδωσε το όνομα αυτό στην ηρωίδα του ο Κοροβίνης. Αλλά μάλλον θέλει να δηλώσει αντιστοιχίες με τη δυναμική, μα καθόλου "φρόνιμη" βασίλισσα της Παλμύρας Ζηνοβία.

Πολύ ευχάριστος αλλά και χαρακτηριστικός ο διάλογος ανάμεσα στον Χαμουραμπί, τον παλιάνθρωπο, τον δημόσιο κίνδυνο, τον μπατιρόσπορο, τον χασοβράκη, τον φαρισαίο (και με χίλιους δυο ακόμη τολμηρούς για τον ... "πουριτανισμό" μου χαρακτηρισμούς, αλλά ομολογουμένως έξυπνους στο λόγο και στην επινόηση), στον σύζυγο καλέ, που κάνει και τον κουλτουριάρη και στη Ζηνοβία, τη σύζυγο, που δεν είναι σαν "κάτι ανεπρόκοπες και κάτι χαρχάλες", αλλά είναι γυναίκα με τα ούλα της, "θεωρητικιά, ευγενής, κοινωνική, φωνάρα και ... [μπιπ]":

-Να καλέ, σε πήρα ένα δώρο, έργο τέχνης! – Τί τέχνης; - Καλέ έναν Βιετκόγκ, τί να σε ψώνιζα! – Τί; Βιετκόγκ; - Για πάρτη σου έφαγα τον κόσμο να σου βρω κάτι καλό. Και μ’ έστειλε ένας φίλος μου στο Καπάνι, σ’ ένα ψιλικατζίδικο, απ’ αυτά που πουλάνε κατσαρολικά και λεκάνες και ανθοδέσμες πλαστικές μαζί με έργα τέχνης. – Μάλιστα! – Παρακαλώ, λέω, με δίνετε έναν Βιετκόγκ! – Ορίστε, με λέει, και μου κοτσάρει έναν Βιετκόγκ με το κομμένο αυτί, που είναι τραυματισμένος, με το μούσι. – Όχι, τον λέω, όχι αυτόν με το κομμένο αυτί, με είχε ορμηνέψει από πριν το φιλαράκι μου, δε θέλω αυτόν, θέλω τον άλλο τον Βιετκόγκ, εκείνον με την πίπα. Τον πλήρωσα μια πενηντάρα. Και ιδού!

Κόπρε, κόπρε, κόπρε! Άσχετε και αδιόρθωτε! Όλα ίδια τά ‘χεις εσύ! Τι Βαν Γκόγκ, τι Βιετκόγκ, τι Κινγκ Κόνγκ!

"Θέλω τον άλλο τον Βιετκόγκ, εκείνον με την πίπα..." (Πηγή εικόνας)

Τον ήξερε τον Βαν Γκογκ λοιπόν η Ζηνοβία. Του δημοτικού ήταν, μάλλον δευτέρα γυμνασίου στα μισά τα παράτησε...

Έλα όμως που μ’ έκοψε το ξερό μου και αξιοποίησα τα λίγα μου κολυβογράμματα και το ΄ριξα στην ανάγνωση, και στη μελέτη, οτιδήποτε σε σύγγραμμα και εφημερίδα πέσει στα χέρια μου, ακόμη και αθλητικές, και κατινίστικες, και περιοδικά κομμωτηρίου, έντυπα έστω γάμα διαλογής, χώρια το τί τσιμπάω από δανειστικές βιβλιοθήκες, και χώρια από γειτόνισσες ημιεγγράμματες και κάθε δεκαπέντε μέρες ενημέρωση στου «Ραγιά» το βιβλιοπωλείο, όπου ξόδευα πάντοτε σεβαστό ποσό απ’ τον ταπεινό μου κορβανά. Έτσι με βλέπεις και χρησιμοποιώ αραιά και πού φράσεις μεγάλων συγγραφέων, όχι για επίδειξη, αλλά να, απλά όπως μιλάω, και βέβαια παροιμίες του ελληνικού λαού. Μαζί με μπόλικα μπινελίκια που ρίχνω...

Κι ενώ προχωρούσα την ανάγνωση, όλο και περισσότερα στοιχεία έβρισκα για να αιτιολογήσω το όνομα της ηρωίδας, τελικά την πήρα την απάντηση από τον συγγραφέα μέσω των ηρώων του. Λίγο πριν το τέλος του κατάδεσμου, ο σύζυγος συγκρίνει τη Ζένια, τη Ζενούλα του με τη Ζηνοβία της Φλαμύρας και τη βγάζει βέβαια ... καλύτερη (ας μην μεταφέρω τον ακριβή χαρακτηρισμό εδώ!),

«γαμώ τη μαύρη μου τη μοίρα, είδα, λέει το άγαλμά της σε φωτογραφία και ήταν κούκλα η αρχαία βασίλισσα με τα πολλά τα μενταγιόν, μα εσύ την τρως λάχανο, μουράκλα μου...»

"Κούκλα η αρχαία βασίλισσα"
(εδώ, η Ζηνοβία ατενίζει για τελευταία φορά την Παλμύρα στον πίνακα του Herbert Schmalz - Πηγή εικόνας)

Δεν τον καταριέται ακριβώς τον άντρα της η Ζηνοβία, γι’ αυτό και τον κατάδεσμο για να του σούρνει «όσα δε σέρνει η σκούπα» και θα συνεχίσω να το κάνω, λέει, «για να ξεφορτωθώ από πάνω μου αυτό το άχθος, ώ, άχθος αρούρης εσύ, το σαμάρι που μου φόρτωσες...». *

Εντέλει, αυτό που απολαμβάνει κανείς σ’ αυτό το βιβλίο είναι ο χειμαρρώδης λόγος, οι ευρηματικοί χαρακτηρισμοί, οι έξυπνες μεταφορές, η εκπληκτική ικανότητα του Κοροβίνη για έναν συνεχή, ασταμάτητο, ασθμαίνοντα, τολμηρό, σαρκαστικό, θυμωμένο (;) λόγο, γεμάτο αναφορές και νύξεις σε στιγμές της ιστορίας και σε κακοδαιμονίες της κοινωνίας μας. Προσωπικά, μερικές φορές ένιωθα να "μπούκωνα" από τον τόσο τολμηρό του λόγο (και  ... μην βιαστείτε να με πείτε πουριτάνα, πολύ τολμηρός σας λέω), αλλά ήταν σαν νάθελε, μέσα από αυτή την υπερβολή του λόγου του, να θίξει καταστάσεις που υπάρχουν. 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------



* Ενδιαφέρουσα η αναφορά της φράσης "΄άχθος αρούρης" που θα πει ο τεμπέλης, ο άχρηστος, ο χαραμοφάης (στην κυριολεξία είναι το βάρος, το φορτίο της γης, από τα άχθος - βάρος - και άρουρα - γη, χώμα), θυμίζοντάς μου τον πολύ καλό μου φίλο, συνάδελφο και συναγωνιστή Μίμη Σαραντάκο (εδώ σχετικά για τον "Άχθο Αρούρη" του από τον γιο του Νίκο, καθώς και δημοσίευση σε συνέχειες εδώ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου