Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Η ζωή είναι γλώσσα και λέξεις: Οι ξένες λέξεις, του Βασίλη Αλεξάκη



Έχει νόημα να μάθει κανείς μια ξένη, μικρή και άγνωστη γλώσσα; Ο Βασίλης Αλεξάκης τόλμησε, δοκίμασε, έμαθε μια τέτοια γλώσσα και μας το διηγείται στο βιβλίο του Οι ξένες λέξεις (Εξάντας, 2003). Ο Αλεξάκης περιγράφει όχι μόνο πώς έμαθε την ξένη γλώσσα, αλλά κύρια πώς, μέσα από μια ξένη γλώσσα, μαθαίνει κανείς για τον τόπο και τους ανθρώπους που την ομιλούν. Και δεν μαθαίνει μια γνωστή "μεγάλη" ξένη γλώσσα, αλλά μια γλώσσα σπάνια, τη γλώσσα σάνγκο της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας. Είναι γλώσσα από αυτές που ομιλούνται όλο και λιγότερο, που εξαφανίζονται, από μια χώρα με πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που χρονίζουν παρά τις υποτιθέμενες συμφωνίες ειρήνης (ήδη τις τελευταίες ημέρες ακούσαμε για δεκάδες νεκρούς από συγκρούσεις μεταξύ αντιμαχόμενων ομάδων μέσα στη χώρα).

Έτσι, μαζί με τον Αλεξάκη, δίνεται η ευκαιρία και σε μένα την αναγνώστρια, σε κάθε αναγώστη, να μάθουμε για τη μακρινή αυτή αφρικανική χώρα, για την πρωτεύουσα Μπάγκι, για τον ποταμό που τη διαρρέει Ουμπάγκι, για τη γλώσσα σάνγκο, για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, για την πολιτική ζωή, για την ιστορία, για τους Γάλλους αποικιοκράτες. Και για τη γλώσσα, για την τοπική γλώσσα που δεν επιτρέπεται όμως στα παιδιά ούτε να τη μαθαίνουν, μα ούτε καν να τη μιλούν. Ο δάσκαλος του λέει:

«Την περίοδο της αποικιοκρατίας οι δάσκαλοι τιμωρούσαν τα παιδιά που μιλούσαν σάνγκο στο σχολείο κρεμώντας τους ένα κόκκαλο στο λαιμό. Η παράδοση αυτή διατηρήθηκε μέχρι τα τελευταία χρόνια. Η πολιτική ηγεσία παραμένει πεπεισμένη ότι η Κεντρική Αφρική έχει ανάγκη τα γαλλικά για να μπορέσει να αναπτυχθεί. Περνάμε στους μαθητές την άποψη ότι η μητρική τους γλώσσα ανήκει στο παρελθόν».

Πρωταγωνιστής στο βιβλίο του Αλεξάκη είναι ο συγγραφέας Νικολαίδης, που ήρθε στο Παρίσι από την Ελλάδα κι έμεινε τελικά μόνιμα, γυρνώντας πίσω μόνο σαν επισκέπτης. Με την ευκαιρία, αναφέρεται και στα συμβόλαια που υπογράφουν οι συγγραφείς με εκδοτικούς οίκους μέσω των ατζέντηδων και στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με αυστηρές προθεσμίες κτλ., με αντάλλαγμα μηνιαία αντιμισθία. (Αντίστοιχα, το ίδιο βρήκα και στον ήρωα της Μαλακατέ στο τελευταίο της βιβλίο, το Σχέδιο). Το βιβλίο δείχνει αυτοβιογραφικό, κι έτσι το νιώθεις από τις πρώτες σελίδες, κι ας δίνει άλλο όνομα στον ήρωα, Νικολαϊδης.

Μαθαίνει με τη βοήθεια λεξικού. Και βρίσκει έναν δάσκαλο για βοήθεια. Πηγαίνει στο Μπάγκι, μένει δυο βδομάδες, συναντά ανθρώπους, μαθαίνει πώς ζουν, βλέπει από κοντά την επίδραση των Γάλλων. Γνώρισε και τον τελευταίο Έλληνα στη χώρα, Σκαρβέλης από τη Μυτιλήνη.

Στο βιβλίο περιγράφει χαρακτηριστικά της γλώσσας σάνγκο, π.χ. η άρνηση (δεν) μπαίνει στο τέλος της πρότασης (πεπε), υπάρχουν επιδράσεις από τα γαλλικά, η μόνη ελληνική λέξη είναι η λέξη πολιτική, έχει τονισμούς με βαρεία, οξεία, μεσαία, και ανάλογα με τον τονισμό αλλάζει ο ήχος της λέξης και αλλάζει η σημασία, για τον πληθυντικό βάζουν ένα α στην αρχή τις λέξης κτλ. Μπαμπα λένε όταν απευθύνονται σε άντρα για την εκδήλωση συμπάθειας, ευγνωμοσύνης, ευχαρίστησης.

Οι τόνοι δεν είναι λιγότερο σημαντικοί από τα φωνήεντα, του λέει ο δάσκαλος. «Η διαφορά ύψους ανάμεσα σε δύο βαθμίδες δεν είναι προκαθορισμένη, όπως στη μουσική... Οι τόνοι παράγουν κάποια μελωδία...». Κι όταν δεν έχουν καλή γνώση των τόνων οι άνθρωποι, συνεχίζει ο δάσκαλος, «η γλώσσα γίνεται όλο και πιο πεζή, όλο και πιο ανιαρή, χάνει σιγά-σιγά το κέφι της».

Κι ο Αλεξάκης ενθουσιάζεται με τις λέξεις που έχουν μουσική, όπως η λέξη πουπουλενγκε που αποδίδει τη γυναίκα με αρνητική σημασία, τη ζωηρή, την τσούλα (αντίστοιχη ίσως της γαλλικής petasse και της αγγλικής bitch).

Στα σάνγκο χρησιμοποιούν όργανα του σώματος για να εκφραστούν – αντί μ’ αρέσεις, λένε αρέσεις στα μάτια μου (μο νζερε να λε τι μπι), βοηθώ λένε δίνω το χέρι, αγκαλιάζω λένε κρατάω επάνω στο σώμα μου, συλλογίζομαι λένε ψαύω την καρδιά μου!!!

Κάποιες λέξεις δεν υπάρχουν, όπως ας πούμε το χιόνι. Και τη Χιονάτη, αλήθεια, πώς να την πουν, πώς να διηγηθούν το παραμύθι στα παιδιά, αναρωτιέται ο συγγραφέας, αναρωτιέμαι κι εγώ, μα πάλι, αυτοί έχουν άλλα παραμύθια, πολλά παραμύθια... (Αξίζει εδώ ν' αναφερθώ εδώ σε ένα ορολογικό ζήτημα που συναντήσαμε στην τυποποίηση. Στις ομάδες των ιθαγενών του Καναδά, το χιόνι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής τους ζωής και για το λόγο αυτό έχουν ενδιαφέρον για την ιδιαίτερη φύση του χιονιού και τις αλλαγές του, ενώ έχουν επίσης αναπτύξει ένα πολύ ειδικό ορολόγιο για τους διάφορους τύπους χιονιού. Αντίθετα, για μια τροπική χώρα, όπου δεν υπάρχει χιόνι, οι ιδιαίτερες μορφές χιονιού δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον και δεν υπάρχει ονομασία όχι για τις ιδιαίτερες μορφές αλλά συχνά ούτε καν για την έννοια χιόνι. Εξάλλου, και στην ελληνική δεν υπάρχουν αντιστοιχίες στις διάφορες αυτές μορφές χιονιού. Αυτό είναι και ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα των ζητημάτων εναρμόνισης και ισοδυναμίας εννοιών και όρων ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες.)

Έχει ενδιαφέρον όταν ερωτάται ο δάσκαλος πώς δημιουργούν ένα νέο όρο:

Αφήνω να με οδηγήσει η εξέλιξη της γλώσσας. Απλά επιταχύνω την πορεία της. Η λέξη σεντα, «επιστήμη», συναντάται σε πολλές σύνθετες λέξεις. Αυτό μου επέτρεψε να προσθέσω τους όρους σεντα-μπε, «καρδιολογία», σεντα-νγκου, «υδρολογία, σεντα-νγκου-Νζαπα, «βροχομετρία», σεντα-Νζαπα, «θεολογία». Δουλεύω σε συνεργασία με δημοσιογράφους και πανεπιστημιακούς του Μπαγκί, οι οποίοι υποβάλλουν τους νεολογισμούς στην έγκριση του κοινού τους.

Δείχνει εύκολη γλώσσα να μάθεις να τη διαβάζεις, ίσως και να την ομιλείς, όχι βέβαια να την καταλαβαίνεις όταν τη μιλούν οι άλλοι. Πάντως, στο τέλος είχα αρχίσει κι εγώ να καταλαβαίνω κάποιες φράσεις.

Όσο για τις διατροφικές συνήθειες, αγαπημένο κρέας είναι το κρέας του ιπποπόταμου, ενώ του έδωσαν να δοκιμάσει και πύθωνα. Το ψάρι καπιτάνι είναι το αγαπημένο τους ψάρι. (Στο λεξικό της γλώσσας σάνγκο του Daniel Weston, διαβάζω ότι kapitani είναι είδος πέρκας, capitaine στα γαλλικά.)

Και να πώς περιγράφει τη ζωή στην πόλη, το Μπαγκί, τη φτώχεια των κατοίκων της:

Δεν σου περνάει συνήθως απ’ το μυαλό, όταν έχεις στην κατοχή σου τέσσερις πασσάλους μήκους ενάμισι με δύο μέτρων, μερικές τάβλες και χαρτόνια περιτυλίγματος, ότι είσαι ιδιοκτήτης ενός σπιτιού. Κι όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Κατά μήκος των δρόμων του Μπαγκί πολλές οικογένειες, χιλιάδες οικογένειες σίγουρα, μένουν σε υπόστεγα τόσο ευτελή. Την πρόσοψή τους καλύπτει έναα πανί ή ένα πλαστικό. Είναι σπίτια που δεν σου επιτρέπουν να κάνεις μεγάλα όνειρα. Χρησιμεύουν μόνο για κοιτώνες. Οι κάτοικοί τους ζουν στο ύπαιθρο. Πλένονται στο δρόμο, μαγειρεύουν στο δρόμο, τρώνε στο δρόμο...

Όλα γραμμένα στα γαλλικά, πουθενά σάνγκο δεν βλέπει. Ο Σάμι, ένας ντόπιος συγγραφέας που κάποτε ήταν και υπουργός, του λέει:

Κανείς μας δεν έμαθε ποτέ να γράφει τη γλώσσα μας. Δεν υπάρχουν σχολικά βιβλία στα σάνγκο, οι δάσκαλοί μας δεν έχουν εκπαιδευτεί για να τα διδάσκουν... οι πολιτικοί μας δεν είναι διατεθειμένοι να τα υποστηρίξουν... Απαγορεύοντας τη διδασκαλία των σάνγκο περιορίζουν την ελευθερία του λόγου... Σύμφωνα με ένα πείραμα που είχα κάνει όταν ήμουν στο Υπουργείο, τα παιδιά που διδάσκονται τα σάνγκο παράλληλα με τα γαλλικά γίνονται καλύτερα στα γαλλικά από αυτά που δεν μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα...



Στην ομιλία που έκανε στο Πνευματικό Κέντρο, ένας φοιτητής τον κορόιδεψε:

Μιλάτε για τις γλώσσες με θαυμαστή ψυχραιμία. Ξεχνάτε ότι τα γαλλικά υπήρξαν το όργανο της υποδούλωσής μας; Ότι δεν έπαψε ποτέ αυτή η γλώσσα να μας δασκαλεύει ότι ο πολιτισμός μας δεν άξιζε σπουδαία πράγματα, ότι ήμασταν υπανάπτυκτοι; Κι ότι κατάφερε να μας πείσει, εφόσον εξακολουθούμε να διαιωνίζουμε τις απόψεις της; Δεν πάνε πολλά χρόνια που τελείωσα το σχολείο για να έχω ξεχάσει την τιμωρία που μου επέβαλαν όταν με έπιασαν να μιλάω σάνγκο στην αυλή. Δεν μου έδεσαν κανένα κόκαλο στο λαιμό, όπως συνηθιζόταν παλιότερα, με υποχρέωσαν όμως να γράψω χίλιες φορές «Δεν θα ξαναμιλήσω σάνγκο». Δεν μπορώ ν’ αγαπήσω μια γλώσσα που με αναγκάζει να σιωπώ.

Κι όταν η γυναίκα του Γάλλου πρέσβη ρώτησε αν είναι αληθινή γλώσσα τα σάνγκο, πήρε την απάντηση από τον συγγραφέα:

Μπορεί να μην είναι αληθινή γλώσσα, κυρία μου, αλλά τη χρησιμοποιούμε εδώ και τόσο καιρό που δεν μας απασχολεί πια αυτό το θέμα.

Εκφράζει την αγωνία, τον πόνο των ντόπιων που χάνεται η γλώσσα τους, θέλουν να πάρουν πρωτοβουλίες, να γράψουν κάτι στη γλώσσα τους. Γιατί, λέει ο συγγραφέας, «οι λαοί που έχασαν τη γλώσσα τους είναι ανίκανοι να προστατέψουν τον εαυτό τους».

Ας μεταφέρω εδώ λίγα σάνγκο, ξεκινώντας από το κοντορο-βα που θα πει αποικία, κατά λέξη "χώρα υπηρεσίας".

Και λίγα ακόμη:

σινγκιλι μινγκι   →   ευχαριστώ
γκουε νζονι   →   πήγαινε καλά (να είσαι καλά)
μπι γιε μο μινγκι   →   σαγαπώ πολύ
μο νζερε να λε τι μπι   →   αρέσεις στα μάτια μου (μου αρέσεις)
μπε τι μπι α γιεκε τι μο   →   η καρδιά μου σου ανήκει
ντολι     →  ελέφαντας 
αντολι    →   ελέφαντες
μπε    →  καρδιά
μπεαφρικα    →  κεντροαφρικανική δημοκρατία
νγκου τι νζαπα    →   βροχή
κεκερεκε    →   αύριο
γκι    →   μόνο
γκιριρι    →   άλλοτε
λο    →  αυτός
πεπε    →   δεν
αουε πεπε    →   δεν τελείωσε
μπασαμπαρα    →   επτά

Και τώρα να συστηθούμε κύριε Αλεξάκη:

μπι κατερινα   →   εγώ Κατερίνα
μο βασιλης   →   εσύ  Βασίλης

Διαβάζοντας το βιβλίο του Αλεξάκη, δεν μπορώ να μη σκεφτώ και άλλα γραφτά για τη γλώσσα και τις λέξεις, λίγα για την ώρα, απλές αναφορές για γλώσσες.

Για τις γλώσσες που σβήνουν, όπως τα αρβανίτικα που δοκίμασε να μιλήσει στη γλώσσα των γονιών του ο νέος (και γι' αυτό ακόμη πιο σπουδαίο το εγχείρημά του) Δημοσθένης Παπαμάρκος στο Γκιακ, θέλοντας να κρατήσει λίγα στοιχεία όχι μόνο της ίδιας γλώσσας αλλά του πολιτιστικού και ιστορικού στοιχείου που κουβαλάει.

Ή καλύτερα, για γλώσσες που απαγορεύονται, απαγορεύεται το ομιλείν, όπως επιγράφει το βιβλίο του ο Σλοβένος συγγραφέας Μπόρις Πάχορ, αναφερόμενος στις απαγορεύσεις των Σλοβένων της Τεργέστης από τους Ιταλούς.

Όπως έγινε και με τα γκρέκο ή γκρεκάνικα της Καλαβρίας και των άλλων περιοχών της Κάτω Ιταλίας για τα οποία η φίλη γλωσσολόγος Μαριάννα Κατσογιάννου, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, έκανε μια ωραία τοποθέτηση στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, με την ανάρτηση Οι Ποτέμκιν της Μεγάλης Ελλάδας (της Μαριάννας Κατσογιάννου).

Σε πρόσφατη ανάρτηση του ηλεκτρονικού περιοδικού Νέον Πλανόδιον, διαβάζω το άρθρο "Η μετανάστρια γλώσσα" της Χιλιανής ποιήτριας και εικαστικού Σεσίλια Βικούνια (σε μετάφραση από την Έλενα Σταγκουράκη, το αγγλικό κείμενο εδώ) με αφορμή τη συμμετοχή της στη documenta 14 στην Αθήνα. Παρότι δεν συμφωνώ με την ετυμολογία που χρησιμοποιεί για τη λέξη immigrant, αλλά την αποδέχομαι ως αφορμή ποιητικής ερμηνείας ενός κοινωνικού φαινομένου, ξεχωρίζω τις αναφορές της στη γλώσσα και τις λέξεις για να ερμηνεύσει αισθήματα, φαινόμενα και καταστάσεις. Η ζωή είναι γλώσσα, λέει και παραπέμπει στον Οκτάβιο Παζ:

Δεν βλέπω με τα μάτια:
Μάτια μου, οι λέξεις.


Έργο της Cecilia Vicuña (Πηγή εδώ)

Αυτό δοκίμασε και ο Βασίλης Αλεξάκης μαθαίνοντας τη γλώσσα σάνγκο. Η ζωή είναι γλώσσα και λέξεις. Ή, πάλι όπως το είπε ο Οκτάβιο Παζ:

Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ο Άγγελος Σικελιανός και τα παιχνίδια με τις λέξεις στην ποίησή του



Χνούδια και πούπουλα, μικρά φτερά, ξυλάκια, φύλλα,
όσα σωρεύει το πουλί στου δάσου τη μαυρίλα

και πηγαινόρχεται αστραπή, στη γη ν' αδράξει κάτου
μια λαμπερή αλογότριχα, λίγο μαλλί προβάτου!

Έτσι αρχίζει το "Μήτηρ Θεού" του Άγγελου Σικελιανού, το "δυσκολότερο ποίημα στην ελληνική γλώσσα", όπως είχε πει ο Γιώργος Σεφέρης, το "μεγαλύτερο (με τις δυο σημασίες) ή ωραιότερο ποίημα", όπως έγραφε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στον Πρόλογο της Ανθολογίας που επιμελήθηκε και κυκλοφόρησε ο Ίκαρος το 1998. Αναλύοντας την άποψή του για το ποίημα και τις δυσκολίες του, ο Λορεντζάτος αναφέρεται στη γλώσσα και πώς αυτή μεταφέρει, αν μεταφέρει, όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα της ποίησης όταν μεταφράζεται, δίνοντας μάλιστα και ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μετάφραση των παραπάνω στίχων στα γαλλικά από έκδοση του 1944 (που είχε γίνει με τη βοήθεια του Τάκη Παπατσώνη). 

Flocons, duvets, graines ailées, brindilles, petites feuilles,
tout le butin de l' oiseau sillonant comme l
' éclair

l' obscurité de la forêt pour dérober, rasant le sol,
un brin brillant de cheval, un brin, de laine de brebis.

Γράφει:

Η μετάφραση αυτή αποτελεί μια απόδειξη πως ο Σικελιανός, όπως και ο Σολωμός, δε μεταφράζονται. Μπορείς να μεταφράσεις το γράμμα, αλλά όχι το πνεύμα της γλώσσας τους. Τόσο ταυτισμένοι βρίσκονται με το πνεύμα της γλώσσας της ελληνικής. Κάθε γλώσσα, σε ορισμένες κορυφαίες στιγμές της, εκφράζει ένα πνεύμα αποκλειστικά δικό της, που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Καμιά μεταφραστική δεινότητα δεν μπορεί να μεταφέρει τότε, μαζί με το γράμμα ή τις λέξεις, και το πνεύμα της γλώσσας αυτής σε άλλη γλώσσα. Κάθε γλώσσα είναι, από την άποψη αυτή, ένας κόσμος χωριστός...

Δυο κόσμοι χωριστοί για τον Λορεντζάτο οι στίχοι του Σικελιανού και οι μεταφρασμένοι στην άλλη γλώσσα, τόσο μάλιστα που "όσο κοντύτερα πηγαίνομε στο γράμμα, τόσο χάνομε το πνεύμα". Παιχνίδια παράξενα μας παίζουν οι λέξεις, λέει. 

Αλλά, ας αφήσουμε την ανάλυση αυτή κι ας χαρούμε το ίδιο το ποίημα, που το νόημα του "δε μαθαίνεται με νήμα λογικό, μαθαίνεται με την αγάπη και το δόσιμο, σιγά σιγά, με τα χρόνια, ωσότου η αρχή του, το Χνούδια και πούπουλα, αφομοιωθεί, μια μέρα, και γίνει αυτοματισμός..."

...................
Και ιδές... Ανθοί αναπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια
στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια·

στα χρυσοπράσινα έλατα αν ο ήλιος, σε μια στάλα,
φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πυρρή διχάλα,

και μια ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει,
τ' άγια φαράγγια που κρατούν ολοχρονίς το χιόνι·
..........................
Τ' άσωτου γύρα μου καημού κι αν αργοσβηέται η μνήμη,
σαν η σελήνη που απ' αυγής, αχνόθωρον ασήμι,

μες στη γαλάζιαν άβυσσο της μέρας απομένει
από τον κόσμο ακοίταχτη κι απολησμονημένη,

μικρούλα πνοή, τον πρώτο αφρό στα πέλαα που σηκώενι,
πλατιά ανοιγμένα τα φτερά μεσούρανα μου ορθώνει!
..........................

Παιχνίδια με τις λέξεις. Με τα γράμματα και με τα νοήματα. Πλούτος και αφθονία λέξεων. Όπως το βλησίδι, ακριβώς έτσι το ορίζει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος στο γλωσσάρι που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου. Λέει ο ποιητής:

Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι·
εδώ, όρθιος ύμνος, ο άνθρωπος βιγλίζει στο στασίδι!

Ο Σαραντάκος περιλαμβάνει το βλησίδι στις "Λέξεις που χάνονται", ενώ παραπέμπει σε αποσπάσματα που το έχει συναντήσει από κείμενα των Μακρυγιάννη, Καρκαβίτσα και Βλαχογιάννη. Η αλήθεια είναι ότι δεν το βρήκα στα λεξικά Μπαμπινιώτη και Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη), ενώ περιέχεται στα λεξικά Δημητράκου και Πάπυρου και ορίζεται ως θησαυρός, πλούτος, κόσμημα, αφιέρωμα. Η γραφή του είναι με ήτα, βλησίδι, προερχόμενο από το βάλλω, στον Πάπυρο αναφέρεται και ο τύπος με ύψιλον, βλυσίδι, ως υποκοριστικό του αρχαίου βλύσις (ανάβλυση), χωρίς όμως να επικρατεί.

Το λήμμα για το βλησίδι στο Λεξικό Δημητράκου

Παιχνίδια με τις λέξεις στην ποίηση του μεγάλου Άγγελου Σικελιανού. Εκείνου, που στις 28 Φλεβάρη του 43 αναφώνησε πάνω από το φέρετρο του άλλου μεγάλου Κωστή Παλαμά "Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!"

Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στις 19 Ιουνίου 1951. 

Γλυκό μου εσύ μνημόσυνο, πένθος χαρμόσυνό μου,
την ώρα τούτη, ά, πώς κρατώ σφιχτά τον ουρανό μου!


Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

10 Ιουνίου 1944 στα μαρτυρικά χωριά Δίστομο, Οραντούρ και Μαρσουλά





Ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο όταν στο χωριό Δίστομο οι Γερμανοί σκότωσαν 228 κατοίκους του, 53 παιδιά κάτω των 16, 58 άντρες και 117 γυναίκες, ενώ συνολικά στην περιοχή τα θύματα έφτασαν τους 600, αφού η θηριωδία τους δεν είχε σταματημό.


Τα πεντάχρονα δίδυμα αδελφάκια Barbe ήταν ανάμεσα στα θύματα
της ναζιστικής θηριωδίας στο χωριό Μαρσουλά της νότιας Γαλλίας

Ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο όταν στο χωριό Marsulas (Μαρσουλά) της νότιας Γαλλίας οι Γερμανοί σκότωσαν 27 αθώους κατοίκους του, 11 παιδιά, 6 γυναίκες και 10 άντρες.



Σε δέκα επιμνημόσυνες πλάκες καταγράφονται όλα τα ονόματα και οι ηλικίες των θυμάτων.
Επιπλέον χωριστές πλάκες με τα ονόματα των Εβραίων και των προσφύγων από Αλσατία και αλλού.

Και ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο, λίγες ώρες αργότερα μετά τη σφαγή στο Μαρσουλά, όταν στο χωριό Oradour-sur-Glane (Οραντούρ), 280 χιλιόμετρα μακριά, κοντά στη Λιμόζ, οι Γερμανοί εκτέλεσαν 642 ανθρώπους, άντρες γυναίκες και παιδιά!

Τρεις οι μαζικές εκτελέσεις αθώων ανθρώπων από τους Γερμανούς Ναζί την ίδια μέρα σε διαφορετικά σημεία της Ευρώπης. Τρία τα μαρτυρικά χωριά, ένα ελληνικό και δύο γαλλικά,  που έζησαν, μέσα στην ίδια μέρα, φριχτά εγκλήματα πολέμου. Ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας!

Αιωνία τους η μνήμη! 

Η μνήμη πάλι,  η μνήμη και οι μνήμες. 

Λέμε συχνά ότι δεν έχουμε μνήμη ή ότι έχουμε κοντή μνήμη. 

Ο καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ γράφει για τους πολέμους της μνήμης ("Οι πόλεμοι της μνήμης: Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία", Νεφέλη 2008) και συνδέει την εξόντωση της μνήμης με την εξόντωση της αξιοπρέπειας εκατομμυρίων θυμάτων, "με πρόθεση να προλειάνει το έδαφος για ενδεχόμενη «βελτιωμένη» επανάληψη των φασιστικών εγκλημάτων".

Η Ποθητή Χαντζαρούλα, σε κείμενο που δημοσιεύει στο περιοδικό Χρόνος (τ. 9, Ιαν. 2014) με τον χαρακτηριστικό τίτλο "Αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί: Γιατί έχει σημασία να σκεφτόμαστε τον φασισμό ιστορικά;", μας παραπέμπει στον Πρίμο Λέβι και στο βιβλίο του "Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν" (Άγρα, 2000), "εμποτισμένο στη μνήμη και ταυτόχρονα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον", με το οποίο θέλει να μας πει ότι "η συμπεριφορά μας πρέπει να καθορίζεται όχι μόνο από τη γνώση του φρικτού παρελθόντος αλλά και από τη γνώση ότι αυτές οι δυνατότητες είναι πολύ πιο κοντά μας από όσο φανταζόμαστε".

Μήπως αυτές οι δυνατότητες είναι πράγματι πολύ πιο κοντά μας από όσο φανταζόμαστε; 
Όταν μιλάμε για το αυγό του φιδιού, αλήθεια ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε;

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ενοχή μα κι ελπίδα δίχως τέλος: Στα βαθιά, η νέα ποιητική συλλογή της Αιμιλίας Παπαβασιλείου



Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.

Με αυτό το μότο ξεκινά την τελευταία ποιητική της συλλογή Στα βαθιά (Γαβριηλίδης, 2017) η Αιμιλία Παπαβασιλείου. Το πρώτο ποίημα το ονομάζει "Χειμώνας στην πόλη" και το αφιερώνει στη μνήμη του Χανιώτη ποιητή Γιώργη Μανουσάκη που έφυγε μέσα στο καταχείμωνο, Φεβρουάριο του 2008:

Χειμώνας και αγωνίζεσαι
το βάρος τ' ουρανού να αντέξεις
και των κυμάτων τη σφοδρή επέλαση.
........................................

Και τι όμορφα που περιγράφει την πόλη το χειμώνα, την πόλη της, την πόλη μας, τα Χανιά

Σαν πλοίο τρικάταρτο
με το φάρο, το μιναρέ και το καμπαναριό σου...

Ακολουθεί το ποίημα Η Καταιγίδα"

Περαστικό μπουρίνι, σκέφτηκαν πολλοί.

Όμως, τα ποιήματα  της Αιμιλίας δεν είναι περιγραφές της πόλης και των φυσικών φαινομένων της· οι εικόνες της είναι περιγραφές συναισθημάτων, καταστάσεων, είναι αγωνίες, θραύσματα από βεβαιότητες που έγιναν αυταπάτες, είναι διαψεύσεις ονείρων κι εξομολογήσεις για τη "δίχως τέλος ενοχή". 

Τυφλοί και ανυποψίαστοι
μες στη ραστώνη του καλοκαιριού
δεν είδαμε τα σύννεφα...

Λόγος μεταφορικός, υπαινικτικός, επικαλούμενος κάποτε την ήττα· κι όταν μια σταλιά ελπίδας δείχνει να ξεπροβάλει, αυτή ήταν ψεύτικη, απάτη των ματιών, μια αυταπάτη...

Να τώρα, κάτι άρχισε να φαίνεται
αυτό εκεί που πρασινίζει,
εκείνο εκεί...
Τι κρίμα, ήταν μια πράσινη κλωστή, μια αυταπάτη.

Η ποίησή της θυμίζει τον Τάσο Λειβαδίτη κι ακόμη περισσότερο τον Μανόλη Αναγνωστάκη, οι παραπάνω στίχοι μου 'φεραν στο νου το ποίημα του τελευταίου "Στ' αστεία παίζαμε"  (Στ' αστεία παίζαμε!/.../Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας/Κλέφτες!/Στα ψέματα παίζαμε!)

Διαβάζω την απογοήτευση στα ποιήματα της Αιμιλίας, στα βαθιά μέσα της σα να έχει φωλιάσει η στενοχώρια, ο προβληματισμός για το μάταιο, το άδικο, το απατηλό. Στενοχώρια φέρνουν και σε μας οι στίχοι της όταν λέει

Αγιάτρευτες απώλειες και αποχωρισμοί,
Πένθη βαριά που πνίγονται μέσα σε άλλα πένθη
.......................................
"Δεν χάσαμε" σου λέγανε.
"λάθος δεν κάναμε ποτέ..."

Το δεύτερο μότο στη μέση της συλλογής δείχνει σα να θέλει να ξανασκεφτεί, να δει και την άλλη όψη των πραγμάτων, ν' ανασυντάξει όσα μπερδεμένα σκοτίζουν το νου και την καρδιά της.

Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.
Με τη γραφή ανασυντάσσομαι.

Ψάχνει τον αντίλογο

Πόσες φορές έχει σημάνει συναγερμός.
Πόσες φορές γκρεμίστηκε και φτιάχτηκε ο κόσμος.

Ομορφιά, επιμονή, οργή, ευθύνη, έρωτας, ποίηση, ιστορία, ζωή· κι ελπίδα δίχως τέλος κι έτσι τελειώνει 

Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.
Με τη γραφή ανασυντάσσομαι.

Όσο ελπίζω, γράφω.


Ξεχωριστά και ιδιαίτερα παρών ο πατέρας της κι εδώ:

Εσένα σκέφτομαι, πατέρα, που έλεγες
"Φοβόμουν αλλά έπρεπε,
δεν είναι ζωή η ανυποληψία"...

και οι πληγές, ο τρόμος, το κακό, η μετριότητα, ο φόβος, οι κλέφτες που έμπαιναν στο σπίτι και ο πατέρας έκλαιγε

Κεφάλι χωρίς συνέχεια,
αυθύπαρκτο και ζωντανό.
Όπως του Άρη και της Κλάδου...

Κάθε ποίημα και αφορμή για κουβέντες και αναστοχασμούς

μέσα στο μίξερ των ιδεών
στις συμπληγάδες της συνεννόησης

Ευτυχώς Αιμιλία, αγαπημένη μου Έμμυ, 
ευτυχώς, λέω γω, και συνεχίζω,
που η ελπίδα δεν έχει τέλος, 
προπαντός.