Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Οι βιβλιοθήκες ως χώροι κατανάλωσης ή ως χώροι ειδικών λειτουργιών; Μερικές σκέψεις και πολλά ερωτήματα


Με αφορμή το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του αρχιτέκτονα Χάρη Χεϊζάνογλου που αναρτήθηκε χθες στο ιστολόγιο του Βιβλιοθηκάριου με τίτλο "Οι βιβλιοθήκες ως χώροι κατανάλωσης", διατυπώνω λίγες σκέψεις ως πιθανή αφορμή για παραπέρα προβληματισμό και συζήτηση. 

Η άποψη του γράφοντος έχει ενδιαφέρον, όταν μάλιστα είναι αρχιτέκτονας, δηλαδή άνθρωπος, καλύτερα επιστήμονας/επαγγελματίας/μελετητής του χώρου και των λειτουργιών του. Σημειώνει ότι " οι χώροι πια δεν ταυτοποιούνται τυπολογικά όπως στο παρελθόν, σύμφωνα με την λειτουργία τους, ούτε σχεδιάζονται ως τέτοιοι",κι ενώ οι βιβλιοθήκες, όπως και τα μουσεία, "εξακολουθούν να υφίστανται ως λειτουργίες, σχεδιάζονται πλέον ως δημόσιοι χώροι με μια κυρίαρχη λογική που πριμοδοτεί ισχυρά το στοιχεία του θεάματος, της κατανάλωσης (εμπορικής και οπτικής) και της συνάθροισης με στόχο τα παραπάνω".

Δεν είμαι ειδική σε θέματα του χώρου, τα οποία όμως παρακολουθώ, ακριβώς γιατί θεωρώ ότι ο χώρος αποτελεί στοιχείο της ζωής μας και του πολιτισμού μας, διαμορφώνει την καθημερινότητά μας, την κουλτούρα μας, τις συνθήκες που αυτά αναπτύσσονται και λειτουργούν. Και μιας και χρησιμοποίησα την έννοια της λειτουργίας που και ο συντάκτης του κειμένου επικαλείται συνεχώς, αναρωτιέμαι αν αρκεί αυτό για να δώσουμε χαρακτήρα σε ένα χώρο, και συγκεκριμένα στο χώρο της βιβλιοθήκης. Και ποιες είναι οι λειτουργίες αυτές σήμερα;

Η αλήθεια είναι ότι, ακριβώς και επειδή υπάρχει αυτή η εξέλιξη και "εισβολή" της τεχνολογίας, γίνεται διεθνώς μια κουβέντα για το τι είναι και τι κάνει μια βιβλιοθήκη σήμερα, ακόμη και πώς πρέπει να ονομάζεται πλέον (για παράδειγμα εδώ). Και δυστυχώς, εμείς δεν συμμετέχουμε σ' αυτό το διάλογο και τον προβληματισμό, αλλά οι μισοί απλά αντιγράφουμε/μεταφέρουμε αυτά που φαίνονται πιο "μοντέρνα" (όχι νεωτερικά) και οι άλλοι μισοί τα κρίνουμε ή τα απορρίπτουμε χωρίς όμως πολλή παραπέρα επεξεργασία της σκέψης μας. Η κάθε πλευρά λειτουργεί μόνη της. Δεν υπάρχει πεδίο διαλόγου, δεν προσφέρεται από τους θεσμικούς φορείς, είτε είναι επίσημοι, δημόσιοι, κρατικοί φορείς ή είναι εκπαιδευτικοί ή είναι συνδικαλιστικοί/επιστημονικοί φορείς.

Κι έτσι, αντιγράφονται μοντέλα, καλλιεργείται όντως μία κουλτούρα θεάματος και κατανάλωσης, οι βιβλιοθήκες μετατρέπονται σε χώρους παιδικής χαράς, σε χώρους "εργαστηρίων τεχνολογίας", όπου αναρωτιέται κανείς αν οι  επισκέπτες ή χρήστες ή εν τέλει καταναλωτές τους, όπως τους ορίζει ο Χεϊζάνογλου, γνωρίζουν - τουλάχιστον - ότι η βιβλιοθήκη έχει και βιβλία, ότι δηλαδή οι χώροι που πηγαίνουν για να περιηγηθούν στους υπολογιστές ή για να χορέψουν ή για να μάθουν κηπουρική είναι - και - βιβλιοθήκες!

Θα έλεγα όμως από την άλλη ότι η βιβλιοθήκη είναι (ή πρέπει να είναι) ΚΑΙ ανοιχτός, δημόσιος, κοινωνικός χώρος, ένας "τρίτος χώρος", που όμως τα χαρακτηριστικά του δεν είναι είναι όπως αυτά του καφενείου ή του δημόσιου πάρκου (ή δεν μπορεί να είναι μόνο αυτά, ας αρχίσουμε να το συζητάμε και αυτό). Δανείζομαι τις ιδιότητες για το χώρο από τον David Harvey όταν ορίζει ότι ο δημόσιος χώρος είναι κατάλληλος για επικοινωνία και για κοινωνική συμμετοχή και παρέμβαση και από τον Ray Oldenburg όταν ορίζει τον τρίτο χώρο ως τον άτυπο δημόσιο χώρο πέραν της κατοικίας και της εργασίας και όπου περιλαμβάνει καφενεία, βιβλιοπωλεία, διάφορα στέκια, ακόμη και κομμωτήρια και στον οποίο εγώ θα πρόσθετα τη βιβλιοθήκη (αναφορές κάνω εδώ)

Κι επίσης, ας το συζητήσουμε, για ποιους είναι απαραίτητη η βιβλιοθήκη; Και ποιοι είναι οι εργάτες της γνώσης; Μήπως στενεύει την έννοια της βιβλιοθήκης ο περιορισμός αυτός;

Κι αφού καταθέτω μερικές σκέψεις και βάζω ερωτήματα, ας μου επιτραπεί να παραθέσω δυο τσιτάτα του Μανώλη Παπαδολαμπάκη (αρχτέκτονας επίσης, ήταν καθηγητής στο ΑΠΘ) από το βιβλίο του "Χώροι της ελευθερίας, 1. Δοκίμια για μια διαλεκτική της χωροποιητικής" (Εξάντας, 1988).
Το πρώτο αφορά τη δομή και τη μορφή του χώρου:

"Δείξε μου τη γεωμετρία σου 
να σου πώ την ιδεολογία σου"

ενώ το δεύτερο είναι ένα τρίπτυχο που χαρακτηρίζει την υποβάθμιση, όπως λέει, της ποιότητας της καθημερινότητας και του χώρου της:

"Fast-food, Fast-love, Fast-culture"

 Κι επειδή συμφωνώ ότι υπερέχει το θέαμα και το κλίμα ευφορίας και καταναλωτισμού, θα επικαλεστώ τον Zygmunt Bauman που στο εξαιρετικό βιβλίο του "Ζωή για κατανάλωση" (Πολύτροπον, 2008) - και στο οποίο δεν χαρίζεται ούτε στον καταναλωτισμό της πληροφορίας - γράφει  για "μια νέα μορφή εκπολιτιστικής διαδικασίας, για ένα εναλλακτικό και φαινομενικά βολικότερο τρόπο επιτέλεσης του έργου της διαδικασίας αυτής", που θα είναι λιγότερο ευεπίφορος σε συγκρούσεις:

"... Ο νέος αυτός τρόπος, τον οποίο εφαρμόζει η ρευστή μοντέρνα κοινωνία των καταναλωτών, προκαλεί ελάχιστες ή μηδενικές αντιρρήσεις, αντιστάσεις ή εξεγέρσεις, χάρη στη μεθόδευση της παρουσίασης της νέας υποχρέωσης (της υποχρέωσης να επιλέγει κανείς) ως ελευθερίας επιλογής....".

Και βέβαια δεν πρέπει να παραλείψω ότι αν και δεν αναφέρθηκα εδώ καθόλου στη σημερινή δεινή κατάσταση που βιώνουμε στη χώρα μας ούτε και σε αιτίες κτλ (έχω εξάλλου αναφερθεί σε άλλες αναρτήσεις και αυτά ισχύουν), για τα όποια ερωτήματα και προβληματισμούς έθεσα, οπωσδήποτε οι σκέψεις και οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι σε  άλλο, θεωρητικό, εκτός πραγματικότητας πλαίσιο.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Στον καιρό της σχόλης: αναμνήσεις από την Κρήτη του 17ου αιώνα, του Τζουάνε Παπαδόπουλου




Τι κάνει ένας συνταξιούχος για να περάσει τον καιρό του; Γράφει, ανιστορεί και διηγείται τη ζωή του και τη ζωή του τόπου του. Αυτό κάνει ο Τζουάνες Παπαδόπουλος από τον Χάνδακα, στα 78 του χρόνια. Είχε αναγκαστεί ν' αφήσει τον τόπο του το 1669, όταν τον κατέλαβαν οριστικά οι Οθωμανοί και μέσω Κέρκυρας είχε εγκατασταθεί στην Ίστρια αρχικά και αργότερα στην Πάδοβα. 


Με απλό και γλαφυρό τρόπο δίνει στοιχεία για τον Χάνδακα, αλλά και για όλη την Κρήτη σε πολλές περιπτώσεις, του 17ου αιώνα, για τον τόπο, τους ανθρώπους, τον τρόπο ζωής, τις συνήθειες, τις γιορτές. Αναφέρεται σε τοπωνύμια που ακόμα υπάρχουν (π.χ. Μασταμπάς), στο ιστορικό κατασκευής της κρήνης Μορεζίνι (κρήνη Μοροζίνι, πρόκειται για τα γνωστά Λιοντάρια στο κέντρο του Ηρακλείου), στις εφτά πύλες της πόλης, στα οχυρωματικά της έργα.



Περιγράφοντας την κοινωνική διαστρωμάτωση, μας μιλά για τη διάκριση στους Βενετούς της αποικίας (ήταν η ελίτ της κοινωνίας, λέγονταν επίσης άρχοντες ή ευγενείς, ήταν καθολικοί, με εξαίρεση τους Καλλέργηδες), στους Κρητικούς ευγενείς (ορθόδοξοι ή και καθολικοί Κρητικοί που έπαιρναν τον τίτλο ως αντάλλαγμα) και στους τσιταδίνους (αστοί, ξεχωριστή κάστα πριν γίνουν ευγενείς). Οι Βενετοί μπορούσαν να παντρεύονται κορίτσια ορθόδοξων Κρητικών, ο γάμος γινόταν με το καθολικό τυπικό, στη συνέχεια όμως καθένας ήταν ελεύθερος ν' ακολουθήσει το δικό του δόγμα.

Μας πληροφορεί ότι οι ευγενείς είχαν στο σπίτι τους έξι ή περισσότερους μπράβους (φονιάδες, όχι απλά παλληκαράδες), που τους συνόδευαν όταν έβγαιναν έξω.  Και μας διηγείται το πάθημα του Τζαν Αντώνιου Μοάτσου όταν έβαλε τους μπράβους του να χτυπήσουν το φτωχό Τσεζαρίνι.

Δίνει πληροφορίες για τα επαγγέλματα της εποχής του, για τα δικαστήρια, για την αγροτική παραγωγή, για την καθημερινή ζωή, για τα φαγητά. Περιγράφει τις γιορτές, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, τις Απόκριες (με το έθιμο του πορτοκαλοπόλεμου κτλ.).

Ο Τζουάνες Παπαδόπουλος προς το τέλος της ζωής του υπέγραφε ως Κομνηνός-Παπαδόπουλος, υποστηρίζοντας ότι ήταν απόγονος της βυζαντινής οικογένειας των Κομνηνών. Έτσι υπέγραφε και ο γιος του Νικόλαος, τον οποίο μάλιστα αναφέρει συχνά στο βιβλίο. Πρόκειται για τον λόγιο Νικόλαο Κομνηνό Παπαδόπουλο (1651-1740), θεολόγο, φιλόσοφο και νομομαθή. (Πάντως, ένα ενδιαφέρον στοιχείο που παραθέτει ο επιμελητής του βιβλίου στην εισαγωγή του είναι ότι οι Παπαδόπουλοι είχαν καταγωγή από τα Σφακιά και ήταν ίδια οικογένεια με τους Σκορδίληδες - αυτά για όσους ψάχνουν από πού τραβά η σκούφια τους, σήμερα πάντως δεν υπάρχουν Παπαδόπουλοι στην Κρήτη, απ' όσο ξέρω ...).


Το στοιχείο που ξεχωρίζει στο βιβλίο δεν είναι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και ο τρόπος συγγραφής του. Ο  Παπαδόπουλος δίνει τίτλους περιεχομένων στο πλάι των σελίδων (κάτι σαν τα σημερινά αναρτήματα - ετικέτες - tags) που μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες με μια γρήγορη ματιά, ίδια κείμενα που παραθέτει και στο τέλος με τίτλο "Πίνακας των περιεχομένων αυτού του βιβλίου από άξεστη πένα". Στην αρχή του κειμένου του ο συγγραφέας σημειώνει ότι οι πληροφορίες που παρουσιάζει "με άξεστη πένα και άτεχνα λόγια" είναι πέρα για πέρα αληθινές. Προφανώς χρησιμοποιεί τη φράση αυτή για να δείξει ότι γράφει απλά, όπως του έρχονται στη μνήμη τα πράγματα, χωρίς διορθώσεις, εξάλλου είναι 78 χρονών. Και η πένα είναι άξεστη, υποθέτουμε ότι δεν χρησιμοποιεί ξέστρο "για την απόξεση της μελάνης σε περίπτωση λαθών ή κηλίδων", όπως μας περιγράφει ο Μιχάλης Καϊρης στο θαυμάσιο βιβλίο του "Χαρτί και καλαμάρι: τα εργαλεία της γραφής" στη σελίδα 85  (εκδ. Πορεία 2008).




Το βιβλίο είναι άλλη μια εξαιρετική έκδοση από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης (2012), αφιερωμένο στον καθηγητή Νικ. Παναγιωτάκη (1935-1997, σπουδαίο φιλόλογο, διευθυντή του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας μέχρι το θάνατό του, με καθοριστική συμβολή στην αποκάλυψη και ανάδειξη στοιχείων του πολιτισμού της βενετοκρατούμενης Κρήτης). Έχει μεταφραστεί από τη Ναταλία Δεληγιαννάκη, προλογίζει η Χρύσα Μαλτέζου, σπουδαία ιστορικός, διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας, ενώ η επιμέλεια, η εισαγωγή και ο σχολιασμός είναι του Alfred Vincent.Η δουλειά του Vincent είναι εξαιρετική, δίνοντας πολλές πληροφορίες για το συγγραφέα και το έργο του, αλλά και για το κοινωνικό, ιστορικό και επιστημονικό πλαίσιο που σχετίζεται με αυτό, ενώ παραθέτει πλούσια βιβλιογραφία, πολύ χρήσιμη για έναν μελετητή αλλά και για όποιον ενδιαφέρεται για σχετικά θέματα.

Ο πρωτότυπος τίτλος του ήταν L' Occio, δηλαδή στα ιταλικά σήμερα ozio ή στα λατινικά otium, που σημαίνει, όπως μας πληροφορεί ο επιμελητής, ελεύθερος χρόνος, αργία, έλλειψη δουλειάς. Ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα για τον ελεύθερο χρόνο, μα... και μια καλή ιδέα, κάτι σαν ... πρόταση (;), για μια διαφορετική, πιο παραγωγική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου. Μήπως και το ιστολογείν είναι κάτι ανάλογο για ... τον καιρό της σχόλης σήμερα; Ίσως.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν, του Δημ. Βικέλα


Το εξώφυλλο του βιβλίου στις εκδόσεις Εκάτη

Μου αρέσουν οι διηγήσεις παλαιοτέρων ετών που δίνουν την εικόνα της εποχής και των τόπων που περιγράφουν. Τέτοιο είναι το βιβλίο του Δημητρίου Βικέλα "Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν". Το βιβλίο είναι η επιστολή που έστειλε ο συγγραφέας σε Γάλλο φίλο του, φιλέλληνα, όπου του περιγράφει το ταξίδι που έκανε το 1884 μαζί με φίλους του στην Ελλάδα της εποχής. Ξεκίνησαν από τον Πειραιά με το πλοίο "Θεσσαλία", πέρασαν τον Ισθμό, έφτασαν στο Ρίο, άλλαξαν πλοίο, επιβιβάστηκαν στο "Θησέας", πέρασαν από τις Εχινάδες νήσους, επισκέφθηκαν το Μεσολόγγι, την Άρτα και την Πρέβεζα, έφτασαν βόρεια μέχρι την αρχαία ρωμαϊκή πόλη Νικόπολη και στη συνέχεια κατηφόρισαν μέχρι την Ολυμπία.

Για κάθε τόπο, περιγράφει τι είδαν, μιλά για την ιστορία και για τα έθιμα, δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον πολιτισμό εκείνης της εποχής. Είναι υπέρμαχος της φουστανέλας, δεν του αρέσει που συναντούν δήμαρχο με ... δυτική ενδυμασία, γράφει όμως: "Ανάγκη να το παραδεχθώμεν, ότι η πρόοδος δεν συμβιβάζεται με την φουστανέλαν, ότι ο εξευρωπαϊσμός δεν την ανέχεται". Δεν συμφωνεί με τις αλλαγές που έγιναν σε τοπωνύμια, δεν του αρέσει που το Βραχώρι τώρα λέγεται Αγρίνιο, ενώ χαίρεται που ο Καρβασαράς δεν ακούγεται ως Άργος Αμφιλοχικόν.

Κάνει λόγο για τη μετανάστευση που είχε ήδη αρχίσει προς την Αμερική, την Αίγυπτο αλλά και τη μακρινή Αυστραλία. Συνάντησε στο πλοίο κάποιον που ήλθε "από το Σικάγον, εις τα βάθη της Αμερικής, όπου διέμενε επί δεκατέσσερα έη, άνευ ειδήσεων εξ Ελλάδος, επιστρέφει δε εις το χωρίον του διά να ίδη εάν η μήτηρ του ζή..."

Και παρακάτω, γράφει:

"Εκ των σημερινών φίλων μου άλλος, παντοπώλης εγκατεστημένος εις χωρίον της Αιγύπτου, - του οποίου δεν εγνώριζα, ούτε σύ, υποθέτω, γνωρίζεις την ύπαρξιν και το όνομα, - επανέρχεται εις την πατρίδα διά να νυμφευθή. Μετά τον γάμον θα επιστρέψη εις το παντοπωλείον του, αλλ' από καιρόν εις καιρόν εάν οι υποθέσεις το επιτρέπωσι, σκοπεύει να ταξειδεύη προς επίσκεψιν της νεαράς συζύγου του, ότε δ' αποκτήση τα ικανά του, θα παραιτήση τα ξένα και θα έλθη να διαβιώση εν τ ω μέσω της οικογενείας , την οποίαν εις το μεταξύ θ' αποκτήση κατά τας περιοδικάς του επισκέψεις εις την πατρίδα... Όλοι σχεδόν οι παντοπώλαι της Κωνσταντινουπόλεως, της Μικράς Ασίας και της Αιγύπτου είναι Έλληνες εκ Πελοποννήσου ή της Ηπείρου...."

Μου θύμισε ένα δικό μου φίλο, το Φώτη, από ένα χωριό της Παραμυθιάς, που είχε φτιάξει ένα μικρό τοπικό μουσείο με αντικείμενα από συχωριανούς του που είχαν πάει στην Αίγυπτο και θυμάμαι τα ντεφτέρια με τα βερεσέδια και τα αντικείμενα από τα καταστήματά τους, τα παντοπωλεία που αναφέρει ο Βικέλας. Είχα τότε εντυπωσιαστεί πώς οι Ηπειρώτες είχαν βρεθεί στην Αίγυπτο!

Αναφέρεται στην κακή διοίκηση και σε πολλά σημεία κάνει λόγο για τον τρόπο λειτουργίας (ή μη λειτουργίας) της δικαιοσύνης. "Ενίοτε ο φυγόδικος υποβάλλεται εις προφυλάκισιν μακροτέραν της φυλακίσεως την οποίαν συνεπάγεται η καταδίκη. Εις οποίας δε φυλακάς κλείονται οι δυστυχείς!.."

Όταν φτάνει στην Ολυμπία, αναφέρεται στο Μουσείο που οικοδομείται επί της κορυφής λοφίσκου κοντά στον Πύργο, χάρι "στη γενναιοδωρία του κ. Συγγρού" (σήμερα, βέβαια, έχουμε πληρέστερη εικόνα για την προσωπικότητα του συγκεκριμένου ευεργέτη). Και για τα τοπικά μουσεία εκφράζεται: "Δεν αγνοώ τα λεχθέντα υπέρ και κατά της συστάσεως επαρχιακών μουσείων εν Ελλάδι, παραδέχομαι δ' εν μέρει το ορθόν όσων ενστάσεων προεκάλεσεν η ανέγερσίς των, ενόσω λαμβάνονται υπ' όψιν αι αξιώσεις μόναι των αρχαιολόγων και ενόσω πρόκειται περί αντικειμένων μικρού μεγέθους και σημασίας αποκλειστικώς επιστημονικής. Αλλά το ζήτημα δύναται να εξετασθή υπό ποικίλας επόψεις, φρονώ δε ότι έχει τις ν' αντιτάξη διάφορα επιχειρήματα εις τους θέλοντας την εις Αθήνας συγκέντρωσιν όλων των αρχαιολογικών θησαυρών της Ελλάδος..."

Θαυμάζει την τοποθεσία της Ολυμπίας που την περιγράφει ως "μέγιστον αμφιθέατρον", όπου "εν τω μέσω ετελείτο το θέαμα, οι πέριξ λόφοι αποτελούν τα βαθμίδας, οι θεαταί συνωθούμενοι υπό την σκιάν των δένδρων έβλεπον υψόθεν την λαμπράν τελετήν των αγώνων".

Στον Πύργο συναντούν θίασο "Καφέ - Αμάν", που ονομάζεται έτσι για να διακρίνεται από το "Καφέ - σαντάν". "Ο δεύτερος εκπροσωπεί τον πολιτισμόν της Δύσεως, δια του Καφέ - αμάν επιστρέφομεν, ή μάλλον, ειπείν, μένομεν εις την Ανατολή".

Περιγράφει τα μικρά παιδιά που στέλνονται στην Αθήνα να δουλέψουν και να στείλουν λεφτά στην οικογένειά τους, και τα οποία "αποτελούν τάξιν ιδίαν εις Αθήνας". Τα περισσότερα από αυτά κατάγονται από την Πελοπόννησο, όπως μας πληροφορεί. "Ο μικρός απέρχεται διά να καθαρίζη υποδήματα, ή να πωλή εφημερίδας, ή να μεταφέρη μηνύματα και μικρά βάρη, μακράν - πολύ μακράν της πατρίδος του. Ενίοτε ο πατήρ, ή η μήτηρ, ή και ο μικρός αυτός συνομολογούν συμβόλαιον μετ' εργολάβων μετερχομένων το επάγγελμα τούτο. Ο εργολάβος προκαταβάλλει ποσόν τι επί τω όρω του να φέρη προς αυτόν ο μικρός ό,τι κερδίσεη εντός της ημέρας, υποχρεωμένου του εργολάβου να παρέχη τροφήν, κατοικίαν και ενδυμασίαν εις τον παίδα. .."

Και αναφέρεται στις ενέργειες του Αθηναϊκού Συλλόγου Παρνασσός να προστατεύσει αυτά τα παιδιά συστήνοντας  "Σχολάς των απόρων παίδων".

Παρατηρεί ότι τον Μάιο δεν τελούνται γάμοι, χωρίς αυτό να υπαγορεύεται ούτε από το Νόμο ούτε από την Εκκλησία, όπως λέει (ο Σουρής νομίζω δεν είχε γράψει κάτι σχετικό στο Ρωμιό;).




Η πρώτη έκδοση του βιβλίου είχε γίνει το 1886 από τον Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων. Εδώ, το εξώφυλλο της επανέκδοσης του 1979
Αξίζει να διαβάσει κανείς το βιβλίο, ας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, είναι ενδιαφέρον. Το είχα διαβάσει στην έκδοση του Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, δανεισμένο από τη Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Ευγενίδη (στην έκδοση του 1979). Υπάρχει πάντως και νεώτερη έκδοση, του 1991, από τις εκδόσεις Εκάτη.

Υ.Γ. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η εξαιρετική δημοτική βιβλιοθήκη του Ηρακλείου Κρήτης ονομάζεται Βικελαία από τον Δημ. Βικέλα που δώρισε τη συλλογή του στο Δήμο Ηρακλείου για να δημιουργηθεί μια από τις καλύτερες βιβλιοθήκες της χώρας. Τόσο οι συλλογές της, όσο και οι εκδόσεις της είναι ανεκτίμητος πνευματικός θησαυρός.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Πάμε μια βόλτα στα Χανιά






Το Σαββάτο το βράδυ φτάνει
δώσ’ μου μάνα καινούρια αλλαξιά
τα παιδιά με προσμένουν στο λιμάνι
στο μπαλκόνι καθισμένη η κοπελιά.

Μοσχοβολούν οι γλάστρες,
μοσχοβολάει ο σγουρός βασιλικός
μοσχοβολάει κι η αγάπη
κύμα με κύμα μεγαλώνει ο ωκεανός.

Πάμε βόλτα στα Χανιά στην κάτω γειτονιά
να πάρουμε μια βάρκα με πανιά
Πάμε βόλτα στα Χανιά στην κάτω γειτονιά
στη θάλασσα να βγούμε στ’ ανοιχτά.

Το Σαββάτο το βράδυ φως μου
είμαι πρίγκιπας, είμαι υπουργός
έχω όλα τα πλούτη του κόσμου
δικιά μου η θάλασσα κι ο ουρανός δικός.

Το μπαλκονάκι σου δικό μου
δικές μου οι γλάστρες κι ο σγουρός βασιλικός
κι αν με κοιτάξεις μες στα μάτια
σκλάβος σου γίνομαι κι υπήκοος πιστός

Πάμε βόλτα στα Χανιά στην κάτω γειτονιά
να πάρουμε μια βάρκα με πανιά.
Πάμε βόλτα στα Χανιά στην κάτω γειτονιά
στη θάλασσα να βγούμε στ’ ανοιχτά.

Μοσχοβολούν οι γλάστρες
μοσχοβολάει ο σγουρός βασιλικός
μοσχοβολάει κι η αγάπη
κύμα με κύμα μεγαλώνει ο ωκεανός.

Πάμε βόλτα στα Χανιά στην κάτω γειτονιά
να πάρουμε μια βάρκα με πανιά
Πάμε βόλτα στα Χανιά στην κάτω γειτονιά
στη θάλασσα να βγούμε στ’ ανοιχτά.

Το τραγούδι το' γραψε το 1959 ο Μίκης Θεοδωράκης (στίχοι και μουσική)










Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Γυνακείες αφίσσες


"Για τη διεθνή ημέρα της γυναίκας", ΕΣΣΔ, 1977

"Ένα πρωί, στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού το 1870, οι κάτοικοι ξύπνησαν κι αντίκρυσαν μια πόλη σκεπασμένη από αφίσσες με λαμπερό πράσινο χρώμα που ζητούσαν τη δημιουργία 10 ταγμάτων από γυναίκες "χωρίς διάκριση κοινωνικής τάξης". Θα ονομάζονταν "Αμαζόνες". Παρόλο που ήταν πια συνηθισμένοι στη ρητορική της γαλλικής επανάστασης, οι παρισινοί έμειναν σαστισμένοι. Η ρητορική είναι το ένα, η πράξη τ' άλλο. Μερικοί θορυβήθηκαν τόσο που οργάνωσαν ομάδες από μετριοπαθείς γυναίκες και παρουσίασαν αμέσως αντιαφίσσες υπέρ των διαπραγματεύσεων και της ειρήνης. Αυτή η μάχη των αφισσών, παρακινημένη κι υποστηριγμένη από ένθερμες επαναστάτριες σαν τη Λουίζ Μισέλ, έγινε μια σημαντική μορφή πολιτικού διαλόγου στη διάρκεια της Κομμούνας. Από τότε δεν έλειψε ποτέ..."

Έτσι ξεκινά το κείμενό της "Κοινωνία και τέχνη στις γυναικείες αφίσσες" η Ντόρε Άστον στο εξαιρετικό λεύκωμα "Γυναικείες Αφίσσες" που εκδόθηκε το 1980 από τις εκδόσεις Οδυσσέας (μετάφραη κειμένων και λεζαντών Γιάννα Νικολίτσα). Το πρωτότυπο είχε εκδοθεί το 1978 στην Ιταλία στα 100 χρόνια από το Α' Συνέδριο Γυναικών, στο πλαίσιο σχετικής Έκθεσης που είχε διοργανώσει ο Δήμος Βενετίας τη χρονιά εκείνη.

Η αφίσσα αποτελεί μορφή της δημόσιας έκφρασης για κάθε ζήτημα που απασχολεί την εκάστοτε κοινωνία. "Οι αφίσσες είναι ένα βαρόμετρο των γεγονότων και των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, ένας καθρέφτης που αντανακλά τις διανοητικές και πνευματικές δραστηριότητες, καθώς και τις πρακτικές εκείνες δραστηριότητες που ο άνθρωπος έχει φέρει σε πέρας".

Οι αφίσσες που παρουσιάζονται στο λεύκωμα χωρίζονται στις εξής κατηγορίες:
  • Η μητέρα
  • Η οικογένεια
  • Η ηρωίδα
  • Η ψηφοφόρος
  • Η 8 Μαρτίου
  • Η φεμινίστρια

Προηγούνται τρία εξαιρετικά κείμενα που αναφέρονται τόσο στο ιστορικό των γυναικείων αγώνων από την εποχή της Κομμούνας μέχρι το σήμερα (1978) αλλά και με αναφορές σε παλαιότερες γυναικείες μορφές, όσο και στα χαρακτηριστικά των αφισσών ως έργων τέχνης και στο ρόλο τους στη δημιουργία και ανάγνωση των εικόνων και στην επικοινωνία:
  • Εκατό χρόνια γυναικείων αγώνων (Καμίλα Ραβέρα)
  • Κοινωνία και τέχνη στις γυναικείες αφίσσες (Ντόρε Άστον)
  • Η πολιτική των λόγων και των εικόνων (Τζούλιο Ιταλιάνι
Εδώ παρουσιάζω ενδεικτικά κάποιες από αυτές, όλες όμως είναι ενδιαφέρουσες γιατί μεταφέρουν το κλίμα (και την αίσθηση θα έλεγα) της εποχής τους και του τόπου τους, ενώ ξαναφέρνουν στο νου πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που κάποτε έπαιζαν το δικό τους ξεχωριστό ρόλο και που πια τα πράγματα είναι τόσο διαφορετικά. Όλες προέρχονται από μουσεία, βιβλιοθήκες, πολιτικά κόμματα, επιστημονικούς συλλόγους ή και από ιδιωτικές συλλογές. Οι πληροφορίες στις λεζάντες είναι από το βιβλίο.

Μεγάλη Βρετανία, 1900. "Κατάδικοι και τρελοί δεν έχουν δικαίωμα ψήφου για το Κοινοβούλιο - Οι γυναίκες πρέπει να καταταγούν μεταξύ αυτών;"
Κέτε Κόλβιτς, Γερμανία, 1906. "Έκθεση για τη δουλειά της νοικοκυράς"

Γερμανία 8/3/1914. "Εμπρός για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες"
Γερμανία, 1924. "Γυναίκες! Σπάστε τις αλυσίδες του κεφαλαίου! Σκεφτείτε τη Ρόζα Λούξεμπουργκ"

Γερμανία, SPD, 1932-33. "Γυναίκες για την ελευθερία και την ειρήνη"
Ιταλία, Χριστιανοδημοκρατία, 1948. "Μαμά, ψήφισε εναντίον τους και για μένα"
Χιλή 1971. "Ελευθερία για την Άντζελα Ντέιβις"
Emory, ΗΠΑ, Κόμμα Μαύρων Πανθήρων 1971. Γράφει: "Άκου αυτά τα γουρούνια που χτυπούν την πόρτα μου και μου ζητούν τα λεφτά για το νοίκι, αυτοί θά 'πρεπε να μου πληρώνουν το νοίκι".
Μοζαμβίκη, Φρελίμο (Απελευθερωτικό Μέτωπο). "Το αντίδοτο στην αποικιοκρατία είναι η ένοπλη επανάσταση - αυτός είναι ο μόνος τρόπος για ν' αποκτήσει κανείς πλήρη ανεξαρτησία".

Νορβηγία, 1977. "8 Μάρτη - Διαδήλωση - Πάλη κατά της καταπίεσης της γυναίκας"
Δανία, Άαρχους, 1977. "Ψάξε να βρεις 5 λάθη"
ΗΠΑ. "Η γυναίκα μου δε δουλεύει"
Η Ραβέρα καταλήγει:

"Αν στη διαδικασία αλλαγής μπει αληθινά η αυθεντική ιδιαιτερότητα κι ο πλούτος των γυναικών, η απελευθέρωση της γυναίκας θα γίνει μια γενική ανθρώπινη κατάσταση".

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Άσμα πένθιμο, εις μνήμην Σωτήρη Σιώκου

Η τζαμαρία της παραλίας έρημη πια·
μαύρα  καράβια στο λυκόφως αραγμένα
θρηνούν το άσμα σου.

Προσδένοντας πορφύρα και πένθος
την καλλιμάρμαρη όψη σου
τρεις άγγελοι εσκάλιζαν
σ' ένα κοχύλι τρόμου·
συλλογισμένα τ' άλογα, χλιμίντρισαν στο Λιβυκό
και χάθηκαν στο κύμα.

Εκεί βαθιά στο πέλαγος,
βαθιά στο άρμα της δύσης,
τα μυστικά χλωρών αιώνων αγναντεύεις
θρίβοντας δάκρυα, ρυθμούς
στης μνήμης μας τα τέμπλα.

Γαλήνιος στις τρικυμίες των καιρών,
τους χτύπους των νερών
μες στην ψυχή σου κυματίζεις·
στις μελωδίες χιλιάδων στραντιβάριους,
που χρόνια τώρα εγύρευες,
αθάνατος χορεύεις. 


Σκληρός ο θάνατος, και ακόμα πιο σκληρός ο αιφνίδιος θάνατος.
Όπως του Σωτήρη Σιώκου σήμερα το πρωί. Είναι λιγότερο από μήνας που τον ακούσαμε στις ημερίδες του Σύριζα για το βιβλίο και τις βιβλιοθήκες. Υπεύθυνος ο ίδιος στον τομέα Πολιτισμού, διακριτικά και σύντομα τοποθετήθηκε  στο τέλος, αφήνοντας χώρο για συζήτηση ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. 

Τι άλλο να παραθέσω στη μνήμη του από ένα ποίημα της ίδιας της συντρόφου του Γιώγιας Σιώκου.
 Καλή δύναμη Γιώγια.

Σαν σήμερα πριν από 20 χρόνια είχε φύγει και η Μελίνα!

(Το ποίημα και οι εικόνες είναι από την πρώτη ποιητική συλλογή της Γιώγιας Σιώκου "Ο εμπαιγμός των ειδώλων", έκδοση Δελφίνι 1994 με χαρακτικά του Γιάννη Γουρζή.)

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

30 χρόνια από την έναρξη πρόσβασης σε βάσεις δεδομένων: θύμησες από τη Βιβλιοθήκη του ΤΕΕ

Η Βιβλιοθήκη του ΤΕΕ μπαίνει στη νέα εποχή, φθινόπωρο 1983


Ξεφυλλίζοντας παλιά τεύχη του Ενημερωτικού Δελτίου του ΤΕΕ, βρέθηκα στα τεύχη του 1983. Ήταν τότε, προς τα τέλη του έτους, που ξεκίνησε η λειτουργία του δικτύου Euronet και η απ' ευθείας (online ή επιγραμμική όπως έχουμε αποδόσει τον όρο) πρόσβαση σε βιβλιογραφικές βάσεις δεδομένων, αφού είχε βέβαια προηγηθεί σχετική επικοινωνία με τον ΟΤΕ (υποδιεύθυνση Telex-Data) σχετικά με το δίκτυο. Δύο ελληνικοί φορείς είχαν αναπτύξει αυτές τις υπηρεσίες, το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας με τη Μονάδα Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης (Βιβλιοθήκη), οπωσδήποτε βέβαια σε ευρύτερη κλίμακα το ΕΚΤ, ενώ το ΤΕΕ απευθυνόταν κύρια στο χώρο των μηχανικών.

Ασχολήθηκα με την "ηλεκτρονικοποίηση" της Βιβλιοθήκης του ΤΕΕ από την αρχή  (με την προτροπή και την υποστήριξη της Άννας Σολωμού πάντα και διαρκώς) και παρακολουθούσα τις εξελίξεις στο χώρο από πολύ κοντά. Επιτελούσαμε ένα έργο για την εποχή του πρωτοποριακό και βέβαια το έργο αυτό ήταν συμπληρωματικό στο όλο έργο της Βιβλιοθήκης που σε πολλά του σημεία ήταν συνολικά πρωτοποριακό για την Ελλάδα (όπως η λειτουργία της ειδικής τεχνικής πληροφόρησης και η λειτουργία της Τεκμηρίωσης σε διάφορες μορφές υλοποίησης κτλ., και όλα αυτά χάρη στην ποιότητα του προσωπικού αλλά και στην ανταπόκριση - βέβαια συχνά με πολλές προσπάθειες - των Διοικήσεων του ΤΕΕ). Έτσι, νιώθω όμορφα ξαναδιαβάζοντας τα δύο πρώτα εκείνα άρθρα στο Ενημερωτικό Δελτίο, το φθινόπωρο του 1983.  Οπωσδήποτε, αυτά ανήκουν πλέον στην ιστορία και σαν τέτοια τα παρουσιάζω εδώ.



Η διαδικασία άμεσης πρόσβασησ στις βάσεις δεδομένων
Στο φύλλο 1278 της 3ης Οκτωβρίου 1983 διαβάζουμε:



Με το σύστημα αυτό, θα έχει τη δυνατότητα οποιοσδήποτε να παίρνει βιβλιογραφικές πληροφορίες που τον ενδιαφέρουν πάνω σε συγκεκριμένο θέμα. Η εγκατάσταση μιας υπηρεσίας ON LINE αποτελείται από μια τερματική διάταξη (TERMINAL) με οθόνη που λειτουργεί με τρόπο ασύγχρονο (COMPATIBLE TELETYPES), ένα MODEM, ένα TYPEWRITER, ένα PRINTER και φυσικά μια τηλεφωνική συσκευή. Η σύνδεση θα γίνεται με επιλεγόμενο τηλεφωνικό δίκτυο μέσω του ΟΤΕ και του   Ευρωπαϊκού δικτύου πληροφοριών Euronet.

Το  Euronet είναι δίκτυο μεταγωγής των δεδομένων σε πακέτα, πράγμα που επιτρέπει την ταχεία και φτηνή μεταβίβαση των πληροφοριών, ενώ τα τιμολόγια τηλεπικοινωνιών θα είναι ανεξάρτητα της απόστασης και θα εξαρτώνται μόνο από την χρονική διάρκεια της σύνδεσης και από τον όγκο των δεδομένων που μεταβιβάζονται (DATA TRANSMISSION COST).

Η αναζήτηση πληροφοριών άμεσης προσπέλασης (ON LINE RETRIEVAL SERVICES) είναι αποτέλεσμα της ραγδαίας ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας και συνακόλουθα της μεγάλης ανάπτυξης της επιστημονικής εκδοτικής δραστηριότητας (έτσι π.χ. τα Chemical Abstracts αποδελτιώνουν περίπου 1400 τίτλους περιοδικών απ' όλο τον κόσμο!). Και οπωσδήποτε, μια και τα συστήματα αυτά είναι αυτοματοποιημένα, στη βελτίωση και διάδοσή του συντέλεσαν η ανάπτυξη της ηλεκτρονικής – τεχνικής των κομπιούτερ και των SOFTWARE – και των συστημάτων επικοινωνίας”.


Απόσπασμα από το πρώτο δημοσίευμα στο Ενημερωτικό Δελτίο ΤΕΕ, τεύχος 1278, 3 Οκτωβρίου 1983

Στο φύλλο 1287 της 5ης Δεκεμβρίου 1983, η σύνδεση είχε ήδη ξεκινήσει, οπότε το δημοσίευμα είχε περισσότερες λεπτομέρειες για την ίδια την αναζήτηση, τις βάσεις δεδομένων, ενώ περιείχε και το έντυπο που έπρεπε να συμπληρώσουν οι ενδιαφερόμενοι (αυτά τα ίδια έντυπα χρησιμοποιούσαμε για χρόνια κι έτσι γινόταν η καταμέτρηση των ερευνών και δημοσιευόταν στις ετήσιες αλλά και περιστασιακές απολογιστικές εκθέσεις).

 Όπως φαίνεται  στις παρακάτω φόρμες με κάποιες από τις πρώτες έρευνες που έγιναν μόλις ξεκίνησε η υπηρεσία, σημειώνονται όλες οι πληροφορίες που αφορούν την εν λόγω εργασία και τελικά το κόστος (το οποίο υπολογιζόταν σε "λογιστικές μονάδες" και ήταν ανάλογο με το χρόνο σύνδεσης και τη μορφή παρουσίασης των ανακτώμενων πληροφοριών και βέβαια ανάλογο με τη βάση δεδομένων). Σημειώνεται ότι ενώ οι έρευνες αυτές είχαν κόστος το οποίο επιβάρυνε τον τελικό χρήστη (ως φυσικό πρόσωπο ή το ίδρυμα μερικές φορές, όχι πάντα), τόσο οι μηχανικοί του ιδιωτικού τομέα και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά και οι μηχανικοί-ερευνητές των ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων σε πάρα πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν αυτή την υπηρεσία του ΤΕΕ. Υπήρχαν μάλιστα συγκεκριμένοι τομείς ή άτομα που ήταν για χρόνια τακτικοί "πελάτες" μας και υπάρχουν αρκετά ονόματα που μπορώ ναζ θυμηθώ από την εποχή εκείνη.
Ο ίδιος ερευνητής επανήλθε για συνέχιση της αναζήτησης

Οι ερευνητές του Πολυτεχνείου ήταν μόνιμοι "πελάτες" της υπηρεσίας"online"

Ήταν πολλοί και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που χρησιμοποιούσαν την υπηρεσία, κυρίως αρχιτέκτονες
Η πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων γινόταν μέσω των προμηθευτών ή παροχέων (ή παρόχων) ή διαθετών τέτοιων υπηρεσιών (hosts), που ήταν μεγάλες υπηρεσίες πληροφοριών όπως η ESA-IRS (της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος), η Telesystemes-Pascal (γαλλική υπηρεσία μικρής εμβέλειας, με γαλλικές κυρίως βάσεις δεδομένων), η Fiz-Technik (γερμανική υπηρεσία), η Dialog (αμερικάνικη, της Lockheed) κ.ά. Πρέπει βέβαια να παρατηρήσει κανείς ότι δεν είναι τυχαία η σύνδεση με εταιρείες όπως η Lockheed, δείχνει τη στρατηγική σημασία που δινόταν στην πληροφόρηση, εξάλλου το ίδιο θα δει κανείς και στην ιστορία των τηλεπικοινωνιών μετά τον πόλεμο (θυμίζω πως το σημερινό Ιντερνετ ξεκινά από το δίκτυο Arpanet του αμερικάνικου Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, κτλ. κτλ.).


Οι μηχανικοί ενημερώνονταν συνεχώςε για την υπηρεσία "online"
Το ΤΕΕ είχε συμβόλαια πρόσβασης με όλους τους γνωστούς διαθέτες, μεγαλύτερη όμως χρήση έκανε στις βάσεις δεδομένων της ESA-IRS με την οποία είχε ξεκινήσει συνεννοήσεις ήδη από τον Απρίλιο του 1982. Το κόστος ήταν ανάλογο με τη χρήση, όπως το ανέφερα ήδη παραπάνω. Η μορφή και το μέσον παρουσίασης των βιβλιογραφικών εγγραφών διαφοροποιούνταν ανάλογα με την επιθυμία του χρήστη αλλά και την οικονομική δυνατότητα πολλές φορές. Έτσι, μπορούσε να γίνει εμφάνιση επιλεγμένων πεδίων, ξεκινώντας από την απλή εμφάνιση μόνο τίτλων και φτάνοντας στην πλήρη εμφάνιση που περιελάμβανε και την περίληψη κάθε δημοσιεύματος. Τα τελευταία, αν ήταν πολλά, μπορούσαν να παραληφθούν με το ταχυδρομείο (offline). Σε κάθε περίπτωση, το κόστος διέφερε κι έτσι έπρεπε κάθε φορά να επιλέγεται η βέλτιστη (ως προς τους οικονομικούς όρους) λύση.
 
Πέραν του κόστους πρόσβασης στις βάσεις δεδομένων, υπήρχε και η επιβάρυνση του τηλεποικοινωνικού κόστους. Το τελευταίο περιελάμβανε τα έξοδα σύνδεσης (εφάπαξ σύνδεση στο δίκτυο του ΟΤΕ - 800 δραχμές - και μηνιαίο κόστος 540 δραχμές) και τα τέλη επικοινωνίας για κάθε φορά που γινόταν σύνδεση στο δίκτυο και που ήταν ανάλογα με τη χρονική διάρκεια (περίπου 7 δραχμές το λεπτό) και των όγκο των δεδομένων που "μεταφέρονταν".

Η σύνδεση με το δίκτυο Euronet γινόταν μέσω σταθερού τηλεφώνου, χρησιμοποιούσαμε τερματικό (ασύγχρονο, 300 bps για επιλεγόμενο δίκτυο) με μια απλή οθόνη, όπου την έναρξη της διαδικασίας σύνδεσης μαρτυρούσε η εμφάνιση της ένδειξης "HELPAC". Η σύνδεση με το δίκτυο γινόταν με την πληκτρολόγηση του αναγνωριστικού του δικτύου NUI (Network User Identifier) και της διεύθυνσης του παρόχου NUA (Network User Address).


Δείγμα βιβλιογραφικής έρευνας και παρουσίασης αποτελεσμάτων

Αυτή ήταν μια μικρή αναδρομή μιας σχετικά μακρινής, για τα σημερινά δεδομένα της έκρηξης υπηρεσιών και συστημάτων πληροφόρησης, εποχής, που όμως για τότε επίσης αποτελούσε έκρηξη. Για την ιστορία, και όχι μόνο...