Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, πικρή μικρή μου αγάπη ... Βαγγέλης Γκούφας ή Βρανάς



Τα χέρια του είν’ η φωνή, 
φωνή δυνατή που δεν λέει πως πονεί,
χιόνια και βροχή,
η ματιά του θολή και κλεισμένοι ουρανοί.

Στην ξενιτειά, οι σκιές τον βαραίνουν,
λίγα λιόδεντρα, μαύρο ψωμί,
χιόνια και νερά
και χαμένη χαρά, το παράπονο υφαίνουν.

Μάνα μου, μαύρο μαντήλι, πόρτα, στον ήλιο, ανοιχτή,
κράτησες δυόσμο στα χείλη, αύριο έρχεται γιορτή,
θα `ρθω στο θέρος, στον τρύγο, θάμπος τ’ αλώνι ξανά,
όλο κινάω για να φύγω, τα χέρια μου αδειανά.

Ψεύτρα η προκοπή,
δεν του το `χανε πει, κι ο καημός του ντροπή,
πίσω στα παλιά,
δάκρυα και φιλιά, κελαηδούν τα πουλιά.

Το κυπαρίσσι που δέρνουν οι ανέμοι,
στου πατέρα την πέτρα, φωτιά,
κλείσε την πληγή, ο καιρός που αργεί
κι η καρδιά περιμένει.

Μάνα μου, μαύρο μαντήλι, πόρτα, στον ήλιο, ανοιχτή,
κράτησες δυόσμο στα χείλη, αύριο έρχεται γιορτή,
θα `ρθω στο θέρος, στον τρύγο, θάμπος τ’ αλώνι ξανά,
όλο κινάω για να φύγω, τα χέρια μου αδειανά.


Το παραπάνω τραγούδι με τίτλο "Ο Μετανάστης" είναι σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα και μουσική του Joe Dassin. Τραγουδά η Μελίνα Μερκούρη. 

Ο Βαγγέλης Γκούφας ήταν πολύ γνωστός στιχουργός, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος. Μεγαλώσαμε ακούγοντας από το ραδιόφωνο σε συνέχειες την "Πικρή, μικρή μου αγάπη" με τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου. Και οι γονείς μας τραγουδούσαν μαζί με τον Πάνο Γαβαλά και τη Ρία Κούρτη "Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, πόρτα μου κλεισμένη στο νοτιά...". Ο Βαγγέλης Γκούφας πέθανε σήμερα στα 91 του χρόνια.

Ήταν παλιός φίλος και συναγωνιστής του Γιάννη Ρίτσου. Ήταν ο Βρανάς,  τότε στις δύσκολες δεκαετίες του '40 και του '50...

"... Πάντα σε θυμάμαι, Καιτούλα, με πολλή πολλή αγάπη. Χαιρετισμούς στο Βρανά...", έλεγε από τον Άη Στράτη εξόριστος ο Γιάννης Ρίτσος σε γράμμα του προς την Καίτη Δρόσου το 1952. Βρανάς ήταν ο Βαγγέλης Γκούφας, είχε κάνει κι αυτός εξορία στην Ικαρία και στη Μακρόνησο... (Πηγή: Τροχιές σε διασταύρωση)

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Από τους καγκελόφραχτους φεγγίτες των δικών τους ματιών, τον δικό του τον κόσμο να κοιτάζει...

Ένας ποιητής ΙΙ

του Άρη Δικταίου

Οι άλλοι ας μετρούνε συλλαβές και στίχους· ας θωρούν εικόνες,
επίθετα και παρομοιώσεις· ας χαίρονται ή ας δυσανασχετούνε
στην αρμονία ή στη δυσαρμονία του λόγου του· τέλος, ας βγάζουν,
επάνω στο γράμμα του λόγου του δεμένοι, κρίσεις κι αποφάσεις
για να τον δουν, να δυνηθούν να τον κρατήσουν μπρος τους
γυμνόν, ολόκληρον, σε απόσταση: - και να σωθούνε.

Αυτός, τρυπώνοντας μες στις βαθιές σπηλιές της λέξης,
θα τους ξεφεύγει, ή και ξαπλώνοντας πίσω από της λέξης
τους ίσκιους, ή και βουλιάζοντας μες στ' άπατα νερά της λέξης,
- επάνω στ' άπατα νερά της λέξης δεν θ' αφήνει
παρά τη σκιάν ή την ανταύγεια του φευγαλέου του σώματος μονάχα.

Ότι τεμαχισμένος είναι ολόκληρος πάνω σ' αισθήσεις
δαιμονικές, επάνω σ' ήχους και στίχους και σε εικόνες,
δεν το εννοούν κι ούτε κάτω απ' των επιθέτων του τον κόσμο
τον κόσμο του κορμιού του βλέπουν. Και πώς να εννοήσουν
πως όλες τούτες οι μεταφορές κ' οι παρομοιώσεις δεν είναι άλλο
απ' τη συγγένεια και τις σχέσεις του μ' όλο τον κόσμο;

Τον κυνηγούν πάνω σε λέξεις· κι αυτός, μες στις λέξεις
αναλιωμένος, μέσα τους σταλάζει, έτσι ως σταλάζει
σε κελί φυλακής η υγρασία. Και, ξαφνικά, ακέριος
ορθώνεται μέσα τους κι αμέσως, σαν φυλακισμένος
επί καιρόν πολύν, αρχίζει, από τους καγκελόφραχτους φεγγίτες
των δικών τους ματιών, τον δικό του τον κόσμο να κοιτάζει.

---------------------------------
Το παραπάνω ποίημα του Άρη Δικταίου είναι από τη συλλογή του "Πολιτεία Β". Το αντέγραψα από το περιοδικό "Το Δέντρο", τ. 139-140, Φεβρ. - Απρ. 2005. Αφιέρωμα στον ποιητή υπάρχει στο ιστολόγιο του Άλκμαν. Επίσης, γίνεται αναφορά σ' αυτόν, ανάμεσα στα άλλα, στο βιβλίο του Αντώνη Καρτσάκη "Το λογοτεχνικό Ηράκλειο του μεσοπολέμου" (εκδ. Βικελαία, 2014), ενώ ο Αντ. Σανουδάκης, στο βιβλίο του "Η νεοκρητική λογοτεχνική σχολή" (εκδ. Κνωσός, 1978) εντάσσει τον Άρη Δικταίο στη δεύτερη περίοδο της νεοκρητικής σχολής, δηλαδή  στην περίοδο 1930-1940. Η σημερινή ανάρτηση ήρθε σαν μια ανάγκη των ημερών...

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

H αναγκαιότητα της ανάγνωσης: μερικές σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Νίκου Σιδέρη



Την Παρασκευή το απόγευμα βρεθήκαμε στον πολυχώρο Αίτιον για την παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο "Η αναγκαιότητα της ανάγνωσης" (εκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2016). Το βιβλίο έχει γράψει ο Νίκος Σιδέρης, βιβλιοθηκονόμος, ένας αξιόλογος και πολύ ευαίσθητος νέος άνθρωπος, ο οποίος όχι μόνο διαβάζει πολύ, αλλά έχει και την πίστη ότι το διάβασμα μπορεί ν' αλλάξει τον κόσμο. 


Στην εκδήλωση, διάβασε αποσπάσματα σχολιάζοντας ταυτόχρονα τα θέματα του βιβλίου με τον ιδιαίτερο γλαφυρό του τρόπο ο Μάνος Κοντολέων. Ο γνωστός συγγραφέας μας μίλησε για βιβλία και ήρωες/ηρωίδες που αγάπησε κι επηρέασαν τον ίδιο ως σύμβολα και εικόνες ανάγνωσης της παιδικής ηλικίας, μη παραλείποντας να αναφερθεί στη Ντεζιρέ, την ηρωίδα από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Άννα - Μαρία Σελίνκο (κόρη εμπόρου μεταξωτών από τη Μασσαλία που ερωτεύτηκε στα 15 της το Ναπολέοντα κι έγινε αργότερα βασίλισσα της Σουηδίας στο πλάι του Βερναδότη), αλλά και στους Φορσάιτ του Τζον Γκαλσγουόρθι. Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε διάφορα ζητήματα σχετικά με την ανάγνωση, προκαλώντας και τον συγγραφέα να εκφράσει τις απόψεις του σε αυτά.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη και το θέμα έδειχνε να ενδιαφέρει τους παρευρισκόμενους, άλλωστε ήταν αρκετοί αυτοί που έκαναν τοποθετήσεις και κατέθεσαν προσωπικές εντυπώσεις και μαρτυρίες.





Λεπτομέρειες για την εκδήλωση, φωτογραφίες και το βίντεο βρίσκονται στο bookia.gr, απ' όπου και οι φωτογραφίες που χρησιμοποίησα εδώ:

Παρακάτω, αντιγράφω το κείμενο που διάβασα στην εκδήλωση ως ομιλήτρια. Ολόκληρο με τις υποσημειώσεις και τους υπερσυνδέσμους είναι αναρτημένο σε μορφή pdf εδώ: 





"Θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω το Νίκο που μου πρότεινε να πω δυο λόγια στην παρουσίαση του βιβλίου του. Είχα ήδη διαβάσει το βιβλίο του, είχα ήδη σχεδόν έτοιμη την ανάρτηση για το ιστολόγιό μου, γι’ αυτό και αυτά που θα πω εδώ είχαν ετοιμαστεί για γραπτό κείμενο και να με συγχωρέσετε που πολλά θα τα διαβάζω.


Δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη, από τη μια γιατί γνώριζα το Νίκο από το μεταπτυχιακό Βιβλιοθηκονομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου όπου δίδασκα (ο Νίκος είναι βιβλιοθηκονόμος) και τον εκτιμώ, αλλά από την άλλη γιατί πραγματικά το θέμα είναι πολύ ενδιαφέρον και ο τίτλος, για μένα, ιδιαίτερα προκλητικός. 


Από κει και πέρα, σκέφτομαι πώς έγινα φίλη της ανάγνωσης, μάλλον καλύτερα πώς έγινα αρχικά αναγνώστρια. Η αρχή έγινε με μία θεία μου, τη μεγάλη αδελφή του πατέρα μου, που ήταν η μόνη που ενώ δεν είχε σπουδάσει η ίδια, είχαν σπουδάσει και τα δυο της παιδιά και επομένως η οικογένειά της είχε μπει στο κάδρο των «μορφωμένων» για τους υπόλοιπους που είχαν ή δεν είχαν τελειώσει το δημοτικό. Έμεναν στην Αθήνα και κάθε καλοκαίρι έρχονταν στα Χανιά. Ήμουν γύρω στα 12, όταν η θεία μου πρότεινε να αγοράζω σε τεύχη κάποια «ωραία» βιβλία όπως μου είχε πει. Κι έτσι έκανα. Τα «ωραία» βιβλία, που άρχισα ν’ αγοράζω σε τεύχη και στη συνέχεια έδεσα σε δύο τόμους ήταν «Η ανακάλυψη της γης» και «Αιγαίο-Κνωσσός-Μυκήνες». Αργότερα, αγόραζα σε τεύχη επίσης, την Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού του Will Durant. 


Οι γονείς μου είχαν τελειώσει μόνο το δημοτικό λίγο πριν τον πόλεμο, από φτωχές, λαϊκές οικογένειες του χωριού. Όμως, είχαν λαχτάρα να μάθω γράμματα, ήμουν και καλή μαθήτρια, την ίδια εκείνη χρονιά ο πατέρας μου, με τη σύσταση ενός γνωστού του βιβλιοπώλη στα Χανιά, μου αγόρασε το δίτομο εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Πρωίας. Ήταν η πρώτη μου εγκυκλοπαίδεια, ενώ αργότερα στο Γυμνάσιο μου αγόρασε την Εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη. Τα υπόλοιπα ήρθαν και λίγο μόνα τους. Έτσι έγινα αναγνώστρια και σιγά σιγά έγινα και φιλαναγνώστρια. Σκέφτομαι πολλές φορές ότι σε αυτό, πέρα από τη θεία Ελισάβη, πέρα από τη λαχτάρα των γονιών μου, πολύ σημαντικό ρόλο πρέπει να έπαιξε η Δημοτική βιβλιοθήκη στα Χανιά. Όταν στην τετάρτη ή πέμπτη δημοτικού πήρα το βραβείο για την αποταμίευση (κουμπαρά κτλ.), είχα καθίσει ώρες στη βιβλιοθήκη και είχα συμβουλευτεί πολλές πηγές για να γράψω την έκθεση (προφανώς και αντιγράφοντας κομμάτια). Αυτό φυσικά το χρωστάω και στους δασκάλους που μας είχαν μιλήσει για τη βιβλιοθήκη και στον αυστηρό βιβλιοθηκάριο που μας συνιστούσε ποια βιβλία να διαβάσουμε.


Θα ήθελα, επίσης, να σημειώσω ιδιαίτερα, ότι η θεία που ανέφερα παραπάνω, πολύ νωρίτερα, μου είχε προτείνει να διαβάζω εφημερίδες! Αυτό ήταν ένα κριτήριο ή καλύτερα ένα εργαλείο για να διαβάζουμε, να ενημερωνόμαστε αλλά και να μαθαίνουμε! Αυτό το ρόλο είχαν τότε οι εφημερίδες! Διαμόρφωναν αναγνώστες. 

Ξεκίνησα με τα παραπάνω, αυτοβιογραφικά κατά κάποιο τρόπο, γιατί το ίδιο έκανα και όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του Νίκου, ξεκινώντας από τον τίτλο.


Αναγκαιότητα της ανάγνωσης: Μανιφέστο. 

Τι θα πει ο τίτλος; Πώς προσέλαβα εγώ τον τίτλο; 

Η αλήθεια είναι ότι την έννοια της αναγκαιότητας στον τίτλο ενός βιβλίου την συνάντησα στα φοιτητικά μου χρόνια, αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν διαβάζαμε το διάσημο τότε βιβλίο του μαρξιστή Έρνστ Φίσερ «Η αναγκαιότητα της τέχνης» (από τις εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1972, σε μετάφραση Γιώργου Βαμβαλή, επανεκδόθηκε αργότερα από το Θεμέλιο). Σε αυτό, ο Φίσερ υποστηρίζει ότι η τέχνη δεν είναι κάτι προαιρετικό, αλλά ένα θεμελιώδες, απαραίτητο τμήμα της ζωής μας. Είχε όμως κι ένα πολύ ενδιαφέρον παράθεμα από τον Ζαν Κοκτώ: ''Poetry is indispensable—if I only knew what for.'' Η ποίηση είναι επιτακτικά απαραίτητη, αναπόφευκτη – μακάρι μόνο να ήξερα γιατί».


Αυτό βοηθά και μένα να απαντήσω στο γιατί της αναγκαιότητας και για την ανάγνωση. Μακάρι να ήξερα γιατί... Γιατί στο αυτονόητο;


Τι είναι αναγκαιότητα;

Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, διαβάζουμε:


«αναγκαιότητα: η ιδιότητα του απαραίτητου, του λογικά επιβεβλημένου και αναπόφευκτου, που συσχετίζει με δεσμευτικό τρόπο γεγονότα, φαινόμενα, καταστάσεις».


Από την άλλη, έχουμε την έννοια της ανάγνωσης που ορίζεται ως η «αναγνώριση των γραπτών συμβόλων που συνθέτουν ένα γραπτό κείμενο, καθώς και η κατανόηση του περιεχομένου του», αλλά και «η κατανόηση της σημασίας συμβόλων ή σημείων».


Έχουμε βέβαια και το διάβασμα που είναι «η ενέργεια του διαβάζω· η ανάγνωση» και η «μελέτη».


Έτσι, στα ελληνικά λέμε ανάγνωση και αναγνώστης / αναγνώστρια και εννοούμε τους ανθρώπους που διαβάζουν κείμενα – συνήθως βιβλία και ίσως καμιά φορά με έμφαση στη λογοτεχνία (χωρίς όμως να είναι απαραίτητο). Μεταφορικά, βέβαια, χρησιμοποιούμε τον όρο αναγνώστης (όχι αναγνώστρια) για τις ηλεκτρονικές συσκευές με τις οποίες διαβάζουμε τα ηλεκτρονικά βιβλία. (Εκεί, δηλαδή, έχουμε ... δύο αναγνώστες, τη μηχανή και τον άνθρωπο, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). 


Στα ελληνικά λέμε φιλαναγνώστης / φιλαναγνώστρια και εννοούμε το άτομο που αγαπά το διάβασμα και διαβάζει πολύ, και βιβλιόφιλος / βιβλιόφιλη το άτομο που αγαπά τα βιβλία. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται ο όρος bibliophile, librophile (ή και readophile πρόσφατα) και book lover, πολύ σπάνια δε το reading lover, και ορίζεται ως “someone who loves (and usually collects) books”. Υπάρχει επίσης το bookworm, που είναι ο βιβλιοσκώληκας κυριολεκτικά και ο βιβλιοφάγος μεταφορικά, αυτός δηλαδή που διαβάζει πολλά βιβλία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ο φιλαναγνώστης/η φιλαναγνώστρια. Χρησιμοποιείται επίσης το avid reader, για τον φανατικό αναγνώστη. 

Αλλά εδώ ας σταματήσω με τη διαστροφή της ορολογίας και να συνεχίσω με τις σκέψεις μου πάνω στο περιεχόμενο του βιβλίου. 

Ξεκινώντας από τη σχέση των Ελλήνων με το βιβλίο και με την ανάγνωση, θα αναφέρω την ίδρυση και το κλείσιμο έπειτα του ΕΚΕΒΙ, που για μένα ήταν ένας από τους πιο προοδευτικούς, δημοκρατικούς θεσμούς στον τόπο μας, και πιστεύω ότι, με όποια προβλήματα υπήρχαν (και υπήρχαν προφανώς), θα έπρεπε να επιλεγεί άλλος τρόπος αντιμετώπισης... 


Επίσης, όταν κλείνουν βιβλιοπωλεία, δεν είναι σίγουρα μια καλή στιγμή για το χώρο του βιβλίου και της παιδείας μας γενικότερα. Με αφορμή το πρόσφατο κλείσιμο του Ελευθερουδάκη, υπήρξαν αρκετές δημοσιεύσεις και συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από το χώρο του βιβλίου, την τιμή του βιβλίου[1] κτλ. Είδαμε και απόψεις όπως:


«Άμα δεν έχει λεφτά ο κόσμος δεν θα αγοράσει βιβλία. Τα βιβλία είναι είδος πολυτέλειας. Οπότε με κατώτερη τιμή ή όχι, το ίδιο.»

Αναρωτιέται κανείς αν πράγματι θεωρείται (ή πρέπει να θεωρείται) είδος πολυτελείας το βιβλίο και αν το πρόβλημα είναι η τιμή του βιβλίου ή μόνο αυτή.

Υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα, παλιότερα και σύγχρονα, για τη σχέση των Ελλήνων με το διάβασμα και με το βιβλίο, και στα οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε (όπως δυστυχώς και σε άλλους τομείς) τη διαχρονικότητα κάποιων αδυναμιών μας ή και κακοδαιμονιών μας !!!


Θα αναφέρω μόνο μερικά.

Τον Αύγουστο του 1906 δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια με τίτλο «Για να συνηθίσουν οι Έλληνες να διαβάζουν» μια έρευνα που έκανε το περιοδικό, ζητώντας από γνωστούς ανθρώπους των γραμμάτων ν’ απαντήσουν αν και γιατί δεν διαβάζουν οι Έλληνες. Κοινή διαπίστωση ήταν ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν και σε αυτό φταίνε η ανάγνωση εφημερίδων, ο πολλαπλασιασμός του προϊόντος με έκπτωση της ποιότητας, ο αγώνας για την επιβίωση, τα μέσα μεταφοράς («τα μέσα τα καταπληκτικά της κινήσεως»), καθώς επίσης και «το μέγα ύπαιθρον και η έλξις του Ηλίου». Και τι μπορεί να γίνει, αναρωτιέται στο εισαγωγικό σημείωμα ο Παύλος Νιρβάνας, ώστε να συνηθίσουν οι Έλληνες να διαβάζουν;


Αφού δεν μπορούμε να καταργήσουμε τον ήλιο και το ύπαιθρο, λέει, να τα συμβιβάσουμε με την ανάγνωση. «Να φέρωμε την τέχνη του λόγου εις το ύπαιθρον, εις τας στοάς, εις τα θέατρα. Να δημιουργήσωμεν διαλέξεις υπαιθρίους, να κάμωμεν τον Έλληνα ν’ αγαπήσει τον λόγον, … να τον προπαρασκευάσωμεν δηλαδή δια το βιβλίον... Ένα βιβλίον που να συμβιβάζεται με το ύπαιθρον, με τον δρόμον, με την πλατείαν, με το παράλιον, με την εξοχή…»


Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ένας από τους ερωτώμενους, είναι απόλυτος:


«Αν αναγινώσκουν δεν ξέρω – ξέρω πως δε διαβάζουν. Ο Ρωμηός ποτέ δεν αγάπησε το διάβασμα. Ούτε τώρα, ούτ’ αμέσως έπειτα από την Επανάσταση, ούτε πριν στα χρόνια της σκλαβιάς του… Σκίσιμο, κάψιμο τα βιβλία σα να ήταν οχτροί μας θανάσιμοι. Γιατί; Δεν μας έμαθαν τίποτα; Δεν μας χαροποίησαν καμιά φορά; Καμιά. Μας δυσκόλεψαν μονάχα τα παιχνίδια μας, τα μαλώματά μας, τους συλλόγους και τις παρλάτες μας. Φταίει θα πεις το σκολικό μας σύστημα· φταίει, δε λέω τ’ όχι. Μα πιο πολύ φταίει το νευρικό μας σύστημα. Το μυαλό μας είναι που δεν υποφέρει στ’ αληθινά ζυγό και όχι ο τράχηλός μας….»


Ο Κλέων Παράσχος έγραφε το 1931: 


«Είμαστε ένας λαός (και μικρός μάλιστα, και πολύ στενοχωρημένος, και πολύ φτωχός) που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των πρώτων, των κατωτέρων βιωτικών του προσαρμογών. Στερούμεθα υπονόμων και κτίζομεν μέγαρα, καθώς έλεγε, μου φαίνεται, ο μακαρίτης Ροϊδης. Η λογοτεχνία στον τόπο μας δεν είναι ανάγκη, είναι πολυτέλεια. Δεν είναι κάτι φυσικό, είναι κάτι τεχνητό: ένα λουλούδι που μεταφυτεύθηκε και που εκατό χρόνια τώρα παιδευόμαστε για να πιάσει και στην Ελλάδα και που δεν εννοεί να πιάσει…». 


Ο Κ.Θ. Δημαράς σε άρθρο του για το διάβασμα βάζει στην κουβέντα τόσο τον αναγνώστη όσο και τον συγγραφέα (αυτό που σε πρόσφατο άρθρο της η Βενετία Αποστολίδου αποκαλεί «προβληματικό ζευγάρι») και τη μεταξύ τους αληλεπίδραση.


Ο Νιρβάνας, γράφει το 1937:


«…Για να ξαναγίνει το διάβασμα ανάγκη, το βιβλίο πρέπει να γίνει ανώτερο από τη ζωή. Και θα γίνει παίρνοντας απ΄ αυτήν την ευγενικότερή της ουσία και κάνοντας από το διάβασμα ένα ωραίο, ευγενικό και αναγκαίο συμπλήρωμα της ζωής».


Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Κυριάκος Ντελόπουλος στο πολύ όμορφο βιβλίο του «Το βιβλίο των βιβλίων» (Κέδρος 1981), δίνοντας συμβουλές ανάγνωσης και μελέτης στο παιδί, γράφει :


«Για ένα καλό και αποδοτικό διάβασμα χρειάζεται κέφι, όρεξη και καλή διάθεση. Πρέπει να το θέλεις, να το έχεις αποφασίσει. Διαφορετικά να ξέρεις πως με την πίεση δε θα κερδίσεις τίποτα. Κάπου στον «Ερωτόκριτο» ακούγεται τούτο: «το πράμα οπούναι στανικώς ογλήγορα σκολάζει».


Σχετικά με την απόλαυση της ανάγνωσης, η Βενετία Αποστολίδου σε άρθρο της στο περιοδικό ο αναγνώστης διερωτάται μήπως χρειάζεται να ξαναδούμε τι θα πει απόλαυση της ανάγνωσης, μήπως ταυτίσαμε την απόλαυση του κειμένου με την απλή ψυχαγωγία. Και όταν παρατηρεί ότι η ανάγνωση παρουσιάζεται σαν μια παιδική χαρά όπου μόνον ευχάριστα πράγματα συμβαίνουν, τραγουδάμε, χορεύουμε, παίζουμε, ζωγραφίζουμε κ.ο.κ., διερωτάται: «πότε όμως θα πάμε παραπέρα;» 


Και συνεχίζει: 


«...Θα πρέπει να δημιουργήσουμε πολλές και διαφορετικές προσδοκίες από την ανάγνωση και όχι μόνο εκείνη της απόλαυσης... Να αναδείξουμε την ανάγνωση σε πολυδύναμο μέσο απόλαυσης, γνώσης και κοινωνικής συμμετοχής. Το χρωστάμε σε όλα τα παιδιά αλλά ιδίως στα παιδιά που στερούνται πολλών ευκαιριών.»


Αυτό, να κάνω μια παρένθεση εδώ, το παραθέτω γιατί ισχύει και για τις βιβλιοθήκες



Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Η Μάρω Δούκα είπε στη Μικέλα Χαρτουλάρη σε πρόσφατη συνέντευξή της:


«Διαβάζουμε λογοτεχνία, πρωτίστως, λέω, από ανάγκη, για να παρηγορηθούμε κάπως, για να ακυρώσουμε τη μοναξιά μας, να φωτίσουμε την καθημερινότητά μας, να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, να επικοινωνήσουμε με διαφορετικούς πολιτισμούς, άλλους λαούς, να ταξιδέψουμε στον χρόνο, να οραματιστούμε τον καλύτερο κόσμο που δικαιούμαστε. Διαβάζουμε όμως και για να μάθουμε, να διδαχτούμε, να γίνουμε απλώς καλύτεροι άνθρωποι. Και πάνω απ’ όλα, πιστεύω, διαβάζουμε για την απόλαυση του κειμένου, τη χαρά της λέξης, την έκπληξη του απρόβλεπτου…»










Σε όλη τη μέχρι τώρα φλυαρία μου, δεν έκανα αναφορά στο συγγραφέα και το βιβλίο του. Κι όμως, οι δικοί μου προβληματισμοί και οι παραπάνω αναζητήσεις μου πηγάζουν από τις σκέψεις που ξεδιπλώνει ο Νίκος στο βιβλίο του, προσπαθώντας κι εγώ, μέσα από τα λεγόμενα των άλλων να αναζητήσω την έννοια και την αναγκαιότητα της αναγκαιότητας… Και διαπιστώνουμε, όντως, τη διαχρονικότητα των εννοιών που απασχολούν το Νίκο.



Θα ήθελα όμως, πριν αναφερθώ λίγο περισσότερο στο βιβλίο, να πω και δυο λόγια για την ιδιότητα του συγγραφέα και να τη συνδέσω με το αντικείμενο του βιβλίου του. Ο Νίκος είναι βιβλιοθηκονόμος. Κι ένα ζήτημα που στ’ αλήθεια με απασχολεί και ομολογώ καμιά φορά με προβληματίζει, είναι αν οι βιβλιοθηκονόμοι διαβάζουν.

Κάνοντας μια αναζήτηση και πέρα από τα δικά μας σύνορα, διαπίστωσα ότι υπάρχει παρόμοιος προβληματισμός παντού. Η εντύπωση είναι ότι οι βιβλιοθηκονόμοι διαβάζουν πάνω από το μέσο όρο του γενικού πληθυσμού (που σε κάποια σχετική έρευνα στην Αμερική αναφέρθηκε ότι αυτός ο μέσος όρος είναι 5 βιβλία το χρόνο! – να σημειώσω εδώ ότι στην τελευταία έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς του ΕΚΕΒΙ το 2010, ο δικός μας μέσος όρος ήταν 5.9…), υπήρξε και μια απάντηση ότι «οι καλύτεροι βιβλιοθηκονόμοι είναι αυτοί που διαβάζουν κιόλας». Υπήρξε επίσης μία βιβλιοθηκονόμος, συνταξιούχος πλέον μετά από 30 χρόνια στο επάγγελμα, η οποία δήλωσε ότι διαβάζει πάνω από 200 βιβλία το χρόνο και μάλιστα κρατάει σημειώσεις (μπορώ να πώ ότι συμπίπτουμε στα χρόνια υπηρεσίας και στις σημειώσεις!).

Επομένως, δεν μπορώ να μην καταγράψω με θαυμασμό τα τόσα βιβλία που αναφέρει ο Νίκος, συνδέοντάς τα με τις σκέψεις που αναλύει κάθε φορά, και είναι ακόμη πολύ νέος... Μακάρι οι βιβλιοθηκονόμοι στην πλειονότητά τους να διαβάζουν, γιατί σίγουρα θα είναι καλοί στη δουλειά τους, και όχι μόνο βέβαια.

Ο λόγος που το ξεχωρίζω ως ζήτημα είναι γιατί οι βιβλιοθηκονόμοι είναι καταρχάς καλοί σε αυτό που σπουδάζουν, δηλαδή στο να γνωρίζουν τι υπάρχει και να το κοινοποιούν στους χρήστες τους. Είναι καλοί δηλαδή στην παροχή πληροφοριών, όμως ακόμη και από τη θεωρία, αυτή η παροχή πληροφοριών περιέχει στοιχεία όχι μόνο ποσότητας αλλά και ποιότητας που επίσης έτσι κι αλλιώς διδάσκονται. Επομένως, μπορούμε να φανταστούμε πόσο πιο καλά θα κάνει τη δουλειά βιβλιοθηκονόμος που δουλεύει π.χ. σε δημόσια ή σε σχολική βιβλιοθήκη και αγαπά να διαβάζει λογοτεχνία ή ιστορία. Εξάλλου, έχει τονιστεί ο ιδιαίτερος, καθοριστικός και θεμελιώδης ρόλος των βιβλιοθηκονόμων στην καλλιέργεια της ανάγνωσης και του γραμματισμού γενικότερα. Όταν μάλιστα συζητείται έντονα ο ρόλος των βιβλιοθηκών στην εποχή μας, όπου το ζητούμενο από τις βιβλιοθήκες και τους βιβλιοθηκονόμους δεν είναι πλέον μόνο η παροχή πληροφοριών, αλλά και η συμβολή τους στη μάθηση, στην κοινωνική ένταξη και συμμετοχή, στην αλληλεγγύη.

Αλλά αυτό είναι μεγάλο, ξεχωριστό θέμα και ας είναι ένα από τα προς προβληματισμό. Άλλωστε, αυτό που κάνω εδώ δεν είναι άλλο από μια παράταξη συλλογισμών και προβληματισμών με αφορμή το βιβλίο του Νίκου.

Γυρνώντας λοιπόν στο βιβλίο, προσπάθησα να κωδικοποιήσω κάποια θέματα που αναπτύσσει και που για μένα θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν χωριστά ζητήματα για συζήτηση και προβληματισμό. Αυτό είναι και το πολύ ενδιαφέρον του βιβλίου, σε βάζει να σκεφτείς…

Καταρχάς χωρίζει το θέμα του σε δύο κύρια μέρη: Περί ανάγνωσης και περί αναγνωσμάτων και αναγνωστών. Ξεκινά με την εντύπωση από το «Χρονικό του κόσμου» του Ασίμοφ, με το οποίο ένιωσε το βάρος δεκαπέντε δισεκατομμυρίων ετών να τον συναρπάζει. Ήταν και το βιβλίο που τον κέντρισε να γράψει, μάλλον του έβαλε την ιδέα.

Ας δούμε λοιπόν ποια ζητήματα βάζει ο Νίκος, όπως τα διάβασα και τα ξεχώρισα βέβαια εγώ.

· Ο τίτλος του βιβλίου. Αναγκαιότητα του βιβλίου ή αναγκαιότητα της ανάγνωσης;

· Γιατί μανιφέστο; Όχι μόνο διακήρυξη θέσεων και πεποιθήσεων, λέει, αλλά και αγωνίας και προβληματισμού.

· Τι είναι ανάγνωση; Είναι «η δημιουργική αφομοίωση του πνευματικού έργου από τον αναγνώστη... Δεν εννοείται απλά το διάβασμα λέξεων… δεν είναι το ξεφύλλισμα ή μια μηχανική πράξη… είναι η προσωπική κατάδυση του αναγνώστη… μια βαθιά πνευματική πράξη, μια διεργασία κατανόησης και δημιουργικής αφομοίωσης…» 

· Μορφές ανάγνωσης. Χρησιμοποιεί έναν πρωτότυπο τρόπο να παρουσιάσει μορφές μέσα από πλειάδα επιθετικών προσδιορισμών.

· Ανάγνωση και χρόνος. Πώς διαφοροποιείται η ανάγνωση ανάλογα με την ηλικία του αναγνώστη, με το χρόνο δημιουργίας του έργου και με το χρόνο που επιτελείται η ανάγνωση.

· Ανάγνωση και επίδραση. Το μήνυμα του συγγραφέα, πώς προσλαμβάνεται και/ή πώς διαφοροποιείται από τον αναγνώστη, ποια η διάρκειά του.

· Ανάγνωση και απόλαυση. Το ταξίδι. Ένας χορός των αισθήσεων.

· Παιδικές αναγνώσεις. Ένα μοναδικά σπουδαίο θέμα.

· Περιθωριοποίηση λογοτεχνίας και γενικά γραμμάτων και τεχνών τα τελευταία χρόνια. (;) Περιορισμός ανθρωπιστικών σπουδών και προτίμηση υλικών απολαύσεων.

· Μαθητές και λογοτεχνία. Απαξίωση και περιφρονητική αντιμετώπιση. (;) 

· Γιατί να διαβάζουμε λογοτεχνία. «Μέσα στη λογοτεχνία άλλοτε κρύβονται και άλλοτε πασχίζουν να αποκαλυφθούν ιδέες, ήθη, προβληματισμοί, αγωνίες και αρετές παρατημένες στη λήθη. Η ανάγνωση μπορεί να αποτελέσει το σκαλιστήρι για να φυτευτούν τόσο στον αναγνώστη όσο και στη συλλογική συνείδηση δεξιότητες, αρετές και αξίες».

· Οι λογοτεχνικοί ήρωες και η επίδρασή τους στους ανθρώπους. (Εδώ θα μπορούσα να συμπληρώσω σε αυτά που αναφέρει π.χ. τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι που πολύ συχνά αναφέρεται ως το βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν όσοι ηγούνται μικρών ή μεγάλων ομάδων, προσθέτοντας όμως εγώ και τον Ηγεμόνα του Πατριάρχη Φωτίου).

· Το βιβλίο-προϊόν.

· Η ανάγνωση σε έναν κόσμο που για όλα υπάρχει μια μονάδα μέτρησης και όλα κοστολογούνται για να θεωρούνται χρήσιμα. (Εδώ μου θυμίζει, για να κάνω εφαρμογή και σε αυτό που έχω ονομάσει «ντόμινο ανάγνωσης», τα βιβλία «Χειμώνας στον πολιτισμό» του Jean Clair και «Η χρησιμότητα του άχρηστου» του Nuccio Ordine).

· Συνομιλία του αναγνώστη με τον συγγραφέα.

· Μηχανισμός συνάντησης αναγνώστη με ανάγνωσμα. 

· Υπάρχουν αναγνώστες; Δεν έχουμε χρόνο για να διαβάσουμε, ακούμε συχνά.

· Αποσπάσματα και τσιτάτα. (Και πάλι να συμπληρώσω σε ό,τι γράφει με την έννοια της ημιμάθειας του Αντόρνο και της αμάθειας του Μισεά).

· Μπορεί η ανάγνωση να αλλάξει τον κόσμο;

Στους προβληματισμούς μας, θα ήθελα να παραβάλλω επίσης το βιβλίο του Νίκου με το βιβλίο του Ντανιέλ Πενάκ «Σαν ένα μυθιστόρημα», στο οποίο ο Γάλλος συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει τα δέκα δικαιώματα του αναγνώστη. Στο πρώτο, έχουμε την ανάγκη ν’ αγαπήσουμε το βιβλίο, να καλλιεργήσουμε την ανάγνωση προκειμένου να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι ή και να αλλάξουμε τον κόσμο. Στο δεύτερο, μάλλον έχουμε αντιληφθεί αυτή την αναγκαιότητα ως αυτονόητη (έννοια που την αναφέρει συχνά ο Νίκος) και πάμε παραπέρα, διατυπώνοντας την αξίωση και απαιτώντας να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά μας ως αναγνωστών/αναγνωστριών να μη διαβάζουμε, να πηδάμε σελίδες, να μην τελειώνουμε ένα βιβλίο, να ξαναδιαβάζουμε, να διαβάζουμε οτιδήποτε, να μπερδεύουμε το βιβλίο με την πραγματική ζωή, να διαβάζουμε οπουδήποτε, να τσαλαβουτάμε, να διαβάζουμε μεγαλόφωνα, να σωπαίνουμε. Υπό συζήτηση βέβαια όλα αυτά!

Ο Νίκος Σιδέρης ψάχνει να βρει απάντηση στο αν η ανάγνωση καλυτερεύει τον κόσμο, ο ίδιος έχει βαθιά πεποίθηση ότι μπορεί. Ειλικρινά, αν και διαβάζω και κατά βάθος το πιστεύω κι εγώ, μου έρχονται και εικόνες εποχών που μόνο αυτό δεν εξασφάλισαν άνθρωποι που είχαν την εξουσία, και που μολονότι διάβαζαν πολύ οι ίδιοι, δεν έφτιαξαν έναν καλύτερο κόσμο. Σίγουρα όμως συμβάλλει. Μπορεί και να τον αλλάζει.

«Πόσο καλύτερος θα ήταν αυτός ο κόσμος αν διαβάζαμε;…» αναρωτιέται ο Νίκος, αν κάθε παιδί είχε γνωριστεί με τον Τομ Σόγιερ, τη Χιονάτη, την Αλίκη, τον Αίσωπο … αν οι απανταχού υπεύθυνοι είχαν διαβάσει Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη, Σενέκα, Οβίδιο, Σαίξπηρ, Μολιέρο, Όστεν, Μπέκετ, Φιτζέραλντ, Ντίκενς (να σημειώσω εδώ ότι … ξέχασε Ρουσώ και Μοντεσκιέ τους οποίους όλοι τελευταία φαίνεται να γνωρίζουμε καλά, σημάδι της ημιμάθειάς ή και αμάθειάς μας).

Η εποχή μας, λέει, δεν υστερεί στα μέσα, αλλά στους στόχους. Να γίνω πρακτική εδώ και να το μεταφράσω ότι υστερούμε σε όραμα και σε πολιτική, εννοώ την ξεκάθαρα διατυπωμένη με αποστολή, σκοπό, στόχους, δυνατότητες και πρόγραμμα; Μήπως υστερούμε και στη βούληση; Μήπως και από άγνοια; Και να μιλήσω ξανά για το ΕΚΕΒΙ;

Ο Νίκος λέει πως γίνεται καλύτερος ο κόσμος, ομολογώντας στο τέλος ότι έτσι πιστεύει, ακόμη και αν τον πουν γραφικό ή έστω μόνο ρομαντικό. Σε κάθε περίπτωση, ας συμφωνήσουμε μαζί του ότι «η ανάγνωση συμφιλιώνει το παρελθόν με το παρόν και χτίζει γερά θεμέλια για το μέλλον». Μα μήπως είναι λίγο αυτό;

Να συγχαρώ άλλη μια φορά το Νίκο, να τον θαυμάσω ειλικρινά γι’ αυτά που έχει γράψει αλλά και γιατί μας κάνει κοινωνούς και συνοδοιπόρους στο όμορφο ταξίδι του. Και να του ευχηθώ καλή δύναμη και καλή συνέχεια σε όλα!"




Να ευχηθώ και από δω στο Νίκο καλή δύναμη και καλή συνέχεια. Και καλοτάξιδο το βιβλίο του!

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Για τα τρολ στα παραμύθια


Μια φορά κι έναν καιρό, ο μπαμπάς τρολ πήγε να κοιμηθεί μέσα  σ' ένα σωρό από χιόνια. Σκεπάστηκε με μια παλιά κουβέρτα και σύρθηκε κάτω από το χιόνι περιμένοντας την άνοιξη. Ήταν όλα τόσο σκοτεινά και στενάχωρα, που δεν είχε τι άλλο να κάνει παρά να κοιμηθεί. Δεν ξέρει πόσο κράτησε ο ύπνος του, όταν όμως ξύπνησε, το χιόνι είχε εξαφανιστεί. Η Σάρα και ο μικρός της αδελφός ήρθαν κοντά του. Στα χέρια τους κρατούσαν μαργαρίτες και μπλε ανεμώνες. Είχε έρθει η άνοιξη. Ο μπαμπάς τρολ ήταν όλο ζωντάνια...



Δεν είναι ο Ριπ Βαν Ουίνκλ, ο ήρωας των αμερικάνικων παραμυθιών που κοιμόταν 20 χρόνια. Είναι ένα τρολ, ένα από τα γιγαντιαία ξωτικά που ζούνε στα βουνά και στα δάση της Νορβηγίας και των άλλων σκανδιναβικών χωρών. Στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britannica διαβάζω πως είναι πλάσματα με μαγικές ικανότητες, κακοποιά προς τον άνθρωπο, που ζουν σε κάστρα κι εμφανίζονται σαν στοιχειά τη νύχτα στις γύρω περιοχές.





Όμως τα τρολ του παραπάνω νορβηγικού παραμυθιού (το αγόρασα στο Όσλο πριν από 20 χρόνια που βρέθηκα εκεί) δεν είναι κακά, ζουν, τρώνε και μεγαλώνουν στο τρολοδάσος, παίζουν και χαίρονται τη φύση, αγαπούν τα λουλούδια, τις ανεμώνες, τις μαργαρίτες, τις ορχιδέες, μαζεύουν μπαμπάκι και υφαίνουν τα ρούχα τους, ψαρεύουν στα ποτάμια και στις λίμνες, κόβουν ξύλα για το χειμώνα.



Από το βιβλίο "Ο θαυμαστός κόσμος των παραμυθιών: Αρχέτυπα στοιχεία και συμβολισμοί στα κλασσικά παραμύθια" του J. Cooper (Θυμάρι, από την έκδοση του 1988), διαβάζω τι έγραφε ο Robert Kirk στο βιβλίο του με τίτλο "Τα μυστικά των Νάνων, Φαύνων και Ξωτικών":



"Πιστεύεται ότι τα ξωτικά ανήκουν στη μέση Φύση, ανάμεσα στον άνθρωπο και τον άγγελο, όπως πιστευόταν παλιότερα για τους δαίμονες. Έχουν έξυπνα, φίλεργα πνεύματα, και ελαφρά, εύπλαστα κορμιά, όπως τα σύννεφα τη δύση....
... Αυτοί οι περιπλανώμενοι αέρινοι άνθρωποι δεν έχουν καμιά προδιάθεση και ροπή προς την αμαρτία όπως ο άνθρωπος, επειδή δεν είναι κλεισμένοι σε τόσο αδέξια και βαριά σώματα όπως εμείς, αλλά είναι σε μιαν ενδιάμεση κατάσταση... Αν και το καθένα τους είναι δυνατότερο από πολλούς ανθρώπους, δεν θέλουν να βλάπτουν την ανθρωπότητα, παρά μόνο σαν τιμωρία για μια μεγάλη αδικία..."


Ο Ρόμπερτ Κερκ ήταν Σκωτσέζος πάστορας που έζησε τον 17ο αιώνα. Ολόκληρο το βιβλίο του με τίτλο "The Secret Commonwealth of Elves, Fauns and Fairies" μπορεί να διαβαστεί ελεύθερα εδώ:

Ο Ίψεν έγραψε το έργο Πέερ Γκυντ, ένα νορβηγικό παραμύθι για το περιπλανώμενο παλληκάρι που συνάντησε τα τρολ στο δρόμο του, τον βασιλιά των Ορέων, τη θυγατέρα του, τα ξωτικά του δάσους και αρχίζει μια περιπέτεια ζωής. Και ο Έντβαρντ Γκριγκ έγραψε τη θαυμάσια μουσική για το έργο αυτό. Αξίζει να διαβάσουμε και ν' ακούσουμε (εδώ από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου και τη Χορωδία της Φιλαρμονικής του Όσλο με μαέστρο τον Per Dreier https://www.youtube.com/watch?v=YIk5oxSnrIw)



Γιατί τώρα τα παραμύθια για τρολ και ξωτικά; Και τι είναι τελικά τα τρολ στη γλώσσα μας; Στο χρηστικό λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών διαβάζω ότι τρολ στη σκανδιναβική μυθολογία είναι "τέρας μεγάλων διαστάσεων που ζει σε δάση και βουνά", ενώ στην αργκό του Διαδικτύου είναι "το πρόσωπο που τρολάρει". Για το τρολάρω γράφει: "διατυπώνω ηλεκτρονικά προκλητικές ή λανθασμένες απόψεις, με σκοπό να διαταράξω μια διαδικτυακή συζήτηση".

Αυτές τις μέρες έχει ανοίξει μια πρωτοφανής κουβέντα με επιθετικές εκφράσεις για τα τρολ του Διαδικτύου μετά το θάνατο του δημοσιογράφου Πέτρου Παπαθανασίου, του Γαλαξιάρχη ή Μάλλον Ακίνδυνου όπως εμφανιζόταν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ακούγονται, λέγονται και γράφονται πολλά, βεβηλώνοντας, κατά τη γνώμη μου, τη μνήμη ενός ανθρώπου που δεν ζει για να αμυνθεί έστω, ενός ανθρώπου που είχε τον δικό του τρόπο να εκφράζεται γιατί δεν άντεχε τη "μεγάλη αδικία" και γι' αυτό δεν άξίζει αυτή τη μεταθανάτια πολεμική. Τελικά, ο Πέτρος Παπαθανασίου ήταν μάλλον σαν τα ξωτικά που περιέγραφε ο Κέρκ. Ήταν Ακίνδυνος, αλλά και Μάλλον Διαφορετικός! Όπως τα τρολ στα νορβηγικά παραμύθια. 

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Τίποτα δεν χαρίζεται: ένας οδηγός ανάγνωσης ελληνικής λογοτεχνίας ή η Μάρω Δούκα αυτοβιογραφείται μιλώντας τρυφερά για τους άλλους




Ξημέρωσεν ο δείχτης πάλι Κυριακή.

Έτσι ξεκινά το κείμενό της για το Μανόλη Αναγνωστάκη η Μάρω Δούκα στο τελευταίο της βιβλίο “Τίποτα δεν χαρίζεται”. Είναι στίχος από ποίημα του Αναγνωστάκη, του "ρομαντικού και ονειροπόλου", του "απόλυτου ταξιδευτή της σιωπής και της μοναξιάς", του αγαπημένου της ποιητή με τον οποίο αρχίζει και τελειώνει το βιβλίο. 

Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα της συγγραφέα γραμμένα την περίοδο 1993 έως 2005, καθώς και σημερινά, με τα οποία μας εισάγει κάθε φορά στα παλαιότερα αυτά κείμενα. Στα νέα κείμενα αναφέρει στοιχεία από το ιστορικό για τη συγγραφή κάθε παλιότερου κειμένου που ακολουθεί, αναπτύσσει νέα θέματα, ενώ, και μέσα από μια ημερολογιακή καταγραφή,  μας θυμίζει γεγονότα και καταστάσεις της αντίστοιχης εκείνης περιόδου. Είναι εξαιρετικός ο τρόπος γραφής, τα νέα κείμενα εξίσου ενδιαφέροντα με τα παλαιά.

Φαντάζομαι φοιτητικές εργασίες να έχουν ως βάση τούτο το βιβλίο της Μάρως Δούκα μαζί με το προηγούμενό της “Ο πεζογράφος και το πιθάρι του”, και πρώτ' απ' όλα θα ήταν χρήσιμο ένα ευρετήριο των ονομάτων που ανθολογούνται. Γιατί, ναι, μπορεί να το θεωρήσει κανείς ως μια παρουσίαση Ελλήνων λογοτεχνών 19ου και 20ου αιώνα.

Τίποτα δεν χαρίζεται και βρίσκω πως ταιριάζει στο αγαπητικό κλίμα του βιβλίου. Μας μιλά με αγάπη για ανθρώπους που συνάντησε και γι’ αυτούς που κλήθηκε να μιλήσει ή να γράψει. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος, ασφαλώς αφορά την ίδια, δικά της βιώματα και δικές της εμπειρίες, μπορεί όμως να αφορά και να αγγίζει τον καθένα μας, για τη στάση που έχουμε απέναντι στους ανθρώπους και στα πράγματα. Αν και ήθελε, όπως είχε πει στην παρουσίαση στο πατάρι του Πατάκη, να δώσει τον τίτλο «Η αγάπη έχει πολλές ερωτήσεις», μια κουβέντα που είχε ακούσει από ένα μικρό αγόρι, ο τίτλος αυτός ταιριάζει νομίζω στο περιεχόμενο και στο ύφος των κειμένων, θα έλεγα και στο νόημα που θέλει να δώσει η συγγραφέας στις σχέσεις της με τους ανθρώπους που ανθολογεί.

Συχνές οι αναφορές της στη Τζένη και στο Γιάννη, φίλους της καλούς, στην ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη και στον ποιητή Γιάννη Κοντό που έφυγε νωρίς, πριν από σχεδόν δυο χρόνια. 




Η Μάρω Δούκα διαβάζει πολύ, και αυτό φαίνεται στα βιβλία της. Έχει άποψη για έλληνες και ξένους λογοτέχνες. Ένα μέρος αφιερώνει στα Σταφύλια της οργής του Στάινμπεκ, το βιβλίο που τη σημάδεψε, όπως λέει, που της έδειξε την άλλη όψη του Νέου Κόσμου:

"...Τι είναι ο καπιταλισμός και η εσωτερική μετανάστευση, τι σημαίνει οικονομική κρίση και αγρότης που χάνει τη γη του, τι είναι τα δάνεια και η κατεστραμμένη σοδειά, ποιο είναι το Χρηματιστήριο, ποιο είναι το αφεντικό και τι φοβάται..." 



Πολλές οι αναφορές όχι μόνο στα πρόσωπα για τα οποία έγραψε το άρθρο ή την αφιερωματική ομιλία, αλλά και για πολλούς άλλους που αναφέρονται είτε σε εκείνα τα κείμενα ή στα ενδιάμεσα σημερινά. Γι' αυτό μας δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε αλλά και σε πολλούς από μας να διαβάσουμε για κάποιους λογοτέχνες που ίσως και να αγνοούσαμε (τυχαία ή και σκόπιμα κάποτε). Ομολογώ πως αρκετούς δεν έχω διαβάσει, ανάμεσά τους και τον Ανδρέα Φραγκιά αν και η Καγκελόπορτα μου είναι πολύ γνωστό έργο του, ήδη αγόρασα για αρχή το Άνθρωποι και σπίτια. Είναι σαν μια αποκάλυψη το κείμενο "Τιμώντας τη μνήμη του Αντρέα Φραγκιά". Και πώς δένει η ιστορία με τον ταχυδρόμο! Τόσο τρυφερή και τόσο ανθρώπινη, μου θύμισε τον ταχυδρόμου του Νερούδα. 

Γράφει ολόκληρα κείμενα ή κάνει αναφορές για τον Σολωμό, για τον Βιζυηνό, ολόκληρη πραγματεία για τον Βιζυηνό, για τον Ρίτσο - ο Ρίτσος δείχνει να βρίσκεται παντού στο έργο της, για τον Τσαρούχη, τον Τσίρκα, τον Ιωάννου, για τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, το Δημήτρη Χατζή, τον Χριστόφορο Λιοντάκη, το Γιώργο Χειμωνά, για τον Καραγάτση, για τον Κώστα Ταχτσή ("περιπατητής θορυβώδης") και τον Άρη Αλεξάνδρου ("αναχωρητής στην πίκρα") και για τόσους άλλους!




Συνάντησε τον Τσαρούχη στο σπίτι του στο Μαρούσι. Μπροστά στον "Σκεπτόμενό" του. Του μίλησε για το μπλε στα έργα του, που το έχουν αντιγράψει λογής λογής. Την κέρασε μέλι με καρυδόψυχα. Η λουίζα άχνιζε στο λευκό φλυτζάνι...

Ολόκληρη η Ελλάδα, της είχε πει ο Ρίτσος, "η οσμή και το σώμα της, ζει και ανασαίνει και διαρκεί μέσα στη ζωγραφική του Τσαρούχη". 




Αποκαθιστά τη σχέση Αναγνωστάκη - Ρίτσου, που δεν ήταν και η καλύτερη ανάμεσα στον "ανανεωτικό" και τον "παραδοσιακό" αριστερό. "Αριστοκρατικός, πατρικός, ελεήμων και απόμακρος" ο Ρίτσος, "οικείος, καθημερινός, κοφτός έως και απότομος" ο Αναγνωστάκης, που όμως, στο τέλος, "έπιασαν τη χαμένη άκρη του ν(ο)ήματος".

Διαβάζοντας τις σκέψεις της, από ποιες αφετηρίες ξεκίνησε για να γράψει τα βιβλία της, ποια ήταν τα στοιχεία που την επηρέασαν, νιώθω πως θέλω να τα ξαναδιαβάσω, να δω και από μια ματιά που δεν είχα στην πρώτη, τόσο μακρινή πια, ανάγνωση. Όπως ας πούμε το “Εις τον πάτο της εικόνας”, με αφορμή το οποίο κάνει λόγο για «την ομαδική, διεστραμμένη στροφή της δεκαετίας από το σημαντικό στο ασήμαντο». Μήπως δεν είναι προφητικό; Μήπως δεν είναι αλήθεια; Βρίσκει την ευκαιρία να τοποθετηθεί με ειλικρίνεια και θάρρος για τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα της εποχής και κάνει λόγο για τη “λουσάτη Ελλάδα”. Και για τα πιστεύω της. Όπως η ηρωίδα στην "Αρχαία σκουριά": "Κι ευγνωμονούσα την τύχη μου που έγινα αριστερή. Αριστερή και σε μιαν άκρη, αντιμέτωπη με τους μικρούς θανάτους που με καραδοκούσαν από πάντα, τα σκιάχτρα που με φοβέριζαν..."

Στη μελέτη για τον Βιζυηνό, κάνει μια ενδιαφέρουσα συνοπτική καταγραφή των ιστορικών γεγονότων της εποχής, φτάνοντας στη χρονιά του θανάτου του, το 1896, για να μας θυμίσει ότι την ίδια χρονιά πεθαίνει ο Χαρίλαος Τρικούπης, ότι γίνονται απεργίες στο Λαύριο και ότι ο Γλάρος του Τσέχωφ που ανέβηκε στην Πετρούπολη σημείωσε παταγώδη αποτυχία.



Και πώς γράφει το ιστορικό μυθιστόρημα; Πώς συνομιλεί με την ιστορία, όπως της αρέσει να λέει, και τι σημαίνει ταξίδι στο παρελθόν; Με τις περιπλανήσεις μας στα περασμένα, γράφει, "δεν συντηρούμε μόνο την ιστορική μνήμη, αλλά και ξανακερδίζουμε, παρηγορημένοι, την πίστη μας στο παρόν και την ελπίδα μας στο μέλλον".

Αναφέρεται στο πώς έγραψε το Σκούφο από πορφύρα. Μάθημα γραφής. Ένα εξαιρετικό κείμενο, μάθημα δημιουργικής γραφής για εκκολαπτόμενους συγγραφείς (στο βαθμό, βέβαια, που δεχόμαστε ότι η συγγραφή διδάσκεται).



Δηλώνει πεζογράφος, κι όμως συνεχώς ανατρέχει στην ποίηση. Της αρέσει η ποίηση, της αρέσει αυτό το «ασταμάτητο πάρε δώσε με τις λέξεις» και μας θυμίζει κάποιους από τους ωραιότερους στίχους των ποιητών μας, γιατί "η ζωή μας ανθίζει και ευωδιάζει μόνο κάτω από τον ίσκιο των ποιητών που αγαπήσαμε". Ξεχωρίζει στίχους σαν κι αυτούς:

-ω πάντοτε αγαπήσαμε το παραπάνω της επιθυμίας- 
         (του Γιάννη Ρίτσου)

όλα ήταν λάθος, κι οι δρόμοι που πήραμε και τα λόγια που είπαμε...
        (του Τάσου Λειβαδίτη)

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε
πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε. 
         (του Διον. Σολωμού)

Κι έτσι μπαίνει ο χρόνος στο ήσυχο βασίλεμά του
         (του ελληνολάτρη Γερμανού ποιητή Χέλντερλιν)

Είναι ωραία η αφήγηση της Μάρως Δούκα, η αναφορά στα προσωπικά της γούστα, στα αρέσει και αγαπώ της, στις συνήθειές της, στη μετάβασή της από τη γραφομηχανή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στα του δικού της εαυτού, γιατί, όπως έλεγαν οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου τους οποίους μάλιστα επικαλείται,

«Μιλώντας για τον εαυτό σου και για μας μίλησες
μιλώντας αποκλειστικά για μας
δεν θα μιλούσες για κανένα...»

Και βέβαια, παντού η Κρήτη, παντού τα Χανιά, τα Χανιά των παιδικών της χρόνων και του σχολείου και τα Χανιά σήμερα, όπως τα χαίρεται κάθε καλοκαίρι. Και η Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης πάντα στις αναφορές και στις αγάπες της. 

Και το ΕΚΕΒΙ στις αναφορές της, στην ίδρυση και εξέλιξη του οποίου είχε σημαντική συμβολή. Και η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέροιας, από τις πρωτοπόρες δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας με την εντυπωσιακή ανάπτυξη. Γιατί διαβάζω ένα βιβλίο, αναρωτιέται. Και ποιος ο ρόλος μιας δημόσιας και δημοτικής βιβλιοθήκης; Σκοπός, γράφει, "δεν είναι μόνο η ικανοποίηση των αναγκών του αναγνώστη, αλλά και η διακριτική καθοδήγησή του, όπως επίσης και η συστηματική προσπάθεια για ανανέωση και διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού".

Τελειώνει με Αναγνωστάκη και με τον Ουρανό, τον ουτοπικό όπως τον χαρακτηρίζει. Νιώθω πως σ' αυτό το ποίημα κρύβεται και το δικό της όραμα, η δική της ουτοπία ίσως;

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν' αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.


Επειδή αυτά που έχω σημειώσει και θα μπορούσα να καταγράψω είναι πολλά, θα ολοκληρώσω αυτήν εδώ την αναφορά μου για το βιβλίο της Μάρως Δούκα κάνοντας λόγο για ένα ιδιαίτερο κείμενο με τίτλο "Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία;". Θα έλεγα ότι είναι επίκαιρο (αρχή σχολικής χρονιάς) και θα συνιστούσα να το διαβάσουν τόσο μαθητές όσο και καθηγητές. Πρόκειται για την ομιλία που είχε κάνει σε μαθητές λυκείου τον Μάρτιο του 1996 καλεσμένη στα εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα από τον τότε διευθυντή Σταύρο Ζουμπουλάκη. Το κείμενο όλο είναι ένα μανιφέστο ανάγνωσης λογοτεχνίας, γραμμένο απλά, με λόγο που κυλά τρυφερά, με κατανόηση, με ύφος κατάλληλο για παιδιά στην εφηβεία, όχι ως ειδήμων και παντογνώστης, όχι με πρέπει και πώς, αλλά με σχόλια και απορίες που γεννούν όνειρα και σκέψεις. Όπως για την ποίηση με στίχους του Εμπειρίκου:

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
Όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ!

"Ποιητές και πεζογράφοι οι πρώτοι μου θεοί", λέει στα παιδιά. "Θα τους οφείλω τη γνώση ότι ο άνθρωπος είναι σε θέση να εμφυσήσει με την ανάσα του ζωή στο ανύπαρκτο...". 

Διαβάζω, συνεχίζει, σημαίνει "ανασυνθέτω το παρελθόν μου και αναρωτιέμαι για το μέλλον μου". Κι αυτό, λέει, θέλει ενεργητική συμμετοχή, θέλει προσπάθεια, έχει κανόνες, δεν είναι απλή ψυχαγωγία, δεν ξεμπλέκεις εύκολα. Όπως της έλεγε κάποτε ο βιβλιοθηκάριος της Δημοτικής Βιβλιοθήκης στα Χανιά, το βιβλίο θέλει σεργιάνι!

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Νάνι, το κρίνο της αυγής, της δάφνης το κλωνάρι...




Νάνι, το κρίνο της αυγής και της μηλιάς το μήλο
και το διαμάντι το λαμπρό που θάμπωσε τον ήλιο.

Νάνι του που να το χαρώ σαν η ελιά το φύλλο 
σαν ο γιαλός τα κύματα και τα βουνά τον ήλιο. 

Κοιμήσου, να 'ν' η Μοίρα σου καματερή και πλούσα 
νυχτοδουλεύτρα κι άξια και καλοκουβαλούσα. 

Νάνι του, που ν' αναθραφεί / νάνι του, να μου ζήσει
να φτάσει χρόνους εκατό / κι απ' ύστερα ν' ασπρίσει. 

Νάνι, του δυόσμου το κλαδί, της δάφνης το κλωνάρι 
που δεν τ' ορίζει βασιλιάς να στείλει να το πάρει. 

Κοιμήσου που να θρέφεσαι με μάνα και με κύρη 
σαν το καράβι στο γιαλό με τον καραβοκύρη. 

Κοιμάται το παιδάκι μου κι εγώ το ναναρίζω 
και λέω του παινέματα όσα κι αν εγνωρίζω. 

Κοιμάται το παιδάκι μου στ' άσπρο του μαξιλάρι
κι ο γύρος του προσώπου του λάμπει σαν το φεγγάρι. 

Νανά, που σ' αναθρέφουνε μάνα και δυο γιαγιάδες
με χρυσοϋφαντες φασκιές, με βελουδένιες πάνες. 

Κάνε νανά, 'γγονάκι μου και δυο φορές παιδί μου 
με την ευχή του πάππου σου και με την εδική μου 
'γγονάκι μου, να κοιμηθείς κι άγουρο μη ξυπνήσεις 
μόνο με γέλιο, 'γγόνι μου, ν' ακούσω να γκουίσεις.

Πολύ ωραία εικονογράφηση από την Κατερίνα Βερούτσου
Τα παραπάνω νανουρίσματα τα έχω αντιγράψει από το εξαιρετικό βιβλίο της Ζωής Βαλάση "Νάνι το κρίνο της αυγής: Νανουρίσματα" (Κέδρος, 2011). Μικρά ποιητικά αριστουργήματα έχουν ονομαστεί τα νανουρίσματα, και είναι, αν και, όπως παρατηρεί και προβληματίζεται η συγγραφέας, δεν τυγχάνουν της εκτίμησης που θα έπρεπε, όπως εξάλλου και συνολικά το παιδικό βιβλίο. Η Βαλάση έχει συγκεντρώσει πολύ υλικό έπειτα από πολύχρονη δουλειά, εξάλλου είναι μελετήτρια παραμυθιών και παραμυθού η ίδια και συγγραφέας όμορφων παιδικών βιβλίων, ίσως η πρώτη (εν ζωή) που θα μου ερχόταν στο νου αν επρόκειτο να ερωτηθώ. Το υλικό του βιβλίου έχει ταξινομηθεί σε τέσσερις ενότητες: Πριν κοιμηθεί το παιδί / Ενώ το παιδί κοιμάται / Για να ξυπνήσει το παιδί / Γνωμικά, ενώ στο τέλος παρατίθενται γλωσσάρι και βιβλιογραφικές πηγές που χρησιμοποιήθηκαν.

Επίσης, το βιβλίο συνοδεύεται από σιντί, Η μουσική είναι του Ορφέα Ζαφειρόπουλου, ο οποίος μοιράζεται τραγούδι κι ερμηνεία με την Αργυρώ Λογαρά και την Άννα Βυθούλκα. (Με συγκίνηση είδα το όνομα του Ορφέα στους βασικούς συντελεστές του δίσκου γιατί θυμήθηκα τον πατέρα του, τον συνάδελφο και πολύ καλό μου φίλο Μάνθο, που έχει χρόνια φύγει από τη ζωή. Ο νους μου πήγε στις χριστουγεννιάτικες γιορτές που τις οργάνωνε ο Σύλλογος υπαλλήλων, ήταν τότε Πρόεδρος ο Μάνθος, τα παιδιά του έπαιζαν μουσικά όργανα και τραγουδούσαν, έτσι σχημάτιζαν μια μουσική μπάντα κι έπαιζαν για τη γιορτή μας.)




Δεν θυμήθηκα τυχαία τα νανουρίσματα της Βαλάση. Μαζί, ξανατραγούδησα και το τραγούδι των Χαϊνηδων, γιατί, φυσικά, και με τον καινούριο μου εγγονό, πάλι εμείς θα κάνουμε τον κόσμο παραμύθι,

όταν θα του μιλώ ...

... σιργουλευτά
για κείνα και για τ’ άλλα

για βασιλιάδες νιους καλούς
που κάστρα επατούσαν
τσι μάισσες και τα θεριά
σκοτώναν κι ενικούσαν....

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Αντώνης Χελιδώνης: η έξοδος!



Δεν μπορώ να το πιστέψω. Είχα μέρες να μπω και ξαφνικά βλέπω στο ιστολόγιο του Άλκμαν (Βασίλη Ζεβελάκη) την ανάρτηση "Αντώνης Χελιδώνης: Τα δεύτερα δικά μου". Ο Αντώνης Χελιδώνης, ο συντάκτης του ιστολογίου "Τετράδιο εξόδου", έφυγε από τη ζωή!

Κλείνει η παρένθεση.
Ανοίγει τις μικρές φτερούγες του
πάνω απ` το πέλαγος.
Με μια κρυφή πληγή
στην λευκή κοιλιά του.


Λες και  ήταν επίτηδες βαλμένοι αυτοί οι στίχοι του Δ. Αργυράκη.

Αυτούς είχε στο τελευταίο του κυριακάτικο "Τα δεύτερα δικά μου". Κάθε Κυριακή κι ένα τέτοιο αφιέρωμα. Κάθε μήνας αφιερωμένος σ' έναν καλλιτέχνη. Κάθε τόσο κι έν' αφιέρωμα, σε ποιητές κυρίως. Του άρεσε η ποίηση. Έγραφε κι ο ίδιος ποίηση. Ήταν ένας διανοούμενος, ένας σκεπτόμενος άνθρωπος όπως έγραψε ο Ζεβελάκης.

Του άρεσε ο Αργύρης Χιόνης, και ο Σαχτούρης, και ο Καρούζος. Και ο Θωμάς Γκόρπας. Έγραφε συχνά για τον Γκόρπα. Σε μια ανάρτηση του 2012 είχαμε και μια σχετική επικοινωνία.

Ήταν Ηρακλειώτης. Δεν τον γνώριζα, θα ήθελα όμως να τον είχα γνωρίσει από κοντά. Διάβαζα τις αναρτήσεις του. Τελευταία του δουλειά ήταν το αφιέρωμα στο Μάνο Λουκάκη. Φιλοξένησε κείμενα και αναρτήσεις άλλων, πέρα από τα δικά του. Τελευταία ανάρτηση ήταν τα κείμενα του Βασίλη Ζεβελάκη.  Στο ίδιο αφιέρωμα είχε φιλοξενήσει και δική μου παλιότερη ανάρτηση για το Λουκάκη. Ήταν από τότε που είχε φύγει ο Λουκάκης, το 2011.

Το ιστολόγιό του μέχρι το 2013 το έλεγε "Εδώ είμαστε", συνέχισε με τον τίτλο "Τετράδιο εξόδου". 

Να ήταν προάγγελος της εξόδου του; 

Τι να γράψω; Δεν ξέρω. Ας αφιερώσω στη μνήμη του ένα ποίημα του Σαχτούρη:

Ένας μπαξὲς γεμάτος αίμα
είν᾿ ο ουρανὸς
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ἐλέγξω
τ᾿ αστέρια
εγὼ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερὰ
να πετάω.

Μακάρι να βρει πέννα και χαρτὶ εκεί που πάει...


Μου' ρχεται στο στόμα ένα τραγούδι με το Νίκο Παπάζογλου: Εγώ δεν είμαι ποιητής. Κι όμως ήταν, κι οι δυο τους!

Τι να γράψω; Έφυγε πολύ νωρίς, πολύ νέος, πολύ άδικα. Και τι να ευχηθώ στους πολύ κοντινούς του; Μακάρι νὰ βρει πέννα και χαρτὶ εκεί που πάει...