Κυριακή 28 Μαΐου 2017

Το Σχέδιο, της Κατερίνας Μαλακατέ




Παρακολουθώ την Κατερίνα Μαλακατέ μέσα από το ιστολόγιό της Διαβάζοντας, ένα κατεξοχήν βιβλιοφιλικό και ενημερωτικό γύρω από τη λογοτεχνία ιστολόγιο. Έτσι, αφού διάβασα το τελευταίο βιβλίο της, το Σχέδιο (Μελάνι, 2016), θεώρησα ενδιαφέρον να μοιραστώ λίγα σημεία που ξεχώρισα και σκέψεις που γεννήθηκαν τελειώνοντάς το. Δεν αποτελεί κριτική το κείμενό μου, εξάλλου δεν κάνω κριτική, δεν ξέρω να κάνω κριτική, παρουσίαση κάνω ως αναγνώστρια, επισημαίνοντας κάποια σημεία ή απλά μεταφέροντας εικόνες και, γιατί όχι, ιδέες ανάγνωσης.

Το Σχέδιο διαβάζεται, έχει ροή, έχει υπόθεση, έχει φαντασία, επινοεί φανταστικές καταστάσεις, μερικές φορές θα έλεγα περισσότερο από όσο εγώ προσωπικά θα ήθελα να βρω διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό έργο. Αλλά αυτό είναι θέμα γούστου. Το ίδιο ένιωσα όταν διάβασα την Άκρα ταπείνωση της Ρέας Γαλανάκη, που τόσο μου αρέσει ως συγγραφέας. (Θεώρησα τότε υπερβολική έως ακραία την ιστορία των δύο ηλικιωμένων γυναικών να είναι χαμένες ένα ολόκληρο μήνα στο κέντρο της Αθήνας. Κι όμως, η γραφή εξακολουθούσε να είναι το ίδιο πλούσια, στιβαρή, «γαλανακική»!). Το ίδιο ένιωσα όταν πριν από αρκετά χρόνια διάβαζα τη Δυνατότητα ενός νησιού του Μισέλ Ουελμπέκ. (Τι μας περιγράφει τώρα τη ζωή όπως θα είναι μετά από δεκαετίες, φουλ στην τεχνολογία, σκεφτόμουν τότε, και να σκεφτεί κανείς πως σπούδασα μηχανικός, εφάρμοσα και χρησιμοποιώ τις νέες τεχνολογίες στην πράξη από την αρχή, δηλαδή εδώ και δεκαετίες, μήπως τελικά δικό μου είναι το πρόβλημα;). 

Τι είναι το Σχέδιο της Μαλακατέ; Είναι ψυχολογικό και πολιτικό θρίλερ, μυθιστόρημα που κινείται στη χώρα του φανταστικού ή μυθιστόρημα που εντάσσεται στη λογοτεχνία της κρίσης; Είναι όλα αυτά θα έλεγα, αλλά, τελικά, έχει σημασία ο χαρακτηρισμός; Ας αφήσουμε τους θεωρητικούς να το κατατάξουν όπως νομίζουν. 

Δύο είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές. Ο Χάρης, πολύ γνωστός συγγραφέας που μεταναστεύει στο Παρίσι (μου θύμισε εικόνες για τις σχέσεις συγγραφέων με εκδότες και ατζέντηδες, όπως τις περιγράφει και ο Βασίλης Αλεξάκης στις Ξένες Λέξεις) και ο Χρήστος ο πατέρας του Χάρη, συνταξιούχος καθηγητής που μετά τη σύνταξη φεύγει στο χωριό. Βασικό πρόσωπο και η κόρη του Χάρη, η Ευγενία, ίσως το πλέον εμβληματικό πρόσωπο του έργου, εκπροσωπεί τον νέο άνθρωπο, με τα αδιέξοδα, τις ανασφάλειες μαζί με βεβαιότητες, τους φόβους, τους αποκλεισμούς, τις αντιστάσεις, τις προσδοκίες, τις εκρήξεις, τα όνειρα, τις αυταπάτες (ας μη μας φοβίζουν οι λέξεις). Κι από κοντά τα άλλα πρόσωπα, η Κάτια, η Ξανθή, η Βιβιέν και άλλα, είναι αρκετά τα πρόσωπα που περνούν στο έργο, όλα έχουν ρόλο, έχουν τη θέση τους στην ιστορία και τελικά στο Σχέδιο. 

Και ποιο είναι αυτό το Σχέδιο; Ας μην το αποκαλύψω. Ένα σημείο μόνο θα αναφέρω, την πρόσκληση στους διανοούμενους να σώσουν την Ελλάδα από τη φασιστική χούντα που έχει εγκατασταθεί στη χώρα με επικεφαλής τον Κυβερνήτη, τον Ένα, τον αόρατο και χωρίς όνομα. Άραγε θα έλθουν οι διανοούμενοι από το εξωτερικό; Άραγε θα μπορέσουν οι διανοούμενοι να σώσουν τη φτωχή Ελλάδα; Μέσα από τη φανταστική αλλά πλούσια σε περιεχόμενο πλοκή που επιλέγει η Μαλακατέ, αναρωτιέμαι κι εγώ: άραγε, μπορούν οι διανοούμενοι να σώσουν τη φτωχή Ελλάδα;

Και όχι μόνο αυτό. Το βιβλίο της Μαλακατέ είναι παράξενο ως προς την ιδέα του Σχεδίου που το εντάσσει όντως στη λογοτεχνία του φανταστικού (όσο μπορώ να το κρίνω), μέσα όμως από την πλούσια πλοκή και τις λεπτομερείς περιγραφές περνάνε και πολλά άλλα ζητήματα, οι ανθρώπινες σχέσεις, η οικογένεια, η κρίση, οι άστεγοι και οι αποκλεισμένοι από το σύστημα, η ζωή στην πόλη και η ζωή στο χωριό, το Παρίσι, η Πελοπόννησος (μήπως τόπος με ιδιαίτερες μνήμες για τη συγγραφέα;). 

Στα κεφάλαια εναλλάσσονται οι δύο πρωταγωνιστές, ο Χάρης και ο Χρήστος ο παππούς της Ευγενίας, κάθε κεφάλαιο αρχίζει από κει που έμεινε το προηγούμενο, είναι κάτι που το περιμένεις να γίνει έτσι, σου αρέσει. Είναι μια τεχνική που βρίσκω και σε άλλα μυθιστορήματα και που αφήνει τον αναγνώστη σε διαρκές ενδιαφέρον για τη συνέχεια και την εξέλιξη της ιστορίας (θυμάμαι π.χ. το Παγοδρόμιο του Μπολάνιο, αλλά και το Θυμάμαι της  δικής μας Βασιλικής Πέτσα).

Καλή ανάγνωση λοιπόν!

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά, του Λάκη Παπαστάθη



Χείμαρρος ο λόγος του Λάκη Παπστάθη στη συζήτηση που έγινε μια βραδιά του Μαρτίου στη Βιβλιοθήκη του Αετοπούλειου στο Δήμο Χαλανδρίου. Με αφορμή το εξαιρετικό βιβλίο του "Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά" (Πόλις, 2014), μας μίλησε και για τί δεν μας μίλησε. Χωρίς σταματημό οι διηγήσεις του. Έγραφε για τη Λαμπέτη στο βιβλίο, ζητούσες να πει δυο λόγια, άρχιζε και δεν τελείωνε, το ίδιο για τον Ελύτη, για το Βιζυηνό, για το Μόραλη, για το Θεόφιλο, για το Στέρη. Ο Γεράσιμος Στέρης είναι για τη ζωγραφική ό,τι ο Ελύτης για τα γράμματα, είπε, και πώς ζωγράφιζε τη θάλασσα, έλεγε με άπειρο θαυμασμό και σ' έβαζε και σένα στον όμορφο κόσμο του Έλληνα ζωγράφου.

Το βιβλίο περιέχει μια σειρά από μικρές ιστορίες. Μαθήματα δραματικής αφήγησης, μαθήματα σκηνοθεσίας ή μαθήματα ζωής; Όλα μαζί, γεμάτα ομορφιά, ευαισθησία, ανθρωπιά, ιστορική συνείδηση, αγάπη, γνώση. Θαρρείς είναι μαθήματα για τους μαθητές του της δραματικής σχολής, που όμως δεν είναι ή μπορεί και να είναι μαθήματα για μαθητές όποιας δραματικής σχολής, αλλά και για όλους μας. Στο τέλος κάθε ιστορίας, δίνει ασκήσεις για τους υποτιθέμενους μαθητές, παίξτε το έτσι, πώς νομίζετε ότι, γιατί άραγε έτσι, φανταστείτε ότι κτλ...

Και ποια ιστορία να ξεχωρίσω; Την ιστορία "Η διαδρομή μιας μελωδίας", όπου περιγράφει πώς γεννήθηκε το ζεμπέκικο της Ευδοκίας στην ταινία του δασκάλου του Αλέξη Δαμιανού; Την ιστορία "Η πλάτη στον κινηματογράφο", που φέρνεις διαβάζοντάς το εικόνες οπού δεν βλέπεις πρόσωπο, μόνο πλάτη. Και τόσες άλλες ιστορίες, και μπαίνεις στον κόσμο του κι αγαπάς κι εσύ το σινεμά, έτσι, χωρίς λόγια, μόνο με τις εικόνες που σου περιγράφει στις ιστορίες του ο δάσκαλος.


Αξίζει να διαβαστεί και το βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη "Ο νεοελληνικός διχασμός και το μυστήριο της τέχνης: Ξαναβλέποντας δύο ταινίες του Λάκη Παπαστάθη". Σε δύο πολύ ενδιαφέροντα κείμενα, με αναφορά στις ταινίες "Τον καιρό των Ελλήνων" και "Θεόφιλος", ο Κιουρτσάκης αναλύει τις αντιλήψεις και τη ματιά του Παπαστάθη για το διχασμό που βιώνουν οι Έλληνες στο διάβα της ιστορίας τους.

Και μην ξεχάσουμε. Ο Λάκης Παπαστάθης είναι ο εμπνευστής της σπουδαίας σειράς της δημόσιας τηλεόρασης Παρασκήνιο. Ποιος λέει πως, αν θέλουμε, δεν παράγουμε Πολιτισμό;


Γεράσιμος Στέρης, Ακρογιάλι πριν 1963 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Γεράσιμος Στέρης, Ελληνικό λαϊκό τραγούδι, πριν 1944 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Γεράσιμος Στέρης, Ομηρικό ακρογιάλι π. 1930 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο, της Ελένης Γιαννακάκη: για τις μανάδες και τα γηρατειά


Ένας μακρύς μονόλογος το βιβλίο όλο. Ο μονόλογος μιας ηλικωμένης γυναίκας, της Δήμητρας, που έχει άνοια και που βρίσκεται σε οίκο ευγηρίας, σε "ίδρυμα".

Αυτό είναι το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Γιαννακάκη με τον χαρακτηριστικό, ταιριαστό τίτλο "Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο"  (Πατάκης, 2016). Μέσα από το λόγο της Δήμητρας που ρέει ακατάπαυστα, χωρίς σταματημό, περνά η ζωή της όλη και η ζωή της μάνας της και η ζωή της οικογένειάς της και η ζωή στη γειτονιά που γεννήθηκε στην Κοκκινιά και η ζωή της Ελλάδας με το μοίρασμα των αθρώπων, εγώ από δω εσύ από κει, εγώ αριστερός εσύ δεξιός, εγώ γραμματιζούμενος εσύ αμόρφωτος, εγώ νέος εσύ γριά...

Έχει άνοια η Δήμητρα, δεν καλοθυμάται, κυρίως ξεχνά τα κοντινά, πάει να πει κάτι και η λέξη μένει στη μέση. Τα παλιά πώς τα θυμάται όμως... Και συνεχίζει την κουβέντα, την ιστόρηση της ζωής της, πώς ήταν η μάνα της κι ο πατέρας της, πώς βρεθήκανε και ταιριάξανε, πώς ήταν οι κολλημένες αντιλήψεις στους παλιούς (μόνο;), αυτή από δεξιά οικογένεια, τρόπος του λέγειν δεξιός ο πατέρας της, ένα μάλαμα ήταν, έτσι τον θυμάται, και που έφυγε άδικα των αδίκων. Και παρότι από δεξιά οικογένεια έκανε μαθήματα στα παιδιά των αριστερών της γειτονιάς, μαθηματικός σπούδασε η Δήμητρα, και χωρίς χρήματα παρακαλώ τα μαθήματα. Και τα 'φερε η τύχη κι αγάπησε και παντρεύτηκε τον αριστερό, Άγγελος ήταν τ' όνομά του, άγγελος όνομα και πράμα, άγγελος με αξιοπρέπεια και τσαγανό, κρίμα που έφυγε νωρίς ο Άγγελος. Και η γειτονιά στην Κοκκινιά, εκεί της καθόταν, την άφησε τη γειτονιά, δεν την άντεχε. Και τα παιδιά της, ο Απόστολος, η Μαρία, έρχεται η Μαρία καμιά φορά και την βλέπει, να τώρα την περιμένει ...

Η Μαρία, Να με πάρει από δω. Μόνο αυτή! Δεν έχω άλλονε κανένα...

- Μαρία πού είσαι; Δε σε βλέπω, Μαρία... Πού μ' αφήνεις, παιδί μου, πού;

Ξεχνά η Δήμητρα. Έχει κενά.

Η μνήμη, αχ αυτή η μνήμη! Ευχή και κατάρα! Παράδεισος και κόλαση μαζί! ... 
Ορίστε, πάλι δε θυμάμαι, αχ, γιατί; γιατί δε θυμάμαι; Κι ούτε θυμάμαι πια τι έλεγα μόλις πριν, από πού ξεκίνησα...

Χωρίς διακοπές ο μονόλογος της Δήμητρας. Χωρίς παραγράφους το κείμενο της Γιαννακάκη. Ή μάλλον, αλλάζει παραγράφους όταν έχει διαλόγους, δηλαδή όταν κάτι διακόπτει τη ροή της αφήγησής της και την αναγκάζει να παρέμβει, να παραπονεθεί, να ζητήσει κάτι. Πάλι, μόνο οι κουβέντες της Δήμητρας στους διαλόγους, πρωταγωνίστρια και μοναδική ηρωίδα.

- Μη, πιο σιγά, πονάω, πιο σιγά... όχι άλλο, όχι αυτό το σφουγγάρι... πονάει... Με γδέρνετε ... Θα ματώσω...

...................

- Κοπέλα; Καλέ κοπέλααα; ... Δεσποινίιις;

...................

- Ναι, ναι, να πάμε σιγά σιγά, τόση ώρα κάθομαι, κουράστηκα...


Σε ίδρυμα για ηλικιωμένους η Δήμητρα. Δεν της αρέσει, όχι ότι δεν έχει πού να πάει, αλλά τι να κάνει, δεν τ' ομολογεί σε  κανένα...

... όσο κι αν με πειράζει που το λέω, στον εαυτό μου βέβαια μόνο το λέω κι όχι παραέξω, πού να το πω και να μην ντραπώ;, να ρεζιλέψω τα παιδιά μου; ποπόοο! Ε, τι να γίνει, δε μας θέλουνε πια, αυτό είν' όλο. Δε μας θέλουνε τα παιδιά μας!
...
Έχω απομείνει όμως κι εγώ σαν βάρος που κανείς τους δε θέλει να σηκώσει. Είμαστε βάρος ασήκωτο πια...

Πολύ γριά πια η Δήμητρα. Δεν είναι δα κι εκατό. Μα πόσο είναι δε θυμάται πια. Σε λίγο δε θα ξέρει ποια είναι κι από πού έρχεται.

Αχ, κακό πράγμα τα γηρατειά, κακό γι΄άλλους πιο πολύ και γι' άλλους πιο λίγο. Τουλάχιστον να μπορούσα να περπατήσω καλύτερα... Αχ, που μ' άρεσε να βλέπω και να ζω πράγματα όσο μπορούσα.... Και πόσο μου άρεσε να ταξιδεύω... να βλέπω τοπία και πράγματα, να μαθαίνω, φτερά είχα στα πόδια μου...

Κι όλο θυμάται τη δική της μάνα, που τη γηροκόμησε όμως, αλλά της φώναζε πολύ, κι αυτή η καημένη κάθε τόσο

άνθρωπος είμαι κι εγώ, και δώστου άνθρωπος είμαι κι εγώ!

Δύσκολο το θέμα στο βιβλίο της Γιαννακάκη, βασανιστικό, οι περιγραφές της τόσο αληθινές, διπλανές, κοντινές, μέσα σου, μιλούν για τη γειτόνισσα που θυμάσαι στην καλή χαρά και τώρα νάναι αλλαγμένη από το βάρος των δεκαετιών, βλέπεις στη Δήμητρα τη μάνα σου που τη νίκησε ο πολυχρόνης, έτσι έλεγε πριν ξεχάσει τις λέξεις, βλέπεις τον εαυτό σου, την αδελφή σου, τη φίλη σου, την κόρη σου, κάνεις προβολές και σα να τρομάζεις. 

Η Γιαννακάκη δεν το 'γραψε για να μας τρομάξει βέβαια, έτσι νομίζω, δεν ξέρω αν ήταν προσωπική ανάγκη και βίωμά της, όμως νιώθω περισσότερο πως είναι μια έκφραση αυτού του φόβου για τα γηρατειά και μια ευκαιρία να τον δούμε κατάματα, δεν είμαστε δα και ... οι Πήτερ Παν. Και όχι μόνο αυτό. Τα λόγια της είναι ας πούμε και μια ευκαιρία να δούμε τη μεριά των ανθρώπων όταν γεράσουν, όταν γίνονται ανήμποροι και εξαρτημένοι.

Ανήμπορη κι εξαρτημένη η Δήμητρα, πώς να συμφιλιωθεί όμως και με τα γερασμένα χέρια;

Σιχαίνοµαι τα γερασµένα χέρια. Τα χέρια πιο πολύ από άλλα µέρη του σώµατος. Φυσικά και το πρόσωπο, δε λέω ... 
Αλλά µε τα χέρια είναι αλλιώς. Γιατί τα χέρια είναι κάτι σαν... πώς να το πω;, σαν... σαν τις κεραίες, σαν γέφυρες είναι που σε φέρνουνε πιο κοντά µε όλα γύρω σου, ανθρώπους και πράγµατα. Να, τα χέρια σ’ αγγίζουνε, σε χαιρετούν, σ’ αγκαλιάζουν, σε χαϊδεύουνε ή και σε δέρνουν. Τα χέρια σού µιλούνε ακόµη κι όταν το στόµα είναι κλειστό.

Πώς θυμάμαι εκείνη την άλλη ηλικιωμένη του Μιχάλη Γκανά στο Γυναικών, που θέλει να χαϊδέψει τα χέρια της, μα ντρέπεται γριά γυναίκα, αλλά και την Καλοβασίλαινα στο "Τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας" της Νίκης Τρουλλινού με τα σημάδια του χρόνου στα κότσια των κοκάλων στις άκρες...

Α ρε μαμά, ακούω στο Δεύτερο πρόγραμμα τη φωνή του Παπακωνσταντίνου* να τραγουδά για τη μαμά, μέρα της μητέρας λέει σήμερα:

Έβαζες ψεύτικες φωνές, 
γελούσες κι έκανες πως κλαις 
κι εγώ παιδί 
Α ρε μαμά 
Πίσω μου τρέχεις μια ζωή 
με ένα πιάτο και μια ευχή
.....................................

----------------------------------------------------
* και τι ωραία έντυσε με ελληνικούς στίχους ο Οδυσσέας Ιωάννου το τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ La mamma...

Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

Ο Πήτερ Παν στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ και ο πόνος της παιδικής ηλικίας




Όλα τα παιδιά, εκτός από ένα, μεγαλώνουν. Μαθαίνουν από νωρίς ότι θα μεγαλώσουν και νά πώς το έμαθε η Γουέντυ: Μια μέρα, όταν ήταν δυο χρονώ, έπαιζε σ' έναν κήπο, κι έκοψε ακόμα ένα λουλούδι και το πήγε τρέχοντας στη μητέρα της. Μάλλον πρέπει να έδειχνε τρισχαριτωμένη, γιατί η κυρία Ντάρλινγκ έβαλε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς της και φώναξε: "Αχ, γιατί να μη μείνεις έτσι για πάντα!" Αυτό ήταν όλο κι όλο που συνέβη μεταξύ τους σχετικά με το ζήτημα αυτό, κι από τότε έμαθε πια η Γουέντυ ότι πρέπει να μεγαλώσει. Πάντα το ξέρεις όταν περάσεις τα δύο. Τα δύο είναι η αρχή του τέλους...

Είναι η αρχή του διάσημου παραμυθιού "Πήτερ Παν ή το παιδί που αρνιόταν να μεγαλώσει" (του Τζέιμς Μάθιου Μπάρι, από τις εκδόσεις Άγρα, 1987, σε μετάφραση Βασίλη Βασικεχαγιόγλου και εικονογράφηση από τον Edward Ardizzone με τις εξαιρετικές σαν γκραβούρες ζωγραφιές του).

Κι όταν περιγράφει τη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, πώς μας ταξιδεύει...

... η Χώρα του Ποτέ-Ποτέ είναι πάντοτε λίγο πολύ ένα νησί, με εκπληκτικές χρωματιστές πιτσιλιές εδώ κι εκεί, και υφάλους με κοράλλια, και ένα πειρατικό πλοίο στ' ανοιχτά, και άγριες φυλές και μοναχικές φωλιές αγριμιών, και στοιχειά που είναι τα περισσότερα, και σπηλιές που ανάμεσά τους τρέχει ένας ποταμός, και πρίγκηπες με έξι μεγαλύτερους αδελφούς, και μια αχυρένια καλύβα που γρήγορα θα σαπίσει, και μια μικροσκοπική γριούλα με γαμψή μύτη....
Ασφαλώς οι Χώρες του Ποτέ-Ποτέ διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Του Τζων, για παράδειγμα, είχε μια λιμνούλα με φλαμίνγκο, που πετούσαν από πάνω της και που τα πυροβολούσε ο Τζων, ενώ του Μάικλ, που ήταν μικρός, είχε ένα φλαμίνγκο με λιμνούλες που πετούσαν από πάνω του....


Κι όταν η Γουέντυ κάνει λόγο στη μαμά της, την κυρία Ντάρλινγκ, για ένα αγόρι τον Πήτερ, τον Πήτερ Παν, αυτή παραξενεύτηκε, κάπου θυμήθηκε αμυδρά έναν Πήτερ Παν από την παιδική της ηλικία, που έλεγαν  ότι ζούσε με τ' αερικά.

"Θάναι μεγάλος τώρα πια" είπε στη Γουέντυ.
"Α όχι, δεν είναι μεγάλος", τη διαβεβαίωσε η Γουέντυ εμπιστευτικά, "και ίσα ίσα που είναι σαν κι εμένα".

Και η ιστορία συνεχίζεται, η Γουέντυ μεγαλώνει, γίνεται μια ψηλή και όμορφη γυναίκα, και όταν άναψε το φως και την είδε ο Πήτερ, έβγαλε μια κραυγή πόνου.

"Είμαι μεγάλη, Πήτερ. Είμαι μάλιστα πολύ μεγαλύτερη από είκοσι. Μεγάλωσα από καιρό".
"Υποσχέθηκες να μη μεγαλώσεις".
"Δεν μπορούσα να κάμω αλλιώς. Είμαι παντρεμένη γυναίκα, Πήτερ".

Η θλίψη αρχίζει να μεγαλώνει και μέσα μας. Ο Πήτερ Παν γύρισε για τη μητέρα του, λέει, για να την πάρει στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ. Έχει ανάγκη από μια μητέρα, λέει η Τζεην. Σηκώθηκε στον αέρα ο Πήτερ, παίρνοντας μαζί του και τη Τζέην. Και το παραμύθι τελειώνει:

Καθώς κοιτάζετε τη Γουέντυ μπορείτε να δείτε τα μαλλιά της ν' ασπρίζουν, και τη μορφή να ξεμακραίνει, γιατί όλα αυτά έγιναν πολύν καιρό πριν. Η Τζέην είναι τώρα μια συνηθισμένη μεγάλη, με μια κόρη που τη λένε Μάργκαρετ· και κάθε φορά που φτάνει η εποχή του ανοιξιάτικου καθαρίσματος, εκτός απ'  όταν ξεχνάει, ο Πήτερ έρχεται για τη Μάργκαρετ και την παίρνει στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, όπου αυτή του λέει ιστορίες για τον εαυτό του κι εκείνος τις ακούει πρόθυμα. Όταν η Μάργκαρετ μεγαλώσει θα κάνει μια κόρη, που πρόκειται με τη σειρά της να γίνει μητέρα του Πήτερ· κι έτσι θα γίνεται, όσον καιρό τα παιδιά θα συνεχίζουν να είναι χαρούμενα και αθώα και ανέμελα.

Ο James Matthew Barrie* γεννήθηκε στις 9 Μαίου του 1860 στη Σκωτία. Τον γνωρίζουμε κυρίως από το παραμύθι του Πήτερ Παν, του παιδιού που δεν ήθελε να μεγαλώσει! Άραγε, γι'αυτό αρέσει ο μικρός αυτός σε μικρούς και μεγάλους, στους μικρούς για τις φανταστικές και ονειρεμένες περιπέτειες στη Χώρα του Ποτέ και στους μεγάλους γιατί συμβόλιζε αυτό που κατά βάθος όλοι επιθυμούμε, να μη μεγαλώνουμε, να παραμένουμε παιδιά; Ίσως. 



Για τον Πήτερ Παν όμως έχει γράψει ένα καταπληκτικό βιβλίο και η ψυχαναλύτρια Κάθλην Κέλλυ-Λαινέ (Kathleen Kelley - Lainé), το Πήτερ Παν ή Το θλιμμένο παιδί (εκδ. Άγρα 2005, σε μετάφραση Βάνας Χατζάκη). Η συγγραφέας γεννήθηκε στην Βουδαπέστη, είναι εβραϊκής καταγωγής και ζει στη Γαλλία, ενώ στα παιδικά της χρόνια έζησε ναζιστικές αλλά και σταλινικές διώξεις της οικογένειάς της. Στο βιβλίο της προσπαθεί να αναλύσει μέσα από τον μύθο του Πήτερ Παν την παιδική ηλικία. Ειδικότερα, επιχειρεί να αναλύσει τον πόνο, μέσα από τη δική της ζωή και μέσα από τη ζωή του συγγραφεα του Πήτερ Παν Τζέημς Μπάρι.

Η αφορμή για να γράψει το βιβλίο, όπως σημειώνει η ίδια, ήταν όταν, ετοιμάζοντας μια διάλεξη για την κατάθλιψη, δουλεύοντας πάνω στο "Πένθος και μελαγχολία" του Φρόυντ, άκουσε "ξαφνικά να κλαίει ένα θλιμμένο παιδί." Ήταν σίγουρη ότι ο Πήτερ Παν ήταν ένα θλιμμένο παιδί και ο Μπάρι το επινόησε για να θρηνήσει τη δική του θλιμμένη παιδική ηλικία.

Γράφει στην Εισαγωγή:

Το βιβλίο αυτό μαρτυρεί τα διαφορετικά επίπεδα στα οποία λειτουργεί το ασυνείδητο: η ιστορία του Πήτερ Παν, όπως άλλωστε και το αινιγματικό χαμόγελο της Μόνα Λίζα, είναι προϊόν παιδικού πόνου· του πόνου ενός θλιμμένου παιδιού που αντιστέκεται στην πλήρη κατάρρευση και του οποίου η ζωή και το έργο είναι χτισμένα πάνω σ' αυτή του την ικανότητα να αντιστέκεται... 
Αν επέλεξα να εξερευνήσω τον πόνο του Πήτερ Παν και να ψυχαναλύσω τον James Matthew Barrie, ασυνείδητα η πρόθεσή μου ήταν να επιχειρήσω τη δική μου αναζήτηση της αλήθειας. Καταπώς φαίνεται είναι ευκολότερο να προσεγγίσεις την ιστορία σου μέσα από την ιστορία κάποιου άλλου...

Τρεις ιστορίες στο ίδιο βιβλίο, το παραμύθι του Πήτερ Παν, η βιογραφία του Μπάρι και η αυτοβιογραφική αφήγηση της δικής της παιδικής ηλικίας. Μέσα από τις περιγραφές της, κάνει λόγο για αναβίωση στιγμών της παιδικής ηλικίας, για τις τραγωδίες που επαναλαμβάνονται κι εμείς είμαστε στο μυστυριώδες "ήδη γνωστό". Μιλά για τη Γενεύη όπου καταλήγουν όλοι οι εκπατρισμένοι. Για το Τορόντο και το Παρίσι, όπου τελικά έμεινε. Μιλά για την Ουγγαρία, τον τόπο της Χώρας του Ποτέ-Ποτέ, το "νησί της καταγωγής" της. Αναζητά τη δικιά της αλήθεια. "Μόνο που έπρεπε να μιλήσω στη μητρική μου γλώσσα, γιατί το κλειδί της Χώρας του Ποτέ-Ποτέ βρίσκεται κρυμμένο στις εσοχές των πρώτων λέξεων".

Πάνε χρόνια που διάβασα το βιβλίο, θυμάμαι όμως τις συγκινητικές αναφορές που κάνει στον πατέρα της και στις τελευταίες του ώρες. Διαβάζω το τέλος:

Η λέξη που μου ήταν αδύνατον να προφέρω ήταν η λέξη "Αντίο", το αντίο στον πατέρα μου. Τη γράφω τώρα στις σελίδες αυτές και δεν τις σκίζω πια, αλλά τις προσφέρω στη μνήμη ενός θλιμμένου παιδιού... -

......................................................

Σημείωση

Για τον Τζέημς Μπάρι και στοιχεία για τον Πήτερ Παν, μπορεί κανείς να διαβάσει (στα αγγλικά) στο ενδιαφέρον άρθρο του Anthony Lane με τίτλο "Lost Boys: Why J. M. Barrie created Peter Pan" (New Yorker, 22/11/2004). Yπάρχει επίσης ο ιστότοπος http://www.jmbarrie.co.uk/ με φωτογραφίες, άλλα τεκμήρια και συζητήσεις για το ίδιο θέμα.

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

21 Απριλίου 1967: όταν η μνήμη κλωθογυρίζει πενήντα χρόνια πίσω...




Μάθημα Δημοκρατίας*

του Γιώργου Πιτσιτάκη

Kόντευε μεσημέρι. Το παρατεταμένο χτύπημα του τηλεφώνου τον ξύπνησε. Έτσι κι αλλιώς δεν το προλάβαινε. Κάθισε στο κρεβάτι και τεντώθηκε. Την προηγούμενη είχε ξενυχτήσει.

H καλή παρέα με φίλους γκαρδιακούς, μπουζούκια, κιθάρες, ακκορντεόν και πολύ τραγούδι από σμυρνέικα, ρεμπέτικα, Μάρκο, Τσιτσάνη, Θεοδωράκη, Χατζηδάκι, λαϊκά μέχρι αντάρτικα, τους κράτησε σχεδόν μέχρι το πρωί. Έβαλε να πιει καφέ. Κοίταξε να δει ποιος τον πήρε. Ήταν ο γέρω-δάσκαλος. Θυμήθηκε το καθιερωμένο τους ετήσιο ραντεβού.
Πάνε λίγα χρόνια, χρόνια των απάνθρωπων μνημονίων, που έγινε κι αυτός συνταξιούχος δάσκαλος, ομόλογος του αγαπημένου του στο δημοτικό δασκάλου, του σημερινού γέρω-δάσκαλου. Συναντιόνταν πότε – πότε στη γειτονιά τους τη Νέα Χώρα, στο καφενείο δίπλα στα Πευκάκια ή λίγο πιο κάτω στο μώλο απέναντι απ’ τη θάλασσα. Ο γέρω-δάσκαλος με το μπαστουνάκι του, βαρύνανε βλέπεις τα χρόνια, πλησιάζει το τριψήφιο νούμερο! Κι είναι και το αναθεματισμένο το τραύμα στο πόδι, «παράσημο» του πολέμου, που ορισμένες φορές είναι παραπάνω από ενοχλητικό. Κάθονται και πίνουν το καφεδάκι τους ή μια και δυό και τρεις δαιμονισμένες ρακές και τα λένε. Λένε για τα σχολικά τους τ’ αλλοτινά και τα τωρινά, τα καινουργιοχωρίτικα παλιά και νέα, κρίνουν την πολιτική κατάσταση, αναστορούνται ιστορίες του τόπου για πρόσωπα και πράγματα. Σιωπηλός όπως τότε στα μαθητικά θρανία, ακούει το γέρω-δάσκαλο. Και αυτός, με περισσή ζωντάνια μα και με μια αδιόρατη πίκρα και θλίψη γι’ αυτά που χάθηκαν, διηγείται ιστορίες καλύτερα κι απ’ τους παλιούς καλούς παραμυθάδες. Μπροστά στα μάτια του προβάλουν ολοζώντανες προπολεμικές δεκαετίες στην κρητική ύπαιθρο, η επική και συνάμα τραγική δεκαετία του Σαράντα και τόσα άλλα διανθισμένα με λέξεις και φράσεις από την κρητική ντοπιολαλιά που έχουν ξεχαστεί ή τείνουν να χαθούν. Αληθινή μυσταγωγία!
Ξαναχτυπά το τηλέφωνο.
– Έλα, ακόμα δεν ξύπνησες;
– Γεια σου καπετάνιο μου. Καλημέρα σου!
– Άστα αυτά. Δεν πιστεύω να ξέχασες το ραντεβού.
– Όχι βέβαια. Το περιμένω με ανυπομονησία. Κι όπως πάντα συνεπής.
Κοιτάζει το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; Και η μνήμη, αχ αυτή η αδιόρθωτη μνήμη που όλο κλωθογυρίζει και δε λέει να κοπάσει και να σωπάσει, επανέρχεται και τον επιστρέφει πενήντα χρόνια πίσω.
21 Απριλίου 1967. Τελειόφοιτος στο 6ο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Χώρας. Την προηγούμενη χρονιά είχαν μετακομίσει στο νέο διδακτήριο από το 5ο και με νωπές τις μνήμες από τον τάφο της Σουλτάνας – που ήταν φόβητρο για τα παιδιά – εκεί στη νοτιοανατολική άκρη της αυλής, τελευταίο απομεινάρι από τα μνήματα του οβραίικου νεκροταφείου. Τότε στην αρχή της σχολικής χρονιάς είχε γίνει το παλαβό να κάνουν δυό φορές εγκαίνια του σχολείου μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε γίνει σούσουρο, όλοι το περιγελούσαν. Τη δεύτερη φορά ήρθε κι ένας πανύψηλος κορδωτός υπουργός, από τη Χαλέπα λέγανε πως ήτανε, και κάτω στην αμμούτσα στα καφενεία του Φραγκιού και του Κοκολίνου, οι ψαράδες κι οι εργάτες τον λέγανε αυτόν και τους άλλους, αποστάτες.
Ήταν Παρασκευή. Σηκώθηκε χαρούμενος. Για πρώτη φορά στη ζωή του θα έβαζε μακρύ παντελόνι, ένα γαλάζιο τερυλέν, συνδυασμένο με καλά παπούτσια. Σπουδαία υπόθεση. Είχε βαρεθεί τα κοντά παντελόνια. Θα σταματούσε πια να ΄ναι εκτεθειμένος στο κρύο και τη ζέστη και δεν θα φαίνονται πλέον οι μπλαβάδες από τα πεσίματα ή το ξύλο από τους παιδικούς καυγάδες μα και οι βιτσιές του συνετισμού από τη μη συμμόρφωση στις γονικές εντολές. Επιτέλους μεγάλωνε! Το φόρεσε προσεκτικά, στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη και καμάρωνε. «Πως κάνεις έτσι! Σα γύφτικο σκεπάρνι είσαι» ακούει τη φωνή της μάνας του. «Άντε βιάσου και δεν πας για γαμπρός. Θ’ αργήσεις στο σκολειό» συνέχισε, ανεβάζοντας τους τόνους. Όμως αυτός δεν άκουγε τίποτα. Βγαίνει στην αυλή και ο σκύλος τους ο Αράπης έρχεται καταπάνω του να παίξουνε. Για να μην τον λερώσει, τον αποφεύγει με μια επιδέξια κίνηση και απομακρύνεται τρέχοντας. Ο καιρός είχε μια μουντάδα, του φάνηκε πως είχε κατεβασμένα μούτρα. Ο ουρανός γεμάτος συννεφάκια μικρά και ασπρόγκριζα, στριμωγμένα το ’να δίπλα στ’ άλλο.
Στο δρόμο συναντά το συμμαθητή του τον Νικόλα.
– Άκουσες τα νέα; Έγινε, λέει, δικτακτορία είπε το ράδιο, αρχινά ο Νικόλας.
– Δεν άκουσα τίποτα, του απαντά αγχωμένα ανησυχώντας ότι θα καθυστερήσει στο σχολείο.
Φτάνουν, μα η αυλή ήταν γεμάτη από παιδιά. Κοίταζε τριγύρω αν έβλεπαν κάποια αλλαγή πάνω του. Μήπως πρόσεχαν το παντελόνι του. Μάταια όμως. Κανείς δεν έδινε σημασία. Άλλα έπαιζαν κι άλλα είχαν σχηματίσει πηγαδάκια και συζητούσαν. Οι δάσκαλοι μέσα στο γραφείο τους κλεισμένοι δε βαρούσαν το κουδούνι παρ` ότι είχε περάσει η ώρα 07:30 που κανονικά χτυπούσε. Πάει στην πιο μεγάλη παρέα που ήταν συμμαθητές του και ο ξερόλας της τάξης στη μέση, με ύφος επιβλητικό και με απόλυτη σιγουριά άρχισε να εξηγεί στα άλλα τα άσχετα…
– Έγινε Δικτατορία, ο Λαός θα ξεσηκωθεί και θα την ρίξει… το πραξικόπημα δεν θα περάσει… ο Λαός δεν θα μείνει έτσι, θα ξεσηκωθεί…
– Τι είναι η Δικτατορία, Παντελή; ρώτησε κάποιος.
– Ο Λαός δεν είναι ελεύθερος, δεν γίνονται εκλογές, δεν υπάρχουν δουλειές…
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό από τις ρητορικές επιδόσεις του συμμαθητή του κι άρχισε να καταλαβαίνει τί είναι – επιτέλους – αυτή η Δικτατορία !!!
Λίγο μετά τις 08:00 ακούγεται ο ήχος του κουδουνιού και τα παιδιά μπαίνουν στην σειρά όπως – όπως με μεγάλη ζωηρότητα από το παιχνίδι και ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει.
Ο δάσκαλος τους που εκτελούσε χρέη Διευθυντή μετά την προσευχή, φουρτουνιασμένος και με φανερό τον εκνευρισμό στην όψη του, άρχισε:
– Σήμερα έγινε πραξικόπημα, δεν θα γίνουν μαθήματα, ούτε αύριο θα πάμε στην εκκλησία… .
– Παπανδρέου θέλατε, καλά να πάθετε! ακούστηκε από δίπλα η φωνή μιας νεαρής δασκάλας που χτυπούσε πεισματικά το πόδι της στο πάτωμα.
– Σκάσε μωρή! της απευθύνθηκε οργισμένος.
Πάγωσαν τα παιδιά. Και γυρίζοντας στους μαθητές συνεχίζει:
– Σας ευχόμαστε Καλό Πάσχα, τώρα να πάτε στα σπίτια σας και στο σχολείο θα έρθετε μετά τις γιορτές, αν όλα πάνε καλά…!
Μια βουή, όλο χαρά, βγήκε από τα στόματά τους που θα γλύτωναν το Σαββατιάτικο μάθημα και πήρανε το δρόμο για το σπίτι. Έξω από τον Άγιο Κωνσταντίνο βλέπει το Θοδωρή, το Σταμάτη και το Μιχαλιό με φουσκωμένες τις κοιλιές, να τρέχουν σα να τους έχουν βάλει νέφτι στον κώλο. Ξωπίσω τους ξεγλωσσιασμένος μ’ ένα ραβδί στο χέρι ο κυρ Μάρκος να τους κυνηγά και να φωνάζει: «Τα μανταρίνια μου ρε μπαστάρδια! Αλλά θα σας πιάσω, δε θα σας πιάσω; Τότε θα δείτε τι θα πάθετε». Το διπλανό περβόλι με τα υπέροχα φρούτα είχε υποστεί για πολλοστή φορά την «επιδρομή των βαρβάρων».
Επιστρέφοντας ήταν όλα άνω κάτω. Η μάνα είχε βάλει μπρος και συγύριζε το σπίτι για ν’ αστράφτει από καθαριότητα ενόψει του Πάσχα. Ήταν ανεβασμένη πάνω στο σερβάν και ξεσκόνιζε μέχρι και το ταβάνι. «Έπρεπε να μυρίζει πάστρα το σπίτι», έλεγε. Το ράδιο δεν έπαιζε τα λαϊκά τραγούδια της εποχής και δεν ακούονταν η θεϊκή φωνή του Καζαντζίδη, του Στελάρα όπως τον έλεγε ο πατέρας, πάρα μόνο μουσικές άγνωστες σ’ αυτόν, εμβατήρια τα λέγαν, με λόγια όπως «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά» που κατέληγαν στο «Ζήτω η Επανάστασις!» και άλλα ακαλαβίστικα και βαρετά. Ο εκφωνητής διέκοπτε συχνά-πυκνά και ανακοίνωνε: «Από της πρωίας της σήμερον, ο Ελληνικός στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας, θέτοντας τέλος στην φαυλότητα των πολιτικών προσώπων που ωθούσαν την Ελλάδα, στις αγκάλες του Κομμουνισμού. Η κυκλοφορία στους δρόμους δεν θα επιτρέπεται απ` την εβδόμην απογευματινήν έως και την έκτην πρωϊνήν της αύριον. Όστις θεάται εις τας οδούς στο διάστημα των προαναφερθέντων ωρών, θα πυροβολείται χωρίς προειδοποίησιν». Τα λόγια τούτα καρφώθηκαν στο μυαλό του και δεν τα ξέχασε παρά το ότι πέρασαν πολλές δεκαετίες.
Ρωτά τη μάνα γι’ αυτά και του απαντά: «Δεν έχουμε πια ελευθερία! Έφεραν δικτατορία… χούντα. Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις». Σε λίγο καταφθάνει ο πατέρας γεμάτος σκόνη. Λιμενεργάτης στο λιμάνι. Φαίνεται κατάκοπος…
– Που δούλευες κι έγινες έτσι; τον ρωτά η μάνα.
– Στ’ αμπάρι, φτυαρίζαμε στάρι. Φάγαμε τη σκόνη με το κουτάλι! Μα μάθαμε τα γεγονότα, σταματήσαμε και φύγαμε, απαντά. Ήρθα από το γιαλό και δε ξέρω τι τρέχει στην πόλη.
– Μπαμπά τι θα πει δικτατορία και χούντα; Γιατί το ράδιο δεν παίζει τα ωραία τραγούδια που ακούμε;
Σα να μην άκουσε τις ερωτήσεις, συνεχίζει: «Τους δικούς μας τους πιάσανε στον ύπνο οι κερατάδες και φαίνεται δε προλάβανε ούτε κιχ να κάνουν».
Μετά τις διακοπές τα παιδιά ξαναγυρίζουν στη σχολική καθημερινότητα. Στις πρώτες μέρες του Μάη, την ώρα της ωδικής ο δάσκαλος τους ανακοινώνει ότι θα μάθουνε να τραγουδούνε Ριζίτικα. Ως παιδί της πόλης πολύ λίγα πράγματα ήξερε για την κρητική μουσική και το κρητικό τραγούδι. Τους γράφει τα λόγια στον πίνακα. «Πότε θα κάνει Ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει, να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρόνα, να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω Μουσούρω …». Όρθιος στο βάθρο της έδρας, τους καλεί να κάνουνε ησυχία κι αρχίζει να τραγουδά. Νεκρική σιγή. Εεεεεε, Πόοοτέ θα κά, Ποοτέ θα κάαανει ει ει Ξαστεριά ααα… . Τι ήταν αυτό που έβλεπε κι άκουγε; Νόμιζε πως ονειρεύεται. Ένας άλλος δάσκαλος βρισκόταν εκεί απέναντι του. Ο μικρός το δέμας δάσκαλός του μπροστά στα έκπληκτα παιδικά του μάτια, είχε μεταμορφωθεί σε γίγαντα σαν τον Καζαντζακικό δάσκαλο στον «Καπετάν Μιχάλη». Οι τρίχες της κεφαλής του στέκονταν ολόρθες, το ίδιο κι οι τρίχες των χεριών του είχαν ισιώσει. Η φωνή του βροντερή, πρωτεϊκή, χτυπούσε κατευθείαν στο κέντρο του εγκεφάλου του. Αληθινή μυσταγωγία. Κι αυτά τα λόγια! Πότε ειπώθηκαν; Τι τάχα θέλουν να πουν; Γιατί θέλουν να κάμει «μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες»; Γιατί θέλουν τα «μωρά παιδιά να κλαίν’ δίχως μανάδες»; Ερωτήματα στο παιδικό μυαλουδάκι που τότε έμειναν αναπάντητα. Το κορμί του δασκάλου πάλλονταν κι έτρεμε ολόκληρος. Ο ιδρώτας έτρεχε βρύση στο κούτελό του. Το πουκάμισό του ήταν μουσκεμένο ως κάτω. Μέχρι να τελειώσει το ριζίτικο, νόμιζε ότι θα καταρρεύσει. Όμως διαψεύστηκε. Στο τέλος ο δάσκαλος χαμογελαστός, συνέχισε το μάθημα.
Τον είχε συνεπάρει όλο αυτό το σκηνικό. Συγκλονισμένος προσπαθούσε να συνέλθει. Κι οι απορίες σωρηδόν, η μια πίσω απ΄ την άλλη. Γιατί αυτό το τραγούδι τώρα; Ξανάρθε στο νου του η αποφράδα Παρασκευή που κλείσανε για Πάσχα, τα λόγια των συμμαθητών, του δασκάλου, της μάνας και του πατέρα, τα εμβατήρια στο ράδιο. Αυτό το ριζίτικο, σκέφτηκε, ήθελε πολλά να πει. Ο δάσκαλος κατάφερε και του μετάδωσε το αντιστασιακό μήνυμα του τραγουδιού. Είναι το πρώτο και καλύτερο μάθημα δημοκρατίας που έχει πάρει μέχρι σήμερα.
Βυθισμένος στις σκέψεις και τις αναμνήσεις, ξεχάστηκε. Κοίταξε το ρολόι. Θα καθυστερήσει στο ραντεβού και ο γέρω-δάσκαλος δεν αστειεύεται, θα τον επιπλήξει όπως μόνον αυτός ξέρει.

*Αφιερωμένο στον δάσκαλό μου Βασίλη Ιγγλεζάκη 




Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τη σημερινή μέρα από από τον Γιώργο Πιτσιτάκη, δάσκαλο και ιστορικό ερευνητή, που και άλλες φορές έχω αναφερθεί στις έρευνές του πάνω στην ιστορία της πόλης και των ανθρώπων των Χανίων από τις αρχές του 20ου αιώνα. Δημοσιεύτηκε στα σημερινά Χανιώτικα Νέα και είναι αφιερωμένο στον Βασίλη Ιγγλεζάκη, το γέρο δάσκαλο, όπως τον ονομάζει ο ίδιος, τον δάσκαλό μας στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοτικού, στη Νέα Χώρα. Στο 6ο δημοτικό, στο καινουριοχτισμένο σχολείο, πηγαίναμε τότε μαζί με το Γιώργο. Κι επειδή κάτι έγραφα σε παλαιότερη ανάρτηση για εκείνη την αποφράδα ημέρα, ας μου επιτραπεί μια παραλλαγή - αντιγραφή, συνέχεια και συμπλήρωμα της ιστορίας από την κοινή μας μνήμη:



Κοιτάζω το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; Και η μνήμη, αχ αυτή η αδιόρθωτη μνήμη που όλο κλωθογυρίζει και δε λέει να κοπάσει και να σωπάσει, επανέρχεται και μας επιστρέφει πενήντα χρόνια πίσω.

21 Απριλίου 1967. Τελειόφοιτη στο 6ο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Χώρας. Την προηγούμενη χρονιά είχαμε μετακομίσει στο νέο διδακτήριο από το 5ο και με νωπές τις μνήμες από τον τάφο της Σουλτάνας – που ήταν φόβητρο για τα παιδιά – εκεί στη νοτιοανατολική άκρη της αυλής, τελευταίο απομεινάρι από τα μνήματα του οβραίικου νεκροταφείου. Τότε στην αρχή της σχολικής χρονιάς είχε γίνει το παλαβό να κάνουν δυό φορές εγκαίνια του σχολείου μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε γίνει σούσουρο, όλοι το περιγελούσαν. Τη δεύτερη φορά ήρθε κι ένας πανύψηλος κορδωτός υπουργός, από τη Χαλέπα λέγανε πως ήτανε, και κάτω στην αμμούτσα στα καφενεία του Φραγκιού και του Κοκολίνου, οι ψαράδες κι οι εργάτες τον λέγανε αυτόν και τους άλλους, αποστάτες.

Ήταν Παρασκευή. Σηκώθηκα χαρούμενη. Πήγα πρωί πρωί στο σχολείο. Δάσκαλο είχα τον Βασίλη Ιγγλεζάκη (κάποια στιγμή θα γράψω για τον ωραίο αυτό άνθρωπο). Κάτι περίεργο έδειχνε να συμβαίνει. Χτύπησε το κουδούνι, συγκεντρωθήκαμε για την πρωινή προσευχή, οι δάσκαλοι παραταγμένοι ως συνήθως. Μα πάλι, όχι, δεν ήταν "ως συνήθως", ένα μούδιασμα υπήρχε, μεγαλώνοντας και ξαναφέρνοντας την εικόνα τους μπροστά μου, ναι, δεν ήταν η συνήθης εικόνα ούτε του κυρίου Ιγγλεζάκη, ούτε της κυρίας Ιπποδάμειας, ούτε των υπόλοιπων δασκάλων.

Αλλά η εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη είναι η εικόνα μιας άλλης δασκάλας, της κυρίας Γουλιέλμου, που έκλαιγε. Ναι, έκλαιγε φανερά και μεις δεν καταλαβαίναμε γιατί.

Τι ν' απόγινε άραγε, δεν έμαθα ποτέ.

Μας είπαν ότι δεν θα γίνει μάθημα και μας έστειλαν στα σπίτια μας. Δεν ξέρω πόσα παιδιά χάρηκαν τη ... νόμιμη κοπάνα εκείνη τη μέρα.

Εγώ γύρισα σπίτι μου, η μάνα μου έψαχνε Αυγές παρατημένες κάτω από το στρώμα για να τις εξαφανίσει και το απόγευμα καθόμασταν στα σκαλάκια του σπιτιού, περιμένοντας με αγωνία τον πατέρα μου να γυρίσει από τη δουλειά, υπήρχε η απαγόρευση κυκλοφορίας, ο τόπος έμπαινε στο γύψο.

Και θυμάμαι, όταν περνούσαμε από το σπίτι του Μιχελουδάκη (στελέχους της αριστεράς), η μάνα μου καλημέριζε μια ηλικωμένη γυναίκα, μονίμως δακρυσμένη, και ρώταγε τα νέα του, ήταν η μάνα ή η πεθερά του, εκείνος ήταν εξορία και η γυναίκα του έγκυος. Αργότερα στο γυμνάσιο είχε έλθει ως φιλόλογος ο αδελφός του...


Κοιτάζω το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; 
Περπατώ στην πόλη. Στην Τζανακάκη, στο κέντρο της πόλης, τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Ήθελαν λέει ν' ανοίξουν κι άλλα γραφεία στη Σούδα και δεν τους άφησαν. 
Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει...
Ή μήπως ξεχνά...
Μεθαύριο εκλογές στη Γαλλία. Κι εκεί δεν ξεχνά ο λαός. Ή μήπως κι εκεί ο λαός ξεχνά...
Τι να πω, πίσω-μπρος κλωθογυρίζει ο νους...

----------------------------------------------------------------------------------------------------

* Σημείωση

Το παραπάνω διήγημα του Γιώργου Πιτσιτάκη κυκλοφόρησε και σε μικρό αριθμό φωτοαντιγράφων με φροντίδα του συγγραφέα. Την έκδοση κοσμούν χαρακτικά της Βάσως Κατράκη, καθώς και σκίτσα του δασκάλου – σκιτσογράφου Χρήστου Πετράκη από το βιβλίο-λεύκωμα «Οι άθλοι του Πονηρίδη» (τιμητική έκδοση του μαθητικού περιοδικού «Τα Χανιωτάκια» του Συλλόγου Δασκάλων – Νηπιαγωγών νομού Χανίων, Απρίλης 2008). 



Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Μικρές χαρές






Οι εικόνες σήμερα από τις Βρύσες Αποκορώνου. Στιγμές ευχαρίστησης το νερό που τρέχει με θόρυβο, κατεβαίνοντας με ορμή από τις ακόμη χιονισμένες Μαδάρες.

Μικρές χαρές.

Καλή Ανάσταση! Ό,τι κι αν σημαίνει για κάθε άνθρωπο η ευχή αυτή...

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

"Χτύπησες παιδάκι μου;"



Μέρες που είναι θυμήθηκα ένα παραμύθι που είχα διαβάσει όταν ήμουνα μικρή και μ' είχε τότε συγκλονίσει. Μιλά για μια μάνα που είχε ένα γιο και που η κοπελιά π' αγάπησε του ζήτησε να της φέρει την καρδιά της μάνας του. Κι εκείνος, ξερίζωσε την καρδιά της μάνας του και κίνησε να της την πάει. Στο δρόμο που επήγαινε, σκόνταψε, και τότε άκουσε μια φωνή να λέει: "Χτύπησες παιδάκι μου;" 

Κάπως έτσι είναι το παραμύθι, και το θυμήθηκα ακούγοντας το τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού "Η καρδιά της μάνας" (στίχοι Alice Torri, μουσική Γιάννη Νικολάου).

Κι ύστερα θυμάμαι τη Μάνα του Χριστού του Κώστα Βάρναλη

............................................................
Α! πώς είχα σα μάνα κ΄εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ’ εμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ΄από μίση!
....................................................
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Έλα να πούμε ψέματα ένα σακί γιομάτο: και πάλι για τον εμφύλιο στην Κρήτη (που δεν υπήρξε ή μήπως...)

Έλα να πούμε ψέματα
ένα σακί γιομάτο,
φόρτωσα έναν μπόντικα
σαράντα κολοκύθια
κι απάνω στα καπούλια του
ένα σακί ρεβύθια.

Αυτό το πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι θυμήθηκα βλέποντας τη σκηνή με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να παραδίδει στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα το πρωτότυπο της συμφωνίας μεταξύ ΕΑΜ Κρήτης και Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης (Νοέμβριος 1943), την οποία είχε μάλιστα συντάξει ο πατέρας του Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η συμφωνία αυτή, πρόσθεσε όλο καμάρι ο κ. Μητσοτάκης ο νεώτερος, "έβαλε τις βάσεις για να αποτραπεί ο εμφύλιος στην Κρήτη"!!!

Κι επειδή δεν είμαι ιστορικός και μπορεί να μην τα γράψω καλά, κι επειδή αυτή η... όλο νόημα δήλωση του κ. Μητσοτάκη με προκάλεσε, στράφηκα στη λογοτεχνία. Κι ήρθε αυτόματα στο μυαλό μου το πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι με τα τόσα ψέματα (και η συνάντηση των δύο ανδρών, ω τι σύμπτωση, πραγματοποιήθηκε λίγες μόνο μέρες από την πρωταπριλιά...).

Για να είμαι ειλικρινής, το τραγουδάκι δεν το γνώριζα μέχρι που διάβασα το εξαιρετικό και θαρραλέο, θα έλεγα, βιβλίο της Μάρως Δούκα "Έλα να πούμε ψέματα", το τρίτο της τριλογίας της για τ' αγκάθια στην ιστορία της νεώτερης Κρήτης. 

Στο βιβλίο αυτό, έγραφα στην ανάρτηση του 2015, η Δούκα ασχολείται με τον εμφύλιο στην Κρήτη "θέλοντας να διαλύσει το μύθο ότι δεν υπήρξε εμφύλιος στο νησί, που όμως υπήρξε". Και σε αυτό το βιβλίο, "ανατρέχοντας στα αρχεία, ξεφυλλίζοντας εφημερίδες, χρησιμοποιώντας πηγές από βιβλία πρωταγωνιστών της εποχής αυτής (Μανούσακας, Κοκοβλήδες, Λιονάκης, Ηλιάκης, Τζομπανάκης και Μπλαζάκης), συνομίλησε με την ιστορία", έκφραση που η ίδια χρησιμοποιεί πολύ συχνά με αναφορά στα βιβλία της.

Και βέβαια, την εικόνα αυτή, που δεν ήταν στην πραγματικότητα όπως ήθελαν να την παρουσιάζουν για την Κρήτη, ότι δηλαδή το νησί δεν γνώρισε τον εμφύλιο, μπορούμε να τη δούμε ως συνέχεια της εικόνας που περιγράφεται στο προηγούμενο βιβλίο της Μάρως Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" σχετικά με την παραμονή των Γερμανών στη Δυτική Κρήτη (μαζί και στη Μήλο) πολλούς μήνες από την αποχώρηση στην υπόλοιπη Ελλάδα και όπου βλέπουμε ίδιους πρωταγωνιστές να παίζουν τα παιχνίδια τους. (Και ακόμα μία σύμπτωση, έτυχε αυτές τις μέρες να δω σε κρητικό κανάλι μια εκπομπή για τους γενναίους Μπαντουβάδες, βέβαια για τον εμφύλιο τσιμουδιά...)

Και η Ρέα Γαλανάκη στον Αιώνα των λαβυρίνθων, το εμβληματικό μυθιστόρημα με πλαίσιο τα εκατό χρόνια ιστορίας της νεώτερης Κρήτης, αφιερώνει σελίδες για τον εμφύλιο στο νησί.

Είπε κάποτε η Καρυστιάνη σε μια συνέντευξή της ότι ο μηρυκασμός του παρελθόντος αποτελεί άλλοθι απραξίας. Συμφωνώ. Ισχύει και για τις δυο πλευρές αυτό. Πρέπει πάντως να έχουμε ολόκληρη την εικόνα, από όλες τις πλευρές και πάλι. Και να ξεχωρίζουμε τα ψέματα, έτσι δεν είναι;

Και πάνω που τελείωνα το κείμενό μου για τούτη την ανάρτηση, βλέπω το άρθρο του Μάριου Διονέλλη στη σημερινή Εφημερίδα των Συντακτών "Οταν ο Κυριάκος «εξαφάνισε» τον εμφύλιο στην Κρήτη". Έλα να πούμε την αλήθεια, σαν να καλεί ο δημοσιογράφος, ανιστορώντας μας για τους "Μπαντουβάδες" και τους "Γυπαραίους" κι όλα τα καλά παιδιά από την "αντίσταση" της Κρήτης. Πώς να μη μηρυκάσω τότες κι εγώ φέρνοντας στο νου τις δυο δασκάλες που εκτέλεσαν άγρια  το '47 και το '49, μια στην Ανατολική και την άλλη στη Δυτική Κρήτη. Η μια ήταν η "καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφος" Μαρία Λιουδάκη και η άλλη ήταν η δασκάλα από τ' Ανώγεια, πρωταγωνίστρια σε μια από τις ιστορίες της Μάρως Δούκα, η Βαγγελιώ Κλάδου.

Ξέρετε τι λέω εγώ; Ο εμφύλιος χώρισε τους Έλληνες στα δυο, στους καλούς και στους κακούς (όπως έγραφε και ο Νίκος Κούνδουρος, τοποθετώντας τον εαυτό του στους "κακούς"). Αλήθεια, τελικά το ζήτημα ήταν ποιοι ήταν οι "καλοί" και ποιοι οι "κακοί" ή που οι Έλληνες χωρίστηκαν στα δυο; Μήπως πολύς ο μηρυκασμός; Μπερδεύτηκα (που λέει κι ο εγγονός μου, που ποιος ξέρει όταν μεγαλώσει τι θα ξέρει για εκείνη την εποχή)...

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Η Λαλάντ της Κλαρίσε Λισπέκτορ: Κοντά στην άγρια καρδιά



"....Ήτανε μόνος, ξεχασμένος απ' όλους, ευτυχισμένος κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής. Ήτανε μόνος και νέος, γιομάτος θέληση και αγριάδα, μονάχος μες στην ερημιά του ελεύθερου αέρα, των αρμυρών νερών, ολομόναχος ανάμεσα σε κοχύλια και σε φύκια που φέρνει η θάλασσα μπρος στο μουντό φως του ήλιου και σε χαρούμενες μορφές παιδιών και νέων κοριτσιών, τριγυρισμένος από παρθενικές και παιδικές φωνές που αντηχούσαν στον αέρα..."

Έτσι γράφει ο Τζέιμς Τζόυς στο έργο του "Το πορτραίτο του καλλιτέχνη"

(στα αγγλικά αντίστοιχα: He was alone. He was unheeded, happy, and near to the wild heart of life)

Από αυτή την αναφορά έδωσε τίτλο στο πρώτο της βιβλίο η Κλαρίσε Λισπέκτορ, η Εβραία ουκρανικής καταγωγής Βραζιλιάνα συγγραφέας, η μεγάλη μάγισσα της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας, όπως την αποκαλούν.  Το 2016 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το τελευταίο της βιβλίο "Η ώρα του αστεριού" για το οποίο μέγραψα πρόσφατα. Το βιβλίο "Κοντά στην άγρια καρδιά" κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2008 από τις εκδόσεις Τυπωθήτω σε μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη.

Ίδια εσωτερική γραφή με το τελευταίο της βιβλίο. Πρωταγωνίστρια εδώ η Ζουάνα, παιδί ακόμη έχασε τη μητέρα της, ο πατέρας της την έδωσε σε κάποιους θείους να τη μεγαλώσουν, ήταν περίεργο παιδί, αυτοί όμως τη θεωρούσαν και επικίνδυνο παιδί, γι' αυτό την έστειλαν εσώκλειστη σε σχολείο. Αργότερα γνώρισε και παντρεύτηκε τον Οτάβιου.

Η Ζουάνα ήταν "λεπτή σαν πευκάκι, πολύ θαρραλέα επίσης". Μα ήταν και "τόσο δυστυχισμένη που, ενώ θεωρούσε τον εαυτό της δυνατό, δεν ήξερε τι να κάνει τη δύναμή της κι έβλεπε να χάνεται το κάθε λεπτό αφού δεν το είχε προσανατολίσει προς κάποιο σκοπό". Ήταν μια γυναίκα που κανείς δεν σκέφτηκε να της δώσει αγάπη, μια γυναίκα που έζησε τη ζωή της "διψασμένη σαν μια παρθένα". "Είναι χαραγμένο μέσα μου, μονολογούσε, πως η μοναξιά προέρχεται από το ότι κάθε κορμί διαθέτει αθεράπευτο το δικό του τέλος..."

Ξεχωρίζει το καλό απ' το κακό με το σεξπηρικό να ζεις ή να μη ζεις.

"Καλό είναι να ζεις..." ψέλλισε η Ζουάνα... "Κακό είναι να μη ζεις..."
"Να πεθαίνεις;" ρώτησε εκείνος.
"Όχι, όχι", βόγκηξε η Ζουάνα... "Κακό είναι να μη ζεις, μόνο αυτό. Να πεθαίνεις είναι άλλο ..."

Η Ζουάνα έπαιζε ολόκληρα απογεύματα με μία λέξη και μάλιστα επινοούσε λέξεις. Μια από αυτές ήταν η λέξη Λαλάντ. Και τη ρωτά ο Οτάβιου:

"Έλα, ξαναπες τι είναι Λαλάντ", παρακάλεσε τη Ζουάνα.
"Είναι σαν δάκρυα αγγέλου. Ξέρεις τι είναι τα δάκρυα του αγγέλου; Είναι ένα είδος μικρούλη νάρκισσου, και το ελαφρότερο αεράκι τον κουνάει δώθε-κείθε. Η Λαλάντ είναι η θάλασσα το χάραμα, όταν κανένα βλέμμα δεν έχει κοιτάξει ακόμα την παραλία, όταν ο ήλιος δεν έχει γεννηθεί. Κάθε που λέω: Λαλάντ, πρέπει να νιώθεις τη δροσερή κι αλμυρή δόνηση της θάλασσας, πρέπει να περπατήσεις καταμήκος της σκοτεινής ακόμη παραλίας, αργά-αργά, γυμνός. Αυτομάτως θα αισθανθείς τη Λαλάντ... Μπορείς να με πιστέψεις, είμαι από τους ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά τη θάλασσα".

Κι επειδή έγινε πολύς λόγος για την ταινία La la Land, είχα την απορία τι σημαίνει, αν σημαίνει κάτι. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν η χώρα του λα λα, δηλαδή η χώρα των φευγάτων. (Την είδα την ταινία, η πρωταγωνίστρια μπορεί να πει κανείς ότι ήταν κι αυτή στον κόσμο της, ήταν βέβαια μιούζικαλ, άρα το ... το λαλαλαλα υπήρχε έτσι κι αλλιώς...)

Και πραγματικά, στο λεξικό Merriam-Webster διαβάζω τον ορισμό για το la-la land:

the mental state of someone who is not aware of what is really happening (δηλαδή, η διανοητική κατάσταση κάποιου που δεν ξέρει τι πραγματικά συμβαίνει)

ενώ προσθέτει στη συνέχεια για το La-La Land

used as a nickname for Los Angeles, California (χρησιμοποιείται ως παρανόμι για το Λος Άντζελες).

Ενώ στο λεξικό του Cambridge, στο λήμμα la-la-land διαβάζω:

to think that things that are completely impossible might happen, rather than understanding how things really are

με συνώνυμα όπως fantasy, untruth, false hopes, cloud cuckoo land, σαν να λέμε δηλαδή όταν πετάς στα σύννεφα...

Έτσι, τελικά, ήταν η Κλαρίς Λισπέκτορ μια μάγισσα που πετούσε στα ουράνια, ήταν μια επεναστάτρια και μεγάλη συγγραφέας πλάι στον Τζόυς και τον Μπόρχες; Ή ήταν μια παθολογικά αναίσθητη γυναίκα που σαν συγγραφέας δεν πρόσφερε  στους διψασμένους αναγνώστες την πλοκή, την ειρωνεία και το χιούμορ που επιζητούν, όπως έγραψε στην Telegraph τον Φεβρουάριο του 2014 ο Νίκολας Σαίξπηρ* στο άρθρο του με τίτλο Clarice Lispector: 'Morbidly insensitive'; Έτσι κι αλλιώς πάντως, αξίζει η γνωριμία μαζί της.

Αξίζει επίσης σε αυτό το βιβλίο και το πολύ ενδιαφέρον κείμενο της Αμαλίας Ρούβαλη, της μεταφράστριας, στο οποίο δίνει χρήσιμες πληροφορίες τόσο για τη συγγραφέα όσο και γενικότερα για τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία που ίσως γνωρίζουμε λιγότερο από τη λογοτεχνία των άλλων λατινοαμερικάνικων χωρών. **
...........................................

Σημειώσεις

* Σημειώνεται με την ευκαιρία ότι ο Νίκολας Σαίξπηρ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας του μυθιστορήματος "Ο χορευτής του επάνω πατώματος" (το οποίο αναφέρεται, χωρίς να το κατονομάζει, στο Φωτεινό Μονοπάτι, την αντάρτικη οργάνωση που έδρασε στο Περού στη δεκαετία του '80 και που έχει γίνει ταινία με σκηνοθέτη τον Μάλκοβιτς και πρωταγωνιστή τον Μπαρδέμ, αξίζουν και τα δύο).

** Και με αυτή την έννοια, με χαρά διάβασα το άρθρο του (επίσης μεταφραστή και πολύ καλού γνώστη θεμάτων λογοτεχνίας) Κώστα Αθανασίου στην Εποχή (27/3/2017) με τίτλο "Κλασική λογοτεχνία από τη Βραζιλία" όπου παρουσιάζει δύο βιβλία του σπουδαίου και πρωτοπόρου βραζιλιάνου συγγραφέα Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς του 19ου αιώνα παρακαλώ (και για τον οποίο είχα πρωτοδιαβάσει στο κείμενο της Ρούβαλη). Και τα δύο από τον Δαρδανό, το ένα σε μετάφραση της ... πεσοϊκής (και όχι μόνο) Μαρίας Παπαδήμα και το άλλο του Νίκου Πρατσίνη. Νομίζω αξίζει να τα αναζητήσουμε. Και το ντόμινο ανάγνωσης τέλος δεν έχει...

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

Ακολουθία Fibonacci, της Ευγενίας Λουπάκη



Περί ηρώων και τάφων

Έζησα τόσα χρόνια μ' αυτό που υπήρξατε
Σμιλεύοντας μ' επιμέλεια τις μορφές σας
Στη ζωφόρο της προσωπικής μου μυθολογίας
Αλλά εσείς κουραστήκατε ακίνητοι
Βαρεθήκατε ανίκητοι
Κατεβήκατε
Πήρε ο καθένας σας ένα κομμάτι μάρμαρο στην πλάτη
Κι αποχώρησε
Προς ιδιωτικό προορισμό, όπως είχε κάθε δικαίωμα
Κι όμως το 'κρυψα κι απ' τους ξένους κι απ' τους φίλους
Το 'κρυψα κι από σας ότι ξέρω πως φύγατε
Ότι ξέρω ακόμα και το γιατί
Τώρα ορκίζομαι στα γύψινα εκμαγεία σας
Κάνω πως δε συνέβη, πως είστε ακόμα εκεί
Ωραίοι, νέοι, στιλπνοί, αναλλοίωτοι
Κάνω πως δε θυμάμαι τις προειδοποιήσεις σας
Τρυφερές στην αρχή, στο τέλος οργισμένες
Γιατί κανένας δεν αντέχει να τον κοιτάνε μάτια
Πάντα δεκαοχτάχρονα
Κάνω πως δε βλέπω τη μακριά. σκυφτή πομπή σας
Και τρέφομαι απ' του μαρμάρου μόνο τις αντανακλάσεις.


Το κόμμα

Ο λόγος για τον οποίο τόσο πολλοί άνθρωποι
Στριμώχνονται γύρω από ένα στόχο
Είναι ότι έτσι δε νοιάζονται ο ένα ςγια τον άλλο
Παρά μόνο για το στόχο.

Τα παραπάνω δύο ποιήματα είναι από την ποιητική συλλογή της Ευγενίας Λουπάκη "Ακολουθία Fibonacci" (Απόπειρα, 2010). Δεν αναφέρει πουθενά γιατί αυτός ο τίτλος και η αλήθεια είναι δεν αναζήτησα το λόγο. Στα Μαθηματικά, ακολουθία Fibonacci είναι η ακολουθία των αριθμών, ξεκινώντας από τους 0 και 1, που καθένας τους ισούται με το άθροισμα των δύο προηγούμενων. Έτσι, οι αριθμοί Fibonacci κατά σειράν είναι 0, 1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21 κτλ. Είναι αριθμοί που συνδέονται με τη χρυσή τομή, με τη συμμετρία και την ομορφιά στη φύση, αλλά και με τη γέννηση, το ζευγάρωμα, την αναπαραγωγή. 

Όμορφα, στοχαστικά ποιήματα, ήρεμα, με υπαινιγμούς που νιώθεις ν' αφορούν άλλοτε προσωπικά βιώματα κι άλλοτε κοινωνικά ή πολιτικά πράγματα που την αγγίζουν. Συχνά, μια θλίψη βγαίνει από τους στίχους, και μια προσμονή για κάτι που όμως τελικά δεν έρχεται. Σαν ανεπίδοτη επιστολή μοιάζει, με Πρόλογο, με Τέλος και με Υστερόγραφο. 

Και με μότο τους στίχους του Έλιοτ από την Έρημη Χώρα σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη:

Η φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης ποτές δε θ' αναιρέσει
Μ' αυτή, μόνο μ' αυτήν έχουμε υπάρξει.


Πρόλογος

Συντρίβεται η φωνή μου μες στο ποίημα
Οι λέξεις μού ζητάνε αποδείξεις.


Τέλος

Και καταλήγουν όλα να ξεφτίζουν
Σε κάποιο χλωμό συνώνυμό του


ΥΓ.

Εκεί που ήταν φωτιά, πάλι φωτιά...

Και γυρίζει ο νους μου σαράντα χρόνια πριν, εκεί στη Σολωμού, μαζί και η Χαρά, ο Κώστας, ο Μανόλης, η Κική, η Αντωνία, ο Άρης, η Δώρα, και άλλοι, κάποιοι δεν ζουν πια! Και ξαναδιαβάζω τους τελευταίους στίχους από το ποίημα "Broken bicycles":

...(Αχ, πώς πανηγυρίζει η ποίηση
Πάνω στις τσακισμένες αυταπάτες μας!).

------------------------------------
Σημείωση: Πρέπει να σημειώσω την όμορφη εικόνα του εξωφύλλου με το (συμβολικό;) έργο του Ματίς "Γαλάζιο γυμνό με πράσινες κάλτσες".

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Η ώρα του αστεριού, της Κλαρίσε Λισπέκτορ: η ώρα των φτωχών κοριτσιών του Νορντέστε




Μια παράξενη ιστορία, παράξενη γραφή, πρωτότυπη γραφή. Μια ιστορία για το πώς γράφεται μια ιστορία. Αρχίζει σιγά σιγά, σαν ένα σχεδίασμα πάνω στην επινόηση της ιστορίας και της ηρωίδας της Νορντεστίνας. 

"...Και να που φόβος με κυρίευσε με το που έβαλα τη Νορντεστίνα σε λέξεις. Και το ερώτημα είναι: πώς γράφω; Βεβαιώνω πως γράφω εξ ακοής, όπως έμαθα αγγλικά και γαλλικά εξ ακοής. Πρόγονοί μου στη γραφή; Είμαι ένας άνθρωπος με περισσότερα χρήματα από εκείνους που πεινάνε, πράγμα που με κάνει κατά κάποιον τρόπο ανειλικρινή.

... Οχι, δεν είναι εύκολο να γράφεις. Είναι σκληρό σαν να σπας βράχους. Αλλά πετάγονται σπίθες και σχίζες σαν ατσάλι που λαμποκοπά. 

Αχ, πώς φοβάμαι να ξεκινήσω και να μην ξέρω ακόμη ούτε καν το όνομα της κοπέλας..."

Νορντεστίνα, η κοπέλα από το Νορντέστε, βορειοανατολικά της Βραζιλίας, την περιοχή που πρώτοι εξερεύνησαν οι Πορτογάλοι, την περιοχή με πλούσιο λαϊκό πολιτισμό και πλούσιο φυσικό περιβάλλον, αλλά και την περιοχή που παραμένει η φτωχότερη στη Βραζιλία.

"Σαν τη Νορντεστίνα υπάρχουν χιλιάδες κοπέλες σκορπισμένες σε τρώγλες, νοικιάζοντας ένα κρεβάτι σε κοινή κάμαρη, να εργάζονται πίσω από θυρίδες μέχρι εξόντωσης..."

Η ώρα του αστεριού (Αντίποδες, 2016). Το τελευταίο βιβλίο της Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1997), της Εβραίας Ουκρανικής καταγωγής Βραζιλιάνας συγγραφέα που έχει ονομαστεί και συγγραφέας-μάγισσα για τις παράξενες (;) ιστορίες της. Το τελευταίο βιβλίο της είναι λένε και το πιο πολιτικό (λες και το πολιτικό στη λογοτεχνία μπορεί να έχει όρια και και διακριτικά). 

Επινοεί έναν άντρα για συγγραφέα που αναζητά την ιστορία και την κοπέλα που θα πρωταγωνιστήσει. Και γράφει για τη Μακαμπέα, το φτωχό κορίτσι από την πάμφτωχη περιοχή Αλαγκόα του Νορντέστε, που κοιμάται σε ένα δωματιάκι με πολλά άλλα κορίτσια, που τρώει μόνο χοτ-ντογκ, που η μόνη της πολυτέλεια ήταν μια γουλιά κρύου καφέ πριν κοιμηθεί, που πάει στη χαρτορίχτρα για να της πει τη μοίρα της και που τελικά...

Αλλά, ας μην πω όλη την ιστορία, αξίζει να τη διαβάσει κανείς. Μια ιστορία για τη φτώχεια των κοριτσιών της περιοχής αυτής της Βραζιλίας και η μοίρα η προδιαγεγραμμένη (;). Όπου φτωχός κι η μοίρα του, σκέφτηκα μόλις έφτασα στο τέλος της ιστορίας. Και τι μένει τελικά; Μια πίκρα για τη μοίρα των κοριτσιών αυτών. 

Μήπως μια πίκρα για τη μοίρα των γυναικών συνολικά; Μήπως αυτό το μήνυμα ήθελε να δώσει η συγγραφέας; Δεν ξέρω, ίσως... Αυτοβιογραφικό μήπως; Ίσως... Γράφει στη σελίδα 38:

"Όμως εγώ έχω πλήρη επίγνωση της ύπαρξής της: μέσω της νέας αυτής ουρλιάζω τον δικό μου τρόμο στη ζωή. Στη ζωή που αγαπάω τόσο."

Και να πώς τελειώνει:

"Θεέ μου, τώρα μονάχα θυμήθηκα πως πεθαίνουμε Μα - μα κι εγώ ακόμη;!

Να μην ξεχνάμε πως προς το παρόν είναι η εποχή για φράουλες.  

Ναι."

Το είπα, η ιστορία ειναι παράξενη. Υπαρξιακή; Πολιτική; Κοινωνική; Αλλιώτικη; Ανθρώπινη; 
Όλα μαζί. Αλλά, αξίζει να διαβαστεί. Και ... τι σύμπτωση, είναι κι εδώ τώρα η εποχή για φράουλες...

Θέλω να πω δυο λόγια και για το ίδιο το βιβλίο. Καταρχάς, τα κείμενα που συνοδεύουν την ιστορία, τόσο το επίμετρο της Ελέν Σιξού με τίτλο "Ο συγγραφέας και η αλήθεια" όσο και τα δύο κείμενα του μεταφραστή Μάριου Χατζηπροκοπίου με τίτλο "Εργοβιογραφικό" και "Σημείωμα", είναι πολύ ενδιαφέροντα και πολύ χρήσιμα, δίνοντας πληροφορίες για το έργο και για την προσωπικότητα της συγγραφέα που είναι λίγο γνωστή μέχρι σήμερα στη χώρα μας. (Πρέπει βέβαια να πω ότι στις εκδόσεις Τυπωθήτω είχε ήδη από το 2008 εκδοθεί το πρώτο βιβλίο της Λισπέκτορ "Κοντά στην άγρια καρδιά" με μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη, το έχω διαβάσει και είναι επίσης εξαιρετική δουλειά). 

Και τέλος, να σημειώσω ότι, συνολικά, είναι μια όμορφη, καλαίσθητη έκδοση, από ένα νέο εκδοτικό, που δείχνει να σέβεται και να θέλει να υπηρετήσει την παράδοση των καλών εκδοτικών της χώρας μας, με σεβασμό στην ποιότητα, όχι μόνο του περιεχομένου, αλλά και της συνολικής εμφάνισης του βιβλίου, με σεβασμό στο βιβλίο ως έννοιας  και ως ιδέας και, τελικά, με σεβασμό στον αναγνώστη. 

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Ποίηση είναι η μεταφρασμένη σιωπή, Κώστας Καναβούρης

Ποίηση είναι η μεταφρασμένη σιωπή
Κι η σιωπή μεταφρασμένη ποίηση.
Αλλά όπως ξέρετε
Η ποίηση χάνει πολύ στις μεταφράσεις·
το ίδιο και η σιωπή.

Μας λείπει αυτή την ώρα η πρωινή συντροφιά του Κώστα Καναβούρη από το Δεύτερο πρόγραμμα, μας λείπει η απογευματινή συντροφιά από το Τρίτο Πρόγραμμα. Αναζητήσαμε και πάλι αυτή την Κυριακή τον τολμηρό του λόγο στην Κυριακάτικη Αυγή, μα έλιπε. 

Προσωρινή η απουσία του. Δυσκολίες...

Βρήκα στα αποκόμματα που τακτοποιούσα τις προάλλες το κείμενό του με τίτλο "Χώρα χωρίς πατρίδα" από τη στήλη "Υπάρχει λόγος" στην Αυγή, 29 Σεπτεμβρίου 2013, λίγες μέρες από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα:

"...Μακάρι το γλωσσικό μητρώο της δημοκρατίας και της ελευθερίας να μην συμπλήρωνε ακόμα τα κενά του με νεκρούς. Και με φονιάδες. Όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Η πραγματική πραγματικότητα. Και η πραγματική πραγματικότητα είναι πως η δημοκρατία ψυχορραγεί παρ' όλα τα χαρμόσυνα αγγέλματα και σαλπίσματα των ποδηγετών της, διότι περί ηγετών ούτε λόγος να γίνεται. Αυτή λοιπόν η ποδηγετημένη πραγματικότητα λέει πως σε μια τέτοια επαίσχυντη δημοκρατία, που δεν είναι διαρκές αίτημα απόκρισης και διαρκές αίτιο ερωτημάτων ελευθερίας, αλλά τυπικό καθεστώς αφαίμαξης των εννοιών, άλλου είδους ηγεσίες χρειάζονται. Και επομένως άλλου είδους ηγηλασία, αλλά αυτό είναι άλλου είδους παραμυθία (η ιστορία έπεται).

Στο εδώ του πράγματος χρειάζονται άλλα. Χρειάζεται άλλου τρόπου ταχύτητα γιατί το πράγμα μας πρόλαβε και πάλι: Ολίγον κατ' ολίγον χάναμε την όποια δημοκρατία μέσα από τα χέρια μας (θυμήσου το '60) κι εμείς φωνάζαμε «Ζήτω και γεια» όταν έκαιγαν τους ασφαλίτικους φακέλους της Ιστορίας μας, της καθημερινής μας Ιστορίας που πυροβολήθηκε και κυνηγήθηκε μέσα σε όλους τους δημόσιους χώρους με προεξάρχοντα τον χώρο της αγοράς εργασίας.

Όταν λοιπόν έκαιγαν τους φακέλους μας μέσα στους κλιβάνους της «Χαλυβουργικής» για να αποκαθαρθεί μια στιλπνή δημοκρατία όπου η μνήμη γλιστρούσε και χανόταν όπως χάνεται η μνήμη των απεργών της Αλουμίνας, η μνήμη της Σωτηρίας Βασιλακοπούλου, η μνήμη τόσης και τέτοιας αιματοβαμμένης αγωνίας πάνω στη στιλπνή επιφάνεια μιας δημοκρατίας που καταργεί όχι απλώς τις διαχωριστικές γραμμές, αλλά κυρίως τη διεπιφάνεια της μνήμης, εμείς φωνάζαμε «ζήτω και γεια». Και αποφαλήσαμε τη μνήμη. Γίναμε νηφάλιοι. Έρμαια μιας καταχθόνιας Σικελικής Εκστρατείας.

Κάπου εκεί, σ' εκείνη τη χώρα, γεννήθηκε ο Ρουπακιάς. Σ' εκείνη τη χώρα που δεν έγινε ποτέ πατρίδα. Μονάχα κυβερνήσεις που σάπιζαν η μια πάνω στην άλλη, επιμηκύνοντας ταυτόχρονα όλα τα στιλέτα που κόβουμε ζωές. Επιμένω: από μόνος του ο Ρουπακιάς είναι λίγος. Από μόνη της η «Χρυσή Αυγή» είναι λίγη. Το πολύ είναι η αποκοπή ενός ταξικού καθεστώτος εξουσίας με το ίδιο στιλέτο από το συστηματικό συνυπάρχειν (που βεβαίως έχει εκτραπεί σε συστημικό και το οποίο λέγεται δημοκρατία. Χρόνια και χρόνια. Από παραλλαγή σε παραλλαγή. 

.... Όπου η «Χρυσή Αυγή» καθαρίζει τμήμα ελληνικού εδάφους για το οποίο έδωσαν τη ζωή τους (λυπημένη συνέχεια ο Παύλος Φύσσας) άνδρες και γυναίκες μιας χώρας που είχε πατρίδα. Όπου ένα φασιστόμουτρο όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης παριστάνει τον υπουργό Υγείας, ενώ δουλειά του είναι να αποκόψει την υγεία των πολιτών από τη δημοκρατία.Όπως ο Αρβανιτόπουλος αποκόπτει τη δημόσια παιδεία από τη δημοκρατία. Όπως ο Κεδίκογλου αποκόπτει την πληροφορία από την ελευθερία αξιολόγησης της δημοκρατίας. Όπως ο Βενιζέλος αποκόπτει τη λογική και το αίσθημα της δημοκρατίας με ευφραδή ακαταληψία. Α, και χωρίς αυτό το καθεστώς, θα ήταν πολύ μικρό το φονικό στιλέτο. Ο Παύλος θα ζούσε και η χώρα μας θα είχε πατρίδα."


Ευχόμαστε να μην κρατήσει για πολύ ακόμη αυτή η σιωπή, να νικήσει η αγάπη του...

--------------------------------------

Σημείωση: Οι παραπάνω στίχοι του Κώστα Καναβούρη είναι από τη συλλογή "Ο κόσμος ακόμα χρειάζεται σφαγές και άλλα ποιήματα" (Καστανιώτης, 2005).