Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Η ζωή είναι γλώσσα και λέξεις: Οι ξένες λέξεις, του Βασίλη Αλεξάκη



Έχει νόημα να μάθει κανείς μια ξένη, μικρή και άγνωστη γλώσσα; Ο Βασίλης Αλεξάκης τόλμησε, δοκίμασε, έμαθε μια τέτοια γλώσσα και μας το διηγείται στο βιβλίο του Οι ξένες λέξεις (Εξάντας, 2003). Ο Αλεξάκης περιγράφει όχι μόνο πώς έμαθε την ξένη γλώσσα, αλλά κύρια πώς, μέσα από μια ξένη γλώσσα, μαθαίνει κανείς για τον τόπο και τους ανθρώπους που την ομιλούν. Και δεν μαθαίνει μια γνωστή "μεγάλη" ξένη γλώσσα, αλλά μια γλώσσα σπάνια, τη γλώσσα σάνγκο της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας. Είναι γλώσσα από αυτές που ομιλούνται όλο και λιγότερο, που εξαφανίζονται, από μια χώρα με πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που χρονίζουν παρά τις υποτιθέμενες συμφωνίες ειρήνης (ήδη τις τελευταίες ημέρες ακούσαμε για δεκάδες νεκρούς από συγκρούσεις μεταξύ αντιμαχόμενων ομάδων μέσα στη χώρα).

Έτσι, μαζί με τον Αλεξάκη, δίνεται η ευκαιρία και σε μένα την αναγνώστρια, σε κάθε αναγώστη, να μάθουμε για τη μακρινή αυτή αφρικανική χώρα, για την πρωτεύουσα Μπάγκι, για τον ποταμό που τη διαρρέει Ουμπάγκι, για τη γλώσσα σάνγκο, για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, για την πολιτική ζωή, για την ιστορία, για τους Γάλλους αποικιοκράτες. Και για τη γλώσσα, για την τοπική γλώσσα που δεν επιτρέπεται όμως στα παιδιά ούτε να τη μαθαίνουν, μα ούτε καν να τη μιλούν. Ο δάσκαλος του λέει:

«Την περίοδο της αποικιοκρατίας οι δάσκαλοι τιμωρούσαν τα παιδιά που μιλούσαν σάνγκο στο σχολείο κρεμώντας τους ένα κόκκαλο στο λαιμό. Η παράδοση αυτή διατηρήθηκε μέχρι τα τελευταία χρόνια. Η πολιτική ηγεσία παραμένει πεπεισμένη ότι η Κεντρική Αφρική έχει ανάγκη τα γαλλικά για να μπορέσει να αναπτυχθεί. Περνάμε στους μαθητές την άποψη ότι η μητρική τους γλώσσα ανήκει στο παρελθόν».

Πρωταγωνιστής στο βιβλίο του Αλεξάκη είναι ο συγγραφέας Νικολαίδης, που ήρθε στο Παρίσι από την Ελλάδα κι έμεινε τελικά μόνιμα, γυρνώντας πίσω μόνο σαν επισκέπτης. Με την ευκαιρία, αναφέρεται και στα συμβόλαια που υπογράφουν οι συγγραφείς με εκδοτικούς οίκους μέσω των ατζέντηδων και στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με αυστηρές προθεσμίες κτλ., με αντάλλαγμα μηνιαία αντιμισθία. (Αντίστοιχα, το ίδιο βρήκα και στον ήρωα της Μαλακατέ στο τελευταίο της βιβλίο, το Σχέδιο). Το βιβλίο δείχνει αυτοβιογραφικό, κι έτσι το νιώθεις από τις πρώτες σελίδες, κι ας δίνει άλλο όνομα στον ήρωα, Νικολαϊδης.

Μαθαίνει με τη βοήθεια λεξικού. Και βρίσκει έναν δάσκαλο για βοήθεια. Πηγαίνει στο Μπάγκι, μένει δυο βδομάδες, συναντά ανθρώπους, μαθαίνει πώς ζουν, βλέπει από κοντά την επίδραση των Γάλλων. Γνώρισε και τον τελευταίο Έλληνα στη χώρα, Σκαρβέλης από τη Μυτιλήνη.

Στο βιβλίο περιγράφει χαρακτηριστικά της γλώσσας σάνγκο, π.χ. η άρνηση (δεν) μπαίνει στο τέλος της πρότασης (πεπε), υπάρχουν επιδράσεις από τα γαλλικά, η μόνη ελληνική λέξη είναι η λέξη πολιτική, έχει τονισμούς με βαρεία, οξεία, μεσαία, και ανάλογα με τον τονισμό αλλάζει ο ήχος της λέξης και αλλάζει η σημασία, για τον πληθυντικό βάζουν ένα α στην αρχή τις λέξης κτλ. Μπαμπα λένε όταν απευθύνονται σε άντρα για την εκδήλωση συμπάθειας, ευγνωμοσύνης, ευχαρίστησης.

Οι τόνοι δεν είναι λιγότερο σημαντικοί από τα φωνήεντα, του λέει ο δάσκαλος. «Η διαφορά ύψους ανάμεσα σε δύο βαθμίδες δεν είναι προκαθορισμένη, όπως στη μουσική... Οι τόνοι παράγουν κάποια μελωδία...». Κι όταν δεν έχουν καλή γνώση των τόνων οι άνθρωποι, συνεχίζει ο δάσκαλος, «η γλώσσα γίνεται όλο και πιο πεζή, όλο και πιο ανιαρή, χάνει σιγά-σιγά το κέφι της».

Κι ο Αλεξάκης ενθουσιάζεται με τις λέξεις που έχουν μουσική, όπως η λέξη πουπουλενγκε που αποδίδει τη γυναίκα με αρνητική σημασία, τη ζωηρή, την τσούλα (αντίστοιχη ίσως της γαλλικής petasse και της αγγλικής bitch).

Στα σάνγκο χρησιμοποιούν όργανα του σώματος για να εκφραστούν – αντί μ’ αρέσεις, λένε αρέσεις στα μάτια μου (μο νζερε να λε τι μπι), βοηθώ λένε δίνω το χέρι, αγκαλιάζω λένε κρατάω επάνω στο σώμα μου, συλλογίζομαι λένε ψαύω την καρδιά μου!!!

Κάποιες λέξεις δεν υπάρχουν, όπως ας πούμε το χιόνι. Και τη Χιονάτη, αλήθεια, πώς να την πουν, πώς να διηγηθούν το παραμύθι στα παιδιά, αναρωτιέται ο συγγραφέας, αναρωτιέμαι κι εγώ, μα πάλι, αυτοί έχουν άλλα παραμύθια, πολλά παραμύθια... (Αξίζει εδώ ν' αναφερθώ εδώ σε ένα ορολογικό ζήτημα που συναντήσαμε στην τυποποίηση. Στις ομάδες των ιθαγενών του Καναδά, το χιόνι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής τους ζωής και για το λόγο αυτό έχουν ενδιαφέρον για την ιδιαίτερη φύση του χιονιού και τις αλλαγές του, ενώ έχουν επίσης αναπτύξει ένα πολύ ειδικό ορολόγιο για τους διάφορους τύπους χιονιού. Αντίθετα, για μια τροπική χώρα, όπου δεν υπάρχει χιόνι, οι ιδιαίτερες μορφές χιονιού δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον και δεν υπάρχει ονομασία όχι για τις ιδιαίτερες μορφές αλλά συχνά ούτε καν για την έννοια χιόνι. Εξάλλου, και στην ελληνική δεν υπάρχουν αντιστοιχίες στις διάφορες αυτές μορφές χιονιού. Αυτό είναι και ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα των ζητημάτων εναρμόνισης και ισοδυναμίας εννοιών και όρων ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες.)

Έχει ενδιαφέρον όταν ερωτάται ο δάσκαλος πώς δημιουργούν ένα νέο όρο:

Αφήνω να με οδηγήσει η εξέλιξη της γλώσσας. Απλά επιταχύνω την πορεία της. Η λέξη σεντα, «επιστήμη», συναντάται σε πολλές σύνθετες λέξεις. Αυτό μου επέτρεψε να προσθέσω τους όρους σεντα-μπε, «καρδιολογία», σεντα-νγκου, «υδρολογία, σεντα-νγκου-Νζαπα, «βροχομετρία», σεντα-Νζαπα, «θεολογία». Δουλεύω σε συνεργασία με δημοσιογράφους και πανεπιστημιακούς του Μπαγκί, οι οποίοι υποβάλλουν τους νεολογισμούς στην έγκριση του κοινού τους.

Δείχνει εύκολη γλώσσα να μάθεις να τη διαβάζεις, ίσως και να την ομιλείς, όχι βέβαια να την καταλαβαίνεις όταν τη μιλούν οι άλλοι. Πάντως, στο τέλος είχα αρχίσει κι εγώ να καταλαβαίνω κάποιες φράσεις.

Όσο για τις διατροφικές συνήθειες, αγαπημένο κρέας είναι το κρέας του ιπποπόταμου, ενώ του έδωσαν να δοκιμάσει και πύθωνα. Το ψάρι καπιτάνι είναι το αγαπημένο τους ψάρι. (Στο λεξικό της γλώσσας σάνγκο του Daniel Weston, διαβάζω ότι kapitani είναι είδος πέρκας, capitaine στα γαλλικά.)

Και να πώς περιγράφει τη ζωή στην πόλη, το Μπαγκί, τη φτώχεια των κατοίκων της:

Δεν σου περνάει συνήθως απ’ το μυαλό, όταν έχεις στην κατοχή σου τέσσερις πασσάλους μήκους ενάμισι με δύο μέτρων, μερικές τάβλες και χαρτόνια περιτυλίγματος, ότι είσαι ιδιοκτήτης ενός σπιτιού. Κι όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Κατά μήκος των δρόμων του Μπαγκί πολλές οικογένειες, χιλιάδες οικογένειες σίγουρα, μένουν σε υπόστεγα τόσο ευτελή. Την πρόσοψή τους καλύπτει έναα πανί ή ένα πλαστικό. Είναι σπίτια που δεν σου επιτρέπουν να κάνεις μεγάλα όνειρα. Χρησιμεύουν μόνο για κοιτώνες. Οι κάτοικοί τους ζουν στο ύπαιθρο. Πλένονται στο δρόμο, μαγειρεύουν στο δρόμο, τρώνε στο δρόμο...

Όλα γραμμένα στα γαλλικά, πουθενά σάνγκο δεν βλέπει. Ο Σάμι, ένας ντόπιος συγγραφέας που κάποτε ήταν και υπουργός, του λέει:

Κανείς μας δεν έμαθε ποτέ να γράφει τη γλώσσα μας. Δεν υπάρχουν σχολικά βιβλία στα σάνγκο, οι δάσκαλοί μας δεν έχουν εκπαιδευτεί για να τα διδάσκουν... οι πολιτικοί μας δεν είναι διατεθειμένοι να τα υποστηρίξουν... Απαγορεύοντας τη διδασκαλία των σάνγκο περιορίζουν την ελευθερία του λόγου... Σύμφωνα με ένα πείραμα που είχα κάνει όταν ήμουν στο Υπουργείο, τα παιδιά που διδάσκονται τα σάνγκο παράλληλα με τα γαλλικά γίνονται καλύτερα στα γαλλικά από αυτά που δεν μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα...



Στην ομιλία που έκανε στο Πνευματικό Κέντρο, ένας φοιτητής τον κορόιδεψε:

Μιλάτε για τις γλώσσες με θαυμαστή ψυχραιμία. Ξεχνάτε ότι τα γαλλικά υπήρξαν το όργανο της υποδούλωσής μας; Ότι δεν έπαψε ποτέ αυτή η γλώσσα να μας δασκαλεύει ότι ο πολιτισμός μας δεν άξιζε σπουδαία πράγματα, ότι ήμασταν υπανάπτυκτοι; Κι ότι κατάφερε να μας πείσει, εφόσον εξακολουθούμε να διαιωνίζουμε τις απόψεις της; Δεν πάνε πολλά χρόνια που τελείωσα το σχολείο για να έχω ξεχάσει την τιμωρία που μου επέβαλαν όταν με έπιασαν να μιλάω σάνγκο στην αυλή. Δεν μου έδεσαν κανένα κόκαλο στο λαιμό, όπως συνηθιζόταν παλιότερα, με υποχρέωσαν όμως να γράψω χίλιες φορές «Δεν θα ξαναμιλήσω σάνγκο». Δεν μπορώ ν’ αγαπήσω μια γλώσσα που με αναγκάζει να σιωπώ.

Κι όταν η γυναίκα του Γάλλου πρέσβη ρώτησε αν είναι αληθινή γλώσσα τα σάνγκο, πήρε την απάντηση από τον συγγραφέα:

Μπορεί να μην είναι αληθινή γλώσσα, κυρία μου, αλλά τη χρησιμοποιούμε εδώ και τόσο καιρό που δεν μας απασχολεί πια αυτό το θέμα.

Εκφράζει την αγωνία, τον πόνο των ντόπιων που χάνεται η γλώσσα τους, θέλουν να πάρουν πρωτοβουλίες, να γράψουν κάτι στη γλώσσα τους. Γιατί, λέει ο συγγραφέας, «οι λαοί που έχασαν τη γλώσσα τους είναι ανίκανοι να προστατέψουν τον εαυτό τους».

Ας μεταφέρω εδώ λίγα σάνγκο, ξεκινώντας από το κοντορο-βα που θα πει αποικία, κατά λέξη "χώρα υπηρεσίας".

Και λίγα ακόμη:

σινγκιλι μινγκι   →   ευχαριστώ
γκουε νζονι   →   πήγαινε καλά (να είσαι καλά)
μπι γιε μο μινγκι   →   σαγαπώ πολύ
μο νζερε να λε τι μπι   →   αρέσεις στα μάτια μου (μου αρέσεις)
μπε τι μπι α γιεκε τι μο   →   η καρδιά μου σου ανήκει
ντολι     →  ελέφαντας 
αντολι    →   ελέφαντες
μπε    →  καρδιά
μπεαφρικα    →  κεντροαφρικανική δημοκρατία
νγκου τι νζαπα    →   βροχή
κεκερεκε    →   αύριο
γκι    →   μόνο
γκιριρι    →   άλλοτε
λο    →  αυτός
πεπε    →   δεν
αουε πεπε    →   δεν τελείωσε
μπασαμπαρα    →   επτά

Και τώρα να συστηθούμε κύριε Αλεξάκη:

μπι κατερινα   →   εγώ Κατερίνα
μο βασιλης   →   εσύ  Βασίλης

Διαβάζοντας το βιβλίο του Αλεξάκη, δεν μπορώ να μη σκεφτώ και άλλα γραφτά για τη γλώσσα και τις λέξεις, λίγα για την ώρα, απλές αναφορές για γλώσσες.

Για τις γλώσσες που σβήνουν, όπως τα αρβανίτικα που δοκίμασε να μιλήσει στη γλώσσα των γονιών του ο νέος (και γι' αυτό ακόμη πιο σπουδαίο το εγχείρημά του) Δημοσθένης Παπαμάρκος στο Γκιακ, θέλοντας να κρατήσει λίγα στοιχεία όχι μόνο της ίδιας γλώσσας αλλά του πολιτιστικού και ιστορικού στοιχείου που κουβαλάει.

Ή καλύτερα, για γλώσσες που απαγορεύονται, απαγορεύεται το ομιλείν, όπως επιγράφει το βιβλίο του ο Σλοβένος συγγραφέας Μπόρις Πάχορ, αναφερόμενος στις απαγορεύσεις των Σλοβένων της Τεργέστης από τους Ιταλούς.

Όπως έγινε και με τα γκρέκο ή γκρεκάνικα της Καλαβρίας και των άλλων περιοχών της Κάτω Ιταλίας για τα οποία η φίλη γλωσσολόγος Μαριάννα Κατσογιάννου, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, έκανε μια ωραία τοποθέτηση στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, με την ανάρτηση Οι Ποτέμκιν της Μεγάλης Ελλάδας (της Μαριάννας Κατσογιάννου).

Σε πρόσφατη ανάρτηση του ηλεκτρονικού περιοδικού Νέον Πλανόδιον, διαβάζω το άρθρο "Η μετανάστρια γλώσσα" της Χιλιανής ποιήτριας και εικαστικού Σεσίλια Βικούνια (σε μετάφραση από την Έλενα Σταγκουράκη, το αγγλικό κείμενο εδώ) με αφορμή τη συμμετοχή της στη documenta 14 στην Αθήνα. Παρότι δεν συμφωνώ με την ετυμολογία που χρησιμοποιεί για τη λέξη immigrant, αλλά την αποδέχομαι ως αφορμή ποιητικής ερμηνείας ενός κοινωνικού φαινομένου, ξεχωρίζω τις αναφορές της στη γλώσσα και τις λέξεις για να ερμηνεύσει αισθήματα, φαινόμενα και καταστάσεις. Η ζωή είναι γλώσσα, λέει και παραπέμπει στον Οκτάβιο Παζ:

Δεν βλέπω με τα μάτια:
Μάτια μου, οι λέξεις.


Έργο της Cecilia Vicuña (Πηγή εδώ)

Αυτό δοκίμασε και ο Βασίλης Αλεξάκης μαθαίνοντας τη γλώσσα σάνγκο. Η ζωή είναι γλώσσα και λέξεις. Ή, πάλι όπως το είπε ο Οκτάβιο Παζ:

Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Ο Άγγελος Σικελιανός και τα παιχνίδια με τις λέξεις στην ποίησή του



Χνούδια και πούπουλα, μικρά φτερά, ξυλάκια, φύλλα,
όσα σωρεύει το πουλί στου δάσου τη μαυρίλα

και πηγαινόρχεται αστραπή, στη γη ν' αδράξει κάτου
μια λαμπερή αλογότριχα, λίγο μαλλί προβάτου!

Έτσι αρχίζει το "Μήτηρ Θεού" του Άγγελου Σικελιανού, το "δυσκολότερο ποίημα στην ελληνική γλώσσα", όπως είχε πει ο Γιώργος Σεφέρης, το "μεγαλύτερο (με τις δυο σημασίες) ή ωραιότερο ποίημα", όπως έγραφε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στον Πρόλογο της Ανθολογίας που επιμελήθηκε και κυκλοφόρησε ο Ίκαρος το 1998. Αναλύοντας την άποψή του για το ποίημα και τις δυσκολίες του, ο Λορεντζάτος αναφέρεται στη γλώσσα και πώς αυτή μεταφέρει, αν μεταφέρει, όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα της ποίησης όταν μεταφράζεται, δίνοντας μάλιστα και ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μετάφραση των παραπάνω στίχων στα γαλλικά από έκδοση του 1944 (που είχε γίνει με τη βοήθεια του Τάκη Παπατσώνη). 

Flocons, duvets, graines ailées, brindilles, petites feuilles,
tout le butin de l' oiseau sillonant comme l
' éclair

l' obscurité de la forêt pour dérober, rasant le sol,
un brin brillant de cheval, un brin, de laine de brebis.

Γράφει:

Η μετάφραση αυτή αποτελεί μια απόδειξη πως ο Σικελιανός, όπως και ο Σολωμός, δε μεταφράζονται. Μπορείς να μεταφράσεις το γράμμα, αλλά όχι το πνεύμα της γλώσσας τους. Τόσο ταυτισμένοι βρίσκονται με το πνεύμα της γλώσσας της ελληνικής. Κάθε γλώσσα, σε ορισμένες κορυφαίες στιγμές της, εκφράζει ένα πνεύμα αποκλειστικά δικό της, που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Καμιά μεταφραστική δεινότητα δεν μπορεί να μεταφέρει τότε, μαζί με το γράμμα ή τις λέξεις, και το πνεύμα της γλώσσας αυτής σε άλλη γλώσσα. Κάθε γλώσσα είναι, από την άποψη αυτή, ένας κόσμος χωριστός...

Δυο κόσμοι χωριστοί για τον Λορεντζάτο οι στίχοι του Σικελιανού και οι μεταφρασμένοι στην άλλη γλώσσα, τόσο μάλιστα που "όσο κοντύτερα πηγαίνομε στο γράμμα, τόσο χάνομε το πνεύμα". Παιχνίδια παράξενα μας παίζουν οι λέξεις, λέει. 

Αλλά, ας αφήσουμε την ανάλυση αυτή κι ας χαρούμε το ίδιο το ποίημα, που το νόημα του "δε μαθαίνεται με νήμα λογικό, μαθαίνεται με την αγάπη και το δόσιμο, σιγά σιγά, με τα χρόνια, ωσότου η αρχή του, το Χνούδια και πούπουλα, αφομοιωθεί, μια μέρα, και γίνει αυτοματισμός..."

...................
Και ιδές... Ανθοί αναπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια
στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια·

στα χρυσοπράσινα έλατα αν ο ήλιος, σε μια στάλα,
φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πυρρή διχάλα,

και μια ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει,
τ' άγια φαράγγια που κρατούν ολοχρονίς το χιόνι·
..........................
Τ' άσωτου γύρα μου καημού κι αν αργοσβηέται η μνήμη,
σαν η σελήνη που απ' αυγής, αχνόθωρον ασήμι,

μες στη γαλάζιαν άβυσσο της μέρας απομένει
από τον κόσμο ακοίταχτη κι απολησμονημένη,

μικρούλα πνοή, τον πρώτο αφρό στα πέλαα που σηκώενι,
πλατιά ανοιγμένα τα φτερά μεσούρανα μου ορθώνει!
..........................

Παιχνίδια με τις λέξεις. Με τα γράμματα και με τα νοήματα. Πλούτος και αφθονία λέξεων. Όπως το βλησίδι, ακριβώς έτσι το ορίζει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος στο γλωσσάρι που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου. Λέει ο ποιητής:

Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι·
εδώ, όρθιος ύμνος, ο άνθρωπος βιγλίζει στο στασίδι!

Ο Σαραντάκος περιλαμβάνει το βλησίδι στις "Λέξεις που χάνονται", ενώ παραπέμπει σε αποσπάσματα που το έχει συναντήσει από κείμενα των Μακρυγιάννη, Καρκαβίτσα και Βλαχογιάννη. Η αλήθεια είναι ότι δεν το βρήκα στα λεξικά Μπαμπινιώτη και Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη), ενώ περιέχεται στα λεξικά Δημητράκου και Πάπυρου και ορίζεται ως θησαυρός, πλούτος, κόσμημα, αφιέρωμα. Η γραφή του είναι με ήτα, βλησίδι, προερχόμενο από το βάλλω, στον Πάπυρο αναφέρεται και ο τύπος με ύψιλον, βλυσίδι, ως υποκοριστικό του αρχαίου βλύσις (ανάβλυση), χωρίς όμως να επικρατεί.

Το λήμμα για το βλησίδι στο Λεξικό Δημητράκου

Παιχνίδια με τις λέξεις στην ποίηση του μεγάλου Άγγελου Σικελιανού. Εκείνου, που στις 28 Φλεβάρη του 43 αναφώνησε πάνω από το φέρετρο του άλλου μεγάλου Κωστή Παλαμά "Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!"

Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στις 19 Ιουνίου 1951. 

Γλυκό μου εσύ μνημόσυνο, πένθος χαρμόσυνό μου,
την ώρα τούτη, ά, πώς κρατώ σφιχτά τον ουρανό μου!


Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

10 Ιουνίου 1944 στα μαρτυρικά χωριά Δίστομο, Οραντούρ και Μαρσουλά





Ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο όταν στο χωριό Δίστομο οι Γερμανοί σκότωσαν 228 κατοίκους του, 53 παιδιά κάτω των 16, 58 άντρες και 117 γυναίκες, ενώ συνολικά στην περιοχή τα θύματα έφτασαν τους 600, αφού η θηριωδία τους δεν είχε σταματημό.


Τα πεντάχρονα δίδυμα αδελφάκια Barbe ήταν ανάμεσα στα θύματα
της ναζιστικής θηριωδίας στο χωριό Μαρσουλά της νότιας Γαλλίας

Ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο όταν στο χωριό Marsulas (Μαρσουλά) της νότιας Γαλλίας οι Γερμανοί σκότωσαν 27 αθώους κατοίκους του, 11 παιδιά, 6 γυναίκες και 10 άντρες.



Σε δέκα επιμνημόσυνες πλάκες καταγράφονται όλα τα ονόματα και οι ηλικίες των θυμάτων.
Επιπλέον χωριστές πλάκες με τα ονόματα των Εβραίων και των προσφύγων από Αλσατία και αλλού.

Και ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο, λίγες ώρες αργότερα μετά τη σφαγή στο Μαρσουλά, όταν στο χωριό Oradour-sur-Glane (Οραντούρ), 280 χιλιόμετρα μακριά, κοντά στη Λιμόζ, οι Γερμανοί εκτέλεσαν 642 ανθρώπους, άντρες γυναίκες και παιδιά!

Τρεις οι μαζικές εκτελέσεις αθώων ανθρώπων από τους Γερμανούς Ναζί την ίδια μέρα σε διαφορετικά σημεία της Ευρώπης. Τρία τα μαρτυρικά χωριά, ένα ελληνικό και δύο γαλλικά,  που έζησαν, μέσα στην ίδια μέρα, φριχτά εγκλήματα πολέμου. Ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας!

Αιωνία τους η μνήμη! 

Η μνήμη πάλι,  η μνήμη και οι μνήμες. 

Λέμε συχνά ότι δεν έχουμε μνήμη ή ότι έχουμε κοντή μνήμη. 

Ο καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ γράφει για τους πολέμους της μνήμης ("Οι πόλεμοι της μνήμης: Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία", Νεφέλη 2008) και συνδέει την εξόντωση της μνήμης με την εξόντωση της αξιοπρέπειας εκατομμυρίων θυμάτων, "με πρόθεση να προλειάνει το έδαφος για ενδεχόμενη «βελτιωμένη» επανάληψη των φασιστικών εγκλημάτων".

Η Ποθητή Χαντζαρούλα, σε κείμενο που δημοσιεύει στο περιοδικό Χρόνος (τ. 9, Ιαν. 2014) με τον χαρακτηριστικό τίτλο "Αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί: Γιατί έχει σημασία να σκεφτόμαστε τον φασισμό ιστορικά;", μας παραπέμπει στον Πρίμο Λέβι και στο βιβλίο του "Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν" (Άγρα, 2000), "εμποτισμένο στη μνήμη και ταυτόχρονα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον", με το οποίο θέλει να μας πει ότι "η συμπεριφορά μας πρέπει να καθορίζεται όχι μόνο από τη γνώση του φρικτού παρελθόντος αλλά και από τη γνώση ότι αυτές οι δυνατότητες είναι πολύ πιο κοντά μας από όσο φανταζόμαστε".

Μήπως αυτές οι δυνατότητες είναι πράγματι πολύ πιο κοντά μας από όσο φανταζόμαστε; 
Όταν μιλάμε για το αυγό του φιδιού, αλήθεια ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε;

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Ενοχή μα κι ελπίδα δίχως τέλος: Στα βαθιά, η νέα ποιητική συλλογή της Αιμιλίας Παπαβασιλείου



Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.

Με αυτό το μότο ξεκινά την τελευταία ποιητική της συλλογή Στα βαθιά (Γαβριηλίδης, 2017) η Αιμιλία Παπαβασιλείου. Το πρώτο ποίημα το ονομάζει "Χειμώνας στην πόλη" και το αφιερώνει στη μνήμη του Χανιώτη ποιητή Γιώργη Μανουσάκη που έφυγε μέσα στο καταχείμωνο, Φεβρουάριο του 2008:

Χειμώνας και αγωνίζεσαι
το βάρος τ' ουρανού να αντέξεις
και των κυμάτων τη σφοδρή επέλαση.
........................................

Και τι όμορφα που περιγράφει την πόλη το χειμώνα, την πόλη της, την πόλη μας, τα Χανιά

Σαν πλοίο τρικάταρτο
με το φάρο, το μιναρέ και το καμπαναριό σου...

Ακολουθεί το ποίημα Η Καταιγίδα"

Περαστικό μπουρίνι, σκέφτηκαν πολλοί.

Όμως, τα ποιήματα  της Αιμιλίας δεν είναι περιγραφές της πόλης και των φυσικών φαινομένων της· οι εικόνες της είναι περιγραφές συναισθημάτων, καταστάσεων, είναι αγωνίες, θραύσματα από βεβαιότητες που έγιναν αυταπάτες, είναι διαψεύσεις ονείρων κι εξομολογήσεις για τη "δίχως τέλος ενοχή". 

Τυφλοί και ανυποψίαστοι
μες στη ραστώνη του καλοκαιριού
δεν είδαμε τα σύννεφα...

Λόγος μεταφορικός, υπαινικτικός, επικαλούμενος κάποτε την ήττα· κι όταν μια σταλιά ελπίδας δείχνει να ξεπροβάλει, αυτή ήταν ψεύτικη, απάτη των ματιών, μια αυταπάτη...

Να τώρα, κάτι άρχισε να φαίνεται
αυτό εκεί που πρασινίζει,
εκείνο εκεί...
Τι κρίμα, ήταν μια πράσινη κλωστή, μια αυταπάτη.

Η ποίησή της θυμίζει τον Τάσο Λειβαδίτη κι ακόμη περισσότερο τον Μανόλη Αναγνωστάκη, οι παραπάνω στίχοι μου 'φεραν στο νου το ποίημα του τελευταίου "Στ' αστεία παίζαμε"  (Στ' αστεία παίζαμε!/.../Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας/Κλέφτες!/Στα ψέματα παίζαμε!)

Διαβάζω την απογοήτευση στα ποιήματα της Αιμιλίας, στα βαθιά μέσα της σα να έχει φωλιάσει η στενοχώρια, ο προβληματισμός για το μάταιο, το άδικο, το απατηλό. Στενοχώρια φέρνουν και σε μας οι στίχοι της όταν λέει

Αγιάτρευτες απώλειες και αποχωρισμοί,
Πένθη βαριά που πνίγονται μέσα σε άλλα πένθη
.......................................
"Δεν χάσαμε" σου λέγανε.
"λάθος δεν κάναμε ποτέ..."

Το δεύτερο μότο στη μέση της συλλογής δείχνει σα να θέλει να ξανασκεφτεί, να δει και την άλλη όψη των πραγμάτων, ν' ανασυντάξει όσα μπερδεμένα σκοτίζουν το νου και την καρδιά της.

Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.
Με τη γραφή ανασυντάσσομαι.

Ψάχνει τον αντίλογο

Πόσες φορές έχει σημάνει συναγερμός.
Πόσες φορές γκρεμίστηκε και φτιάχτηκε ο κόσμος.

Ομορφιά, επιμονή, οργή, ευθύνη, έρωτας, ποίηση, ιστορία, ζωή· κι ελπίδα δίχως τέλος κι έτσι τελειώνει 

Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.
Με τη γραφή ανασυντάσσομαι.

Όσο ελπίζω, γράφω.


Ξεχωριστά και ιδιαίτερα παρών ο πατέρας της κι εδώ:

Εσένα σκέφτομαι, πατέρα, που έλεγες
"Φοβόμουν αλλά έπρεπε,
δεν είναι ζωή η ανυποληψία"...

και οι πληγές, ο τρόμος, το κακό, η μετριότητα, ο φόβος, οι κλέφτες που έμπαιναν στο σπίτι και ο πατέρας έκλαιγε

Κεφάλι χωρίς συνέχεια,
αυθύπαρκτο και ζωντανό.
Όπως του Άρη και της Κλάδου...

Κάθε ποίημα και αφορμή για κουβέντες και αναστοχασμούς

μέσα στο μίξερ των ιδεών
στις συμπληγάδες της συνεννόησης

Ευτυχώς Αιμιλία, αγαπημένη μου Έμμυ, 
ευτυχώς, λέω γω, και συνεχίζω,
που η ελπίδα δεν έχει τέλος, 
προπαντός.

Κυριακή 28 Μαΐου 2017

Το Σχέδιο, της Κατερίνας Μαλακατέ




Παρακολουθώ την Κατερίνα Μαλακατέ μέσα από το ιστολόγιό της Διαβάζοντας, ένα κατεξοχήν βιβλιοφιλικό και ενημερωτικό γύρω από τη λογοτεχνία ιστολόγιο. Έτσι, αφού διάβασα το τελευταίο βιβλίο της, το Σχέδιο (Μελάνι, 2016), θεώρησα ενδιαφέρον να μοιραστώ λίγα σημεία που ξεχώρισα και σκέψεις που γεννήθηκαν τελειώνοντάς το. Δεν αποτελεί κριτική το κείμενό μου, εξάλλου δεν κάνω κριτική, δεν ξέρω να κάνω κριτική, παρουσίαση κάνω ως αναγνώστρια, επισημαίνοντας κάποια σημεία ή απλά μεταφέροντας εικόνες και, γιατί όχι, ιδέες ανάγνωσης.

Το Σχέδιο διαβάζεται, έχει ροή, έχει υπόθεση, έχει φαντασία, επινοεί φανταστικές καταστάσεις, μερικές φορές θα έλεγα περισσότερο από όσο εγώ προσωπικά θα ήθελα να βρω διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό έργο. Αλλά αυτό είναι θέμα γούστου. Το ίδιο ένιωσα όταν διάβασα την Άκρα ταπείνωση της Ρέας Γαλανάκη, που τόσο μου αρέσει ως συγγραφέας. (Θεώρησα τότε υπερβολική έως ακραία την ιστορία των δύο ηλικιωμένων γυναικών να είναι χαμένες ένα ολόκληρο μήνα στο κέντρο της Αθήνας. Κι όμως, η γραφή εξακολουθούσε να είναι το ίδιο πλούσια, στιβαρή, «γαλανακική»!). Το ίδιο ένιωσα όταν πριν από αρκετά χρόνια διάβαζα τη Δυνατότητα ενός νησιού του Μισέλ Ουελμπέκ. (Τι μας περιγράφει τώρα τη ζωή όπως θα είναι μετά από δεκαετίες, φουλ στην τεχνολογία, σκεφτόμουν τότε, και να σκεφτεί κανείς πως σπούδασα μηχανικός, εφάρμοσα και χρησιμοποιώ τις νέες τεχνολογίες στην πράξη από την αρχή, δηλαδή εδώ και δεκαετίες, μήπως τελικά δικό μου είναι το πρόβλημα;). 

Τι είναι το Σχέδιο της Μαλακατέ; Είναι ψυχολογικό και πολιτικό θρίλερ, μυθιστόρημα που κινείται στη χώρα του φανταστικού ή μυθιστόρημα που εντάσσεται στη λογοτεχνία της κρίσης; Είναι όλα αυτά θα έλεγα, αλλά, τελικά, έχει σημασία ο χαρακτηρισμός; Ας αφήσουμε τους θεωρητικούς να το κατατάξουν όπως νομίζουν. 

Δύο είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές. Ο Χάρης, πολύ γνωστός συγγραφέας που μεταναστεύει στο Παρίσι (μου θύμισε εικόνες για τις σχέσεις συγγραφέων με εκδότες και ατζέντηδες, όπως τις περιγράφει και ο Βασίλης Αλεξάκης στις Ξένες Λέξεις) και ο Χρήστος ο πατέρας του Χάρη, συνταξιούχος καθηγητής που μετά τη σύνταξη φεύγει στο χωριό. Βασικό πρόσωπο και η κόρη του Χάρη, η Ευγενία, ίσως το πλέον εμβληματικό πρόσωπο του έργου, εκπροσωπεί τον νέο άνθρωπο, με τα αδιέξοδα, τις ανασφάλειες μαζί με βεβαιότητες, τους φόβους, τους αποκλεισμούς, τις αντιστάσεις, τις προσδοκίες, τις εκρήξεις, τα όνειρα, τις αυταπάτες (ας μη μας φοβίζουν οι λέξεις). Κι από κοντά τα άλλα πρόσωπα, η Κάτια, η Ξανθή, η Βιβιέν και άλλα, είναι αρκετά τα πρόσωπα που περνούν στο έργο, όλα έχουν ρόλο, έχουν τη θέση τους στην ιστορία και τελικά στο Σχέδιο. 

Και ποιο είναι αυτό το Σχέδιο; Ας μην το αποκαλύψω. Ένα σημείο μόνο θα αναφέρω, την πρόσκληση στους διανοούμενους να σώσουν την Ελλάδα από τη φασιστική χούντα που έχει εγκατασταθεί στη χώρα με επικεφαλής τον Κυβερνήτη, τον Ένα, τον αόρατο και χωρίς όνομα. Άραγε θα έλθουν οι διανοούμενοι από το εξωτερικό; Άραγε θα μπορέσουν οι διανοούμενοι να σώσουν τη φτωχή Ελλάδα; Μέσα από τη φανταστική αλλά πλούσια σε περιεχόμενο πλοκή που επιλέγει η Μαλακατέ, αναρωτιέμαι κι εγώ: άραγε, μπορούν οι διανοούμενοι να σώσουν τη φτωχή Ελλάδα;

Και όχι μόνο αυτό. Το βιβλίο της Μαλακατέ είναι παράξενο ως προς την ιδέα του Σχεδίου που το εντάσσει όντως στη λογοτεχνία του φανταστικού (όσο μπορώ να το κρίνω), μέσα όμως από την πλούσια πλοκή και τις λεπτομερείς περιγραφές περνάνε και πολλά άλλα ζητήματα, οι ανθρώπινες σχέσεις, η οικογένεια, η κρίση, οι άστεγοι και οι αποκλεισμένοι από το σύστημα, η ζωή στην πόλη και η ζωή στο χωριό, το Παρίσι, η Πελοπόννησος (μήπως τόπος με ιδιαίτερες μνήμες για τη συγγραφέα;). 

Στα κεφάλαια εναλλάσσονται οι δύο πρωταγωνιστές, ο Χάρης και ο Χρήστος ο παππούς της Ευγενίας, κάθε κεφάλαιο αρχίζει από κει που έμεινε το προηγούμενο, είναι κάτι που το περιμένεις να γίνει έτσι, σου αρέσει. Είναι μια τεχνική που βρίσκω και σε άλλα μυθιστορήματα και που αφήνει τον αναγνώστη σε διαρκές ενδιαφέρον για τη συνέχεια και την εξέλιξη της ιστορίας (θυμάμαι π.χ. το Παγοδρόμιο του Μπολάνιο, αλλά και το Θυμάμαι της  δικής μας Βασιλικής Πέτσα).

Καλή ανάγνωση λοιπόν!

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά, του Λάκη Παπαστάθη



Χείμαρρος ο λόγος του Λάκη Παπστάθη στη συζήτηση που έγινε μια βραδιά του Μαρτίου στη Βιβλιοθήκη του Αετοπούλειου στο Δήμο Χαλανδρίου. Με αφορμή το εξαιρετικό βιβλίο του "Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά" (Πόλις, 2014), μας μίλησε και για τί δεν μας μίλησε. Χωρίς σταματημό οι διηγήσεις του. Έγραφε για τη Λαμπέτη στο βιβλίο, ζητούσες να πει δυο λόγια, άρχιζε και δεν τελείωνε, το ίδιο για τον Ελύτη, για το Βιζυηνό, για το Μόραλη, για το Θεόφιλο, για το Στέρη. Ο Γεράσιμος Στέρης είναι για τη ζωγραφική ό,τι ο Ελύτης για τα γράμματα, είπε, και πώς ζωγράφιζε τη θάλασσα, έλεγε με άπειρο θαυμασμό και σ' έβαζε και σένα στον όμορφο κόσμο του Έλληνα ζωγράφου.

Το βιβλίο περιέχει μια σειρά από μικρές ιστορίες. Μαθήματα δραματικής αφήγησης, μαθήματα σκηνοθεσίας ή μαθήματα ζωής; Όλα μαζί, γεμάτα ομορφιά, ευαισθησία, ανθρωπιά, ιστορική συνείδηση, αγάπη, γνώση. Θαρρείς είναι μαθήματα για τους μαθητές του της δραματικής σχολής, που όμως δεν είναι ή μπορεί και να είναι μαθήματα για μαθητές όποιας δραματικής σχολής, αλλά και για όλους μας. Στο τέλος κάθε ιστορίας, δίνει ασκήσεις για τους υποτιθέμενους μαθητές, παίξτε το έτσι, πώς νομίζετε ότι, γιατί άραγε έτσι, φανταστείτε ότι κτλ...

Και ποια ιστορία να ξεχωρίσω; Την ιστορία "Η διαδρομή μιας μελωδίας", όπου περιγράφει πώς γεννήθηκε το ζεμπέκικο της Ευδοκίας στην ταινία του δασκάλου του Αλέξη Δαμιανού; Την ιστορία "Η πλάτη στον κινηματογράφο", που φέρνεις διαβάζοντάς το εικόνες οπού δεν βλέπεις πρόσωπο, μόνο πλάτη. Και τόσες άλλες ιστορίες, και μπαίνεις στον κόσμο του κι αγαπάς κι εσύ το σινεμά, έτσι, χωρίς λόγια, μόνο με τις εικόνες που σου περιγράφει στις ιστορίες του ο δάσκαλος.


Αξίζει να διαβαστεί και το βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη "Ο νεοελληνικός διχασμός και το μυστήριο της τέχνης: Ξαναβλέποντας δύο ταινίες του Λάκη Παπαστάθη". Σε δύο πολύ ενδιαφέροντα κείμενα, με αναφορά στις ταινίες "Τον καιρό των Ελλήνων" και "Θεόφιλος", ο Κιουρτσάκης αναλύει τις αντιλήψεις και τη ματιά του Παπαστάθη για το διχασμό που βιώνουν οι Έλληνες στο διάβα της ιστορίας τους.

Και μην ξεχάσουμε. Ο Λάκης Παπαστάθης είναι ο εμπνευστής της σπουδαίας σειράς της δημόσιας τηλεόρασης Παρασκήνιο. Ποιος λέει πως, αν θέλουμε, δεν παράγουμε Πολιτισμό;


Γεράσιμος Στέρης, Ακρογιάλι πριν 1963 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Γεράσιμος Στέρης, Ελληνικό λαϊκό τραγούδι, πριν 1944 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Γεράσιμος Στέρης, Ομηρικό ακρογιάλι π. 1930 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο, της Ελένης Γιαννακάκη: για τις μανάδες και τα γηρατειά


Ένας μακρύς μονόλογος το βιβλίο όλο. Ο μονόλογος μιας ηλικωμένης γυναίκας, της Δήμητρας, που έχει άνοια και που βρίσκεται σε οίκο ευγηρίας, σε "ίδρυμα".

Αυτό είναι το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Γιαννακάκη με τον χαρακτηριστικό, ταιριαστό τίτλο "Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο"  (Πατάκης, 2016). Μέσα από το λόγο της Δήμητρας που ρέει ακατάπαυστα, χωρίς σταματημό, περνά η ζωή της όλη και η ζωή της μάνας της και η ζωή της οικογένειάς της και η ζωή στη γειτονιά που γεννήθηκε στην Κοκκινιά και η ζωή της Ελλάδας με το μοίρασμα των αθρώπων, εγώ από δω εσύ από κει, εγώ αριστερός εσύ δεξιός, εγώ γραμματιζούμενος εσύ αμόρφωτος, εγώ νέος εσύ γριά...

Έχει άνοια η Δήμητρα, δεν καλοθυμάται, κυρίως ξεχνά τα κοντινά, πάει να πει κάτι και η λέξη μένει στη μέση. Τα παλιά πώς τα θυμάται όμως... Και συνεχίζει την κουβέντα, την ιστόρηση της ζωής της, πώς ήταν η μάνα της κι ο πατέρας της, πώς βρεθήκανε και ταιριάξανε, πώς ήταν οι κολλημένες αντιλήψεις στους παλιούς (μόνο;), αυτή από δεξιά οικογένεια, τρόπος του λέγειν δεξιός ο πατέρας της, ένα μάλαμα ήταν, έτσι τον θυμάται, και που έφυγε άδικα των αδίκων. Και παρότι από δεξιά οικογένεια έκανε μαθήματα στα παιδιά των αριστερών της γειτονιάς, μαθηματικός σπούδασε η Δήμητρα, και χωρίς χρήματα παρακαλώ τα μαθήματα. Και τα 'φερε η τύχη κι αγάπησε και παντρεύτηκε τον αριστερό, Άγγελος ήταν τ' όνομά του, άγγελος όνομα και πράμα, άγγελος με αξιοπρέπεια και τσαγανό, κρίμα που έφυγε νωρίς ο Άγγελος. Και η γειτονιά στην Κοκκινιά, εκεί της καθόταν, την άφησε τη γειτονιά, δεν την άντεχε. Και τα παιδιά της, ο Απόστολος, η Μαρία, έρχεται η Μαρία καμιά φορά και την βλέπει, να τώρα την περιμένει ...

Η Μαρία, Να με πάρει από δω. Μόνο αυτή! Δεν έχω άλλονε κανένα...

- Μαρία πού είσαι; Δε σε βλέπω, Μαρία... Πού μ' αφήνεις, παιδί μου, πού;

Ξεχνά η Δήμητρα. Έχει κενά.

Η μνήμη, αχ αυτή η μνήμη! Ευχή και κατάρα! Παράδεισος και κόλαση μαζί! ... 
Ορίστε, πάλι δε θυμάμαι, αχ, γιατί; γιατί δε θυμάμαι; Κι ούτε θυμάμαι πια τι έλεγα μόλις πριν, από πού ξεκίνησα...

Χωρίς διακοπές ο μονόλογος της Δήμητρας. Χωρίς παραγράφους το κείμενο της Γιαννακάκη. Ή μάλλον, αλλάζει παραγράφους όταν έχει διαλόγους, δηλαδή όταν κάτι διακόπτει τη ροή της αφήγησής της και την αναγκάζει να παρέμβει, να παραπονεθεί, να ζητήσει κάτι. Πάλι, μόνο οι κουβέντες της Δήμητρας στους διαλόγους, πρωταγωνίστρια και μοναδική ηρωίδα.

- Μη, πιο σιγά, πονάω, πιο σιγά... όχι άλλο, όχι αυτό το σφουγγάρι... πονάει... Με γδέρνετε ... Θα ματώσω...

...................

- Κοπέλα; Καλέ κοπέλααα; ... Δεσποινίιις;

...................

- Ναι, ναι, να πάμε σιγά σιγά, τόση ώρα κάθομαι, κουράστηκα...


Σε ίδρυμα για ηλικιωμένους η Δήμητρα. Δεν της αρέσει, όχι ότι δεν έχει πού να πάει, αλλά τι να κάνει, δεν τ' ομολογεί σε  κανένα...

... όσο κι αν με πειράζει που το λέω, στον εαυτό μου βέβαια μόνο το λέω κι όχι παραέξω, πού να το πω και να μην ντραπώ;, να ρεζιλέψω τα παιδιά μου; ποπόοο! Ε, τι να γίνει, δε μας θέλουνε πια, αυτό είν' όλο. Δε μας θέλουνε τα παιδιά μας!
...
Έχω απομείνει όμως κι εγώ σαν βάρος που κανείς τους δε θέλει να σηκώσει. Είμαστε βάρος ασήκωτο πια...

Πολύ γριά πια η Δήμητρα. Δεν είναι δα κι εκατό. Μα πόσο είναι δε θυμάται πια. Σε λίγο δε θα ξέρει ποια είναι κι από πού έρχεται.

Αχ, κακό πράγμα τα γηρατειά, κακό γι΄άλλους πιο πολύ και γι' άλλους πιο λίγο. Τουλάχιστον να μπορούσα να περπατήσω καλύτερα... Αχ, που μ' άρεσε να βλέπω και να ζω πράγματα όσο μπορούσα.... Και πόσο μου άρεσε να ταξιδεύω... να βλέπω τοπία και πράγματα, να μαθαίνω, φτερά είχα στα πόδια μου...

Κι όλο θυμάται τη δική της μάνα, που τη γηροκόμησε όμως, αλλά της φώναζε πολύ, κι αυτή η καημένη κάθε τόσο

άνθρωπος είμαι κι εγώ, και δώστου άνθρωπος είμαι κι εγώ!

Δύσκολο το θέμα στο βιβλίο της Γιαννακάκη, βασανιστικό, οι περιγραφές της τόσο αληθινές, διπλανές, κοντινές, μέσα σου, μιλούν για τη γειτόνισσα που θυμάσαι στην καλή χαρά και τώρα νάναι αλλαγμένη από το βάρος των δεκαετιών, βλέπεις στη Δήμητρα τη μάνα σου που τη νίκησε ο πολυχρόνης, έτσι έλεγε πριν ξεχάσει τις λέξεις, βλέπεις τον εαυτό σου, την αδελφή σου, τη φίλη σου, την κόρη σου, κάνεις προβολές και σα να τρομάζεις. 

Η Γιαννακάκη δεν το 'γραψε για να μας τρομάξει βέβαια, έτσι νομίζω, δεν ξέρω αν ήταν προσωπική ανάγκη και βίωμά της, όμως νιώθω περισσότερο πως είναι μια έκφραση αυτού του φόβου για τα γηρατειά και μια ευκαιρία να τον δούμε κατάματα, δεν είμαστε δα και ... οι Πήτερ Παν. Και όχι μόνο αυτό. Τα λόγια της είναι ας πούμε και μια ευκαιρία να δούμε τη μεριά των ανθρώπων όταν γεράσουν, όταν γίνονται ανήμποροι και εξαρτημένοι.

Ανήμπορη κι εξαρτημένη η Δήμητρα, πώς να συμφιλιωθεί όμως και με τα γερασμένα χέρια;

Σιχαίνοµαι τα γερασµένα χέρια. Τα χέρια πιο πολύ από άλλα µέρη του σώµατος. Φυσικά και το πρόσωπο, δε λέω ... 
Αλλά µε τα χέρια είναι αλλιώς. Γιατί τα χέρια είναι κάτι σαν... πώς να το πω;, σαν... σαν τις κεραίες, σαν γέφυρες είναι που σε φέρνουνε πιο κοντά µε όλα γύρω σου, ανθρώπους και πράγµατα. Να, τα χέρια σ’ αγγίζουνε, σε χαιρετούν, σ’ αγκαλιάζουν, σε χαϊδεύουνε ή και σε δέρνουν. Τα χέρια σού µιλούνε ακόµη κι όταν το στόµα είναι κλειστό.

Πώς θυμάμαι εκείνη την άλλη ηλικιωμένη του Μιχάλη Γκανά στο Γυναικών, που θέλει να χαϊδέψει τα χέρια της, μα ντρέπεται γριά γυναίκα, αλλά και την Καλοβασίλαινα στο "Τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας" της Νίκης Τρουλλινού με τα σημάδια του χρόνου στα κότσια των κοκάλων στις άκρες...

Α ρε μαμά, ακούω στο Δεύτερο πρόγραμμα τη φωνή του Παπακωνσταντίνου* να τραγουδά για τη μαμά, μέρα της μητέρας λέει σήμερα:

Έβαζες ψεύτικες φωνές, 
γελούσες κι έκανες πως κλαις 
κι εγώ παιδί 
Α ρε μαμά 
Πίσω μου τρέχεις μια ζωή 
με ένα πιάτο και μια ευχή
.....................................

----------------------------------------------------
* και τι ωραία έντυσε με ελληνικούς στίχους ο Οδυσσέας Ιωάννου το τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ La mamma...

Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

Ο Πήτερ Παν στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ και ο πόνος της παιδικής ηλικίας




Όλα τα παιδιά, εκτός από ένα, μεγαλώνουν. Μαθαίνουν από νωρίς ότι θα μεγαλώσουν και νά πώς το έμαθε η Γουέντυ: Μια μέρα, όταν ήταν δυο χρονώ, έπαιζε σ' έναν κήπο, κι έκοψε ακόμα ένα λουλούδι και το πήγε τρέχοντας στη μητέρα της. Μάλλον πρέπει να έδειχνε τρισχαριτωμένη, γιατί η κυρία Ντάρλινγκ έβαλε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς της και φώναξε: "Αχ, γιατί να μη μείνεις έτσι για πάντα!" Αυτό ήταν όλο κι όλο που συνέβη μεταξύ τους σχετικά με το ζήτημα αυτό, κι από τότε έμαθε πια η Γουέντυ ότι πρέπει να μεγαλώσει. Πάντα το ξέρεις όταν περάσεις τα δύο. Τα δύο είναι η αρχή του τέλους...

Είναι η αρχή του διάσημου παραμυθιού "Πήτερ Παν ή το παιδί που αρνιόταν να μεγαλώσει" (του Τζέιμς Μάθιου Μπάρι, από τις εκδόσεις Άγρα, 1987, σε μετάφραση Βασίλη Βασικεχαγιόγλου και εικονογράφηση από τον Edward Ardizzone με τις εξαιρετικές σαν γκραβούρες ζωγραφιές του).

Κι όταν περιγράφει τη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, πώς μας ταξιδεύει...

... η Χώρα του Ποτέ-Ποτέ είναι πάντοτε λίγο πολύ ένα νησί, με εκπληκτικές χρωματιστές πιτσιλιές εδώ κι εκεί, και υφάλους με κοράλλια, και ένα πειρατικό πλοίο στ' ανοιχτά, και άγριες φυλές και μοναχικές φωλιές αγριμιών, και στοιχειά που είναι τα περισσότερα, και σπηλιές που ανάμεσά τους τρέχει ένας ποταμός, και πρίγκηπες με έξι μεγαλύτερους αδελφούς, και μια αχυρένια καλύβα που γρήγορα θα σαπίσει, και μια μικροσκοπική γριούλα με γαμψή μύτη....
Ασφαλώς οι Χώρες του Ποτέ-Ποτέ διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Του Τζων, για παράδειγμα, είχε μια λιμνούλα με φλαμίνγκο, που πετούσαν από πάνω της και που τα πυροβολούσε ο Τζων, ενώ του Μάικλ, που ήταν μικρός, είχε ένα φλαμίνγκο με λιμνούλες που πετούσαν από πάνω του....


Κι όταν η Γουέντυ κάνει λόγο στη μαμά της, την κυρία Ντάρλινγκ, για ένα αγόρι τον Πήτερ, τον Πήτερ Παν, αυτή παραξενεύτηκε, κάπου θυμήθηκε αμυδρά έναν Πήτερ Παν από την παιδική της ηλικία, που έλεγαν  ότι ζούσε με τ' αερικά.

"Θάναι μεγάλος τώρα πια" είπε στη Γουέντυ.
"Α όχι, δεν είναι μεγάλος", τη διαβεβαίωσε η Γουέντυ εμπιστευτικά, "και ίσα ίσα που είναι σαν κι εμένα".

Και η ιστορία συνεχίζεται, η Γουέντυ μεγαλώνει, γίνεται μια ψηλή και όμορφη γυναίκα, και όταν άναψε το φως και την είδε ο Πήτερ, έβγαλε μια κραυγή πόνου.

"Είμαι μεγάλη, Πήτερ. Είμαι μάλιστα πολύ μεγαλύτερη από είκοσι. Μεγάλωσα από καιρό".
"Υποσχέθηκες να μη μεγαλώσεις".
"Δεν μπορούσα να κάμω αλλιώς. Είμαι παντρεμένη γυναίκα, Πήτερ".

Η θλίψη αρχίζει να μεγαλώνει και μέσα μας. Ο Πήτερ Παν γύρισε για τη μητέρα του, λέει, για να την πάρει στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ. Έχει ανάγκη από μια μητέρα, λέει η Τζεην. Σηκώθηκε στον αέρα ο Πήτερ, παίρνοντας μαζί του και τη Τζέην. Και το παραμύθι τελειώνει:

Καθώς κοιτάζετε τη Γουέντυ μπορείτε να δείτε τα μαλλιά της ν' ασπρίζουν, και τη μορφή να ξεμακραίνει, γιατί όλα αυτά έγιναν πολύν καιρό πριν. Η Τζέην είναι τώρα μια συνηθισμένη μεγάλη, με μια κόρη που τη λένε Μάργκαρετ· και κάθε φορά που φτάνει η εποχή του ανοιξιάτικου καθαρίσματος, εκτός απ'  όταν ξεχνάει, ο Πήτερ έρχεται για τη Μάργκαρετ και την παίρνει στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, όπου αυτή του λέει ιστορίες για τον εαυτό του κι εκείνος τις ακούει πρόθυμα. Όταν η Μάργκαρετ μεγαλώσει θα κάνει μια κόρη, που πρόκειται με τη σειρά της να γίνει μητέρα του Πήτερ· κι έτσι θα γίνεται, όσον καιρό τα παιδιά θα συνεχίζουν να είναι χαρούμενα και αθώα και ανέμελα.

Ο James Matthew Barrie* γεννήθηκε στις 9 Μαίου του 1860 στη Σκωτία. Τον γνωρίζουμε κυρίως από το παραμύθι του Πήτερ Παν, του παιδιού που δεν ήθελε να μεγαλώσει! Άραγε, γι'αυτό αρέσει ο μικρός αυτός σε μικρούς και μεγάλους, στους μικρούς για τις φανταστικές και ονειρεμένες περιπέτειες στη Χώρα του Ποτέ και στους μεγάλους γιατί συμβόλιζε αυτό που κατά βάθος όλοι επιθυμούμε, να μη μεγαλώνουμε, να παραμένουμε παιδιά; Ίσως. 



Για τον Πήτερ Παν όμως έχει γράψει ένα καταπληκτικό βιβλίο και η ψυχαναλύτρια Κάθλην Κέλλυ-Λαινέ (Kathleen Kelley - Lainé), το Πήτερ Παν ή Το θλιμμένο παιδί (εκδ. Άγρα 2005, σε μετάφραση Βάνας Χατζάκη). Η συγγραφέας γεννήθηκε στην Βουδαπέστη, είναι εβραϊκής καταγωγής και ζει στη Γαλλία, ενώ στα παιδικά της χρόνια έζησε ναζιστικές αλλά και σταλινικές διώξεις της οικογένειάς της. Στο βιβλίο της προσπαθεί να αναλύσει μέσα από τον μύθο του Πήτερ Παν την παιδική ηλικία. Ειδικότερα, επιχειρεί να αναλύσει τον πόνο, μέσα από τη δική της ζωή και μέσα από τη ζωή του συγγραφεα του Πήτερ Παν Τζέημς Μπάρι.

Η αφορμή για να γράψει το βιβλίο, όπως σημειώνει η ίδια, ήταν όταν, ετοιμάζοντας μια διάλεξη για την κατάθλιψη, δουλεύοντας πάνω στο "Πένθος και μελαγχολία" του Φρόυντ, άκουσε "ξαφνικά να κλαίει ένα θλιμμένο παιδί." Ήταν σίγουρη ότι ο Πήτερ Παν ήταν ένα θλιμμένο παιδί και ο Μπάρι το επινόησε για να θρηνήσει τη δική του θλιμμένη παιδική ηλικία.

Γράφει στην Εισαγωγή:

Το βιβλίο αυτό μαρτυρεί τα διαφορετικά επίπεδα στα οποία λειτουργεί το ασυνείδητο: η ιστορία του Πήτερ Παν, όπως άλλωστε και το αινιγματικό χαμόγελο της Μόνα Λίζα, είναι προϊόν παιδικού πόνου· του πόνου ενός θλιμμένου παιδιού που αντιστέκεται στην πλήρη κατάρρευση και του οποίου η ζωή και το έργο είναι χτισμένα πάνω σ' αυτή του την ικανότητα να αντιστέκεται... 
Αν επέλεξα να εξερευνήσω τον πόνο του Πήτερ Παν και να ψυχαναλύσω τον James Matthew Barrie, ασυνείδητα η πρόθεσή μου ήταν να επιχειρήσω τη δική μου αναζήτηση της αλήθειας. Καταπώς φαίνεται είναι ευκολότερο να προσεγγίσεις την ιστορία σου μέσα από την ιστορία κάποιου άλλου...

Τρεις ιστορίες στο ίδιο βιβλίο, το παραμύθι του Πήτερ Παν, η βιογραφία του Μπάρι και η αυτοβιογραφική αφήγηση της δικής της παιδικής ηλικίας. Μέσα από τις περιγραφές της, κάνει λόγο για αναβίωση στιγμών της παιδικής ηλικίας, για τις τραγωδίες που επαναλαμβάνονται κι εμείς είμαστε στο μυστυριώδες "ήδη γνωστό". Μιλά για τη Γενεύη όπου καταλήγουν όλοι οι εκπατρισμένοι. Για το Τορόντο και το Παρίσι, όπου τελικά έμεινε. Μιλά για την Ουγγαρία, τον τόπο της Χώρας του Ποτέ-Ποτέ, το "νησί της καταγωγής" της. Αναζητά τη δικιά της αλήθεια. "Μόνο που έπρεπε να μιλήσω στη μητρική μου γλώσσα, γιατί το κλειδί της Χώρας του Ποτέ-Ποτέ βρίσκεται κρυμμένο στις εσοχές των πρώτων λέξεων".

Πάνε χρόνια που διάβασα το βιβλίο, θυμάμαι όμως τις συγκινητικές αναφορές που κάνει στον πατέρα της και στις τελευταίες του ώρες. Διαβάζω το τέλος:

Η λέξη που μου ήταν αδύνατον να προφέρω ήταν η λέξη "Αντίο", το αντίο στον πατέρα μου. Τη γράφω τώρα στις σελίδες αυτές και δεν τις σκίζω πια, αλλά τις προσφέρω στη μνήμη ενός θλιμμένου παιδιού... -

......................................................

Σημείωση

Για τον Τζέημς Μπάρι και στοιχεία για τον Πήτερ Παν, μπορεί κανείς να διαβάσει (στα αγγλικά) στο ενδιαφέρον άρθρο του Anthony Lane με τίτλο "Lost Boys: Why J. M. Barrie created Peter Pan" (New Yorker, 22/11/2004). Yπάρχει επίσης ο ιστότοπος http://www.jmbarrie.co.uk/ με φωτογραφίες, άλλα τεκμήρια και συζητήσεις για το ίδιο θέμα.

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

21 Απριλίου 1967: όταν η μνήμη κλωθογυρίζει πενήντα χρόνια πίσω...




Μάθημα Δημοκρατίας*

του Γιώργου Πιτσιτάκη

Kόντευε μεσημέρι. Το παρατεταμένο χτύπημα του τηλεφώνου τον ξύπνησε. Έτσι κι αλλιώς δεν το προλάβαινε. Κάθισε στο κρεβάτι και τεντώθηκε. Την προηγούμενη είχε ξενυχτήσει.

H καλή παρέα με φίλους γκαρδιακούς, μπουζούκια, κιθάρες, ακκορντεόν και πολύ τραγούδι από σμυρνέικα, ρεμπέτικα, Μάρκο, Τσιτσάνη, Θεοδωράκη, Χατζηδάκι, λαϊκά μέχρι αντάρτικα, τους κράτησε σχεδόν μέχρι το πρωί. Έβαλε να πιει καφέ. Κοίταξε να δει ποιος τον πήρε. Ήταν ο γέρω-δάσκαλος. Θυμήθηκε το καθιερωμένο τους ετήσιο ραντεβού.
Πάνε λίγα χρόνια, χρόνια των απάνθρωπων μνημονίων, που έγινε κι αυτός συνταξιούχος δάσκαλος, ομόλογος του αγαπημένου του στο δημοτικό δασκάλου, του σημερινού γέρω-δάσκαλου. Συναντιόνταν πότε – πότε στη γειτονιά τους τη Νέα Χώρα, στο καφενείο δίπλα στα Πευκάκια ή λίγο πιο κάτω στο μώλο απέναντι απ’ τη θάλασσα. Ο γέρω-δάσκαλος με το μπαστουνάκι του, βαρύνανε βλέπεις τα χρόνια, πλησιάζει το τριψήφιο νούμερο! Κι είναι και το αναθεματισμένο το τραύμα στο πόδι, «παράσημο» του πολέμου, που ορισμένες φορές είναι παραπάνω από ενοχλητικό. Κάθονται και πίνουν το καφεδάκι τους ή μια και δυό και τρεις δαιμονισμένες ρακές και τα λένε. Λένε για τα σχολικά τους τ’ αλλοτινά και τα τωρινά, τα καινουργιοχωρίτικα παλιά και νέα, κρίνουν την πολιτική κατάσταση, αναστορούνται ιστορίες του τόπου για πρόσωπα και πράγματα. Σιωπηλός όπως τότε στα μαθητικά θρανία, ακούει το γέρω-δάσκαλο. Και αυτός, με περισσή ζωντάνια μα και με μια αδιόρατη πίκρα και θλίψη γι’ αυτά που χάθηκαν, διηγείται ιστορίες καλύτερα κι απ’ τους παλιούς καλούς παραμυθάδες. Μπροστά στα μάτια του προβάλουν ολοζώντανες προπολεμικές δεκαετίες στην κρητική ύπαιθρο, η επική και συνάμα τραγική δεκαετία του Σαράντα και τόσα άλλα διανθισμένα με λέξεις και φράσεις από την κρητική ντοπιολαλιά που έχουν ξεχαστεί ή τείνουν να χαθούν. Αληθινή μυσταγωγία!
Ξαναχτυπά το τηλέφωνο.
– Έλα, ακόμα δεν ξύπνησες;
– Γεια σου καπετάνιο μου. Καλημέρα σου!
– Άστα αυτά. Δεν πιστεύω να ξέχασες το ραντεβού.
– Όχι βέβαια. Το περιμένω με ανυπομονησία. Κι όπως πάντα συνεπής.
Κοιτάζει το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; Και η μνήμη, αχ αυτή η αδιόρθωτη μνήμη που όλο κλωθογυρίζει και δε λέει να κοπάσει και να σωπάσει, επανέρχεται και τον επιστρέφει πενήντα χρόνια πίσω.
21 Απριλίου 1967. Τελειόφοιτος στο 6ο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Χώρας. Την προηγούμενη χρονιά είχαν μετακομίσει στο νέο διδακτήριο από το 5ο και με νωπές τις μνήμες από τον τάφο της Σουλτάνας – που ήταν φόβητρο για τα παιδιά – εκεί στη νοτιοανατολική άκρη της αυλής, τελευταίο απομεινάρι από τα μνήματα του οβραίικου νεκροταφείου. Τότε στην αρχή της σχολικής χρονιάς είχε γίνει το παλαβό να κάνουν δυό φορές εγκαίνια του σχολείου μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε γίνει σούσουρο, όλοι το περιγελούσαν. Τη δεύτερη φορά ήρθε κι ένας πανύψηλος κορδωτός υπουργός, από τη Χαλέπα λέγανε πως ήτανε, και κάτω στην αμμούτσα στα καφενεία του Φραγκιού και του Κοκολίνου, οι ψαράδες κι οι εργάτες τον λέγανε αυτόν και τους άλλους, αποστάτες.
Ήταν Παρασκευή. Σηκώθηκε χαρούμενος. Για πρώτη φορά στη ζωή του θα έβαζε μακρύ παντελόνι, ένα γαλάζιο τερυλέν, συνδυασμένο με καλά παπούτσια. Σπουδαία υπόθεση. Είχε βαρεθεί τα κοντά παντελόνια. Θα σταματούσε πια να ΄ναι εκτεθειμένος στο κρύο και τη ζέστη και δεν θα φαίνονται πλέον οι μπλαβάδες από τα πεσίματα ή το ξύλο από τους παιδικούς καυγάδες μα και οι βιτσιές του συνετισμού από τη μη συμμόρφωση στις γονικές εντολές. Επιτέλους μεγάλωνε! Το φόρεσε προσεκτικά, στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη και καμάρωνε. «Πως κάνεις έτσι! Σα γύφτικο σκεπάρνι είσαι» ακούει τη φωνή της μάνας του. «Άντε βιάσου και δεν πας για γαμπρός. Θ’ αργήσεις στο σκολειό» συνέχισε, ανεβάζοντας τους τόνους. Όμως αυτός δεν άκουγε τίποτα. Βγαίνει στην αυλή και ο σκύλος τους ο Αράπης έρχεται καταπάνω του να παίξουνε. Για να μην τον λερώσει, τον αποφεύγει με μια επιδέξια κίνηση και απομακρύνεται τρέχοντας. Ο καιρός είχε μια μουντάδα, του φάνηκε πως είχε κατεβασμένα μούτρα. Ο ουρανός γεμάτος συννεφάκια μικρά και ασπρόγκριζα, στριμωγμένα το ’να δίπλα στ’ άλλο.
Στο δρόμο συναντά το συμμαθητή του τον Νικόλα.
– Άκουσες τα νέα; Έγινε, λέει, δικτακτορία είπε το ράδιο, αρχινά ο Νικόλας.
– Δεν άκουσα τίποτα, του απαντά αγχωμένα ανησυχώντας ότι θα καθυστερήσει στο σχολείο.
Φτάνουν, μα η αυλή ήταν γεμάτη από παιδιά. Κοίταζε τριγύρω αν έβλεπαν κάποια αλλαγή πάνω του. Μήπως πρόσεχαν το παντελόνι του. Μάταια όμως. Κανείς δεν έδινε σημασία. Άλλα έπαιζαν κι άλλα είχαν σχηματίσει πηγαδάκια και συζητούσαν. Οι δάσκαλοι μέσα στο γραφείο τους κλεισμένοι δε βαρούσαν το κουδούνι παρ` ότι είχε περάσει η ώρα 07:30 που κανονικά χτυπούσε. Πάει στην πιο μεγάλη παρέα που ήταν συμμαθητές του και ο ξερόλας της τάξης στη μέση, με ύφος επιβλητικό και με απόλυτη σιγουριά άρχισε να εξηγεί στα άλλα τα άσχετα…
– Έγινε Δικτατορία, ο Λαός θα ξεσηκωθεί και θα την ρίξει… το πραξικόπημα δεν θα περάσει… ο Λαός δεν θα μείνει έτσι, θα ξεσηκωθεί…
– Τι είναι η Δικτατορία, Παντελή; ρώτησε κάποιος.
– Ο Λαός δεν είναι ελεύθερος, δεν γίνονται εκλογές, δεν υπάρχουν δουλειές…
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό από τις ρητορικές επιδόσεις του συμμαθητή του κι άρχισε να καταλαβαίνει τί είναι – επιτέλους – αυτή η Δικτατορία !!!
Λίγο μετά τις 08:00 ακούγεται ο ήχος του κουδουνιού και τα παιδιά μπαίνουν στην σειρά όπως – όπως με μεγάλη ζωηρότητα από το παιχνίδι και ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει.
Ο δάσκαλος τους που εκτελούσε χρέη Διευθυντή μετά την προσευχή, φουρτουνιασμένος και με φανερό τον εκνευρισμό στην όψη του, άρχισε:
– Σήμερα έγινε πραξικόπημα, δεν θα γίνουν μαθήματα, ούτε αύριο θα πάμε στην εκκλησία… .
– Παπανδρέου θέλατε, καλά να πάθετε! ακούστηκε από δίπλα η φωνή μιας νεαρής δασκάλας που χτυπούσε πεισματικά το πόδι της στο πάτωμα.
– Σκάσε μωρή! της απευθύνθηκε οργισμένος.
Πάγωσαν τα παιδιά. Και γυρίζοντας στους μαθητές συνεχίζει:
– Σας ευχόμαστε Καλό Πάσχα, τώρα να πάτε στα σπίτια σας και στο σχολείο θα έρθετε μετά τις γιορτές, αν όλα πάνε καλά…!
Μια βουή, όλο χαρά, βγήκε από τα στόματά τους που θα γλύτωναν το Σαββατιάτικο μάθημα και πήρανε το δρόμο για το σπίτι. Έξω από τον Άγιο Κωνσταντίνο βλέπει το Θοδωρή, το Σταμάτη και το Μιχαλιό με φουσκωμένες τις κοιλιές, να τρέχουν σα να τους έχουν βάλει νέφτι στον κώλο. Ξωπίσω τους ξεγλωσσιασμένος μ’ ένα ραβδί στο χέρι ο κυρ Μάρκος να τους κυνηγά και να φωνάζει: «Τα μανταρίνια μου ρε μπαστάρδια! Αλλά θα σας πιάσω, δε θα σας πιάσω; Τότε θα δείτε τι θα πάθετε». Το διπλανό περβόλι με τα υπέροχα φρούτα είχε υποστεί για πολλοστή φορά την «επιδρομή των βαρβάρων».
Επιστρέφοντας ήταν όλα άνω κάτω. Η μάνα είχε βάλει μπρος και συγύριζε το σπίτι για ν’ αστράφτει από καθαριότητα ενόψει του Πάσχα. Ήταν ανεβασμένη πάνω στο σερβάν και ξεσκόνιζε μέχρι και το ταβάνι. «Έπρεπε να μυρίζει πάστρα το σπίτι», έλεγε. Το ράδιο δεν έπαιζε τα λαϊκά τραγούδια της εποχής και δεν ακούονταν η θεϊκή φωνή του Καζαντζίδη, του Στελάρα όπως τον έλεγε ο πατέρας, πάρα μόνο μουσικές άγνωστες σ’ αυτόν, εμβατήρια τα λέγαν, με λόγια όπως «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά» που κατέληγαν στο «Ζήτω η Επανάστασις!» και άλλα ακαλαβίστικα και βαρετά. Ο εκφωνητής διέκοπτε συχνά-πυκνά και ανακοίνωνε: «Από της πρωίας της σήμερον, ο Ελληνικός στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας, θέτοντας τέλος στην φαυλότητα των πολιτικών προσώπων που ωθούσαν την Ελλάδα, στις αγκάλες του Κομμουνισμού. Η κυκλοφορία στους δρόμους δεν θα επιτρέπεται απ` την εβδόμην απογευματινήν έως και την έκτην πρωϊνήν της αύριον. Όστις θεάται εις τας οδούς στο διάστημα των προαναφερθέντων ωρών, θα πυροβολείται χωρίς προειδοποίησιν». Τα λόγια τούτα καρφώθηκαν στο μυαλό του και δεν τα ξέχασε παρά το ότι πέρασαν πολλές δεκαετίες.
Ρωτά τη μάνα γι’ αυτά και του απαντά: «Δεν έχουμε πια ελευθερία! Έφεραν δικτατορία… χούντα. Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις». Σε λίγο καταφθάνει ο πατέρας γεμάτος σκόνη. Λιμενεργάτης στο λιμάνι. Φαίνεται κατάκοπος…
– Που δούλευες κι έγινες έτσι; τον ρωτά η μάνα.
– Στ’ αμπάρι, φτυαρίζαμε στάρι. Φάγαμε τη σκόνη με το κουτάλι! Μα μάθαμε τα γεγονότα, σταματήσαμε και φύγαμε, απαντά. Ήρθα από το γιαλό και δε ξέρω τι τρέχει στην πόλη.
– Μπαμπά τι θα πει δικτατορία και χούντα; Γιατί το ράδιο δεν παίζει τα ωραία τραγούδια που ακούμε;
Σα να μην άκουσε τις ερωτήσεις, συνεχίζει: «Τους δικούς μας τους πιάσανε στον ύπνο οι κερατάδες και φαίνεται δε προλάβανε ούτε κιχ να κάνουν».
Μετά τις διακοπές τα παιδιά ξαναγυρίζουν στη σχολική καθημερινότητα. Στις πρώτες μέρες του Μάη, την ώρα της ωδικής ο δάσκαλος τους ανακοινώνει ότι θα μάθουνε να τραγουδούνε Ριζίτικα. Ως παιδί της πόλης πολύ λίγα πράγματα ήξερε για την κρητική μουσική και το κρητικό τραγούδι. Τους γράφει τα λόγια στον πίνακα. «Πότε θα κάνει Ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει, να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρόνα, να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω Μουσούρω …». Όρθιος στο βάθρο της έδρας, τους καλεί να κάνουνε ησυχία κι αρχίζει να τραγουδά. Νεκρική σιγή. Εεεεεε, Πόοοτέ θα κά, Ποοτέ θα κάαανει ει ει Ξαστεριά ααα… . Τι ήταν αυτό που έβλεπε κι άκουγε; Νόμιζε πως ονειρεύεται. Ένας άλλος δάσκαλος βρισκόταν εκεί απέναντι του. Ο μικρός το δέμας δάσκαλός του μπροστά στα έκπληκτα παιδικά του μάτια, είχε μεταμορφωθεί σε γίγαντα σαν τον Καζαντζακικό δάσκαλο στον «Καπετάν Μιχάλη». Οι τρίχες της κεφαλής του στέκονταν ολόρθες, το ίδιο κι οι τρίχες των χεριών του είχαν ισιώσει. Η φωνή του βροντερή, πρωτεϊκή, χτυπούσε κατευθείαν στο κέντρο του εγκεφάλου του. Αληθινή μυσταγωγία. Κι αυτά τα λόγια! Πότε ειπώθηκαν; Τι τάχα θέλουν να πουν; Γιατί θέλουν να κάμει «μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες»; Γιατί θέλουν τα «μωρά παιδιά να κλαίν’ δίχως μανάδες»; Ερωτήματα στο παιδικό μυαλουδάκι που τότε έμειναν αναπάντητα. Το κορμί του δασκάλου πάλλονταν κι έτρεμε ολόκληρος. Ο ιδρώτας έτρεχε βρύση στο κούτελό του. Το πουκάμισό του ήταν μουσκεμένο ως κάτω. Μέχρι να τελειώσει το ριζίτικο, νόμιζε ότι θα καταρρεύσει. Όμως διαψεύστηκε. Στο τέλος ο δάσκαλος χαμογελαστός, συνέχισε το μάθημα.
Τον είχε συνεπάρει όλο αυτό το σκηνικό. Συγκλονισμένος προσπαθούσε να συνέλθει. Κι οι απορίες σωρηδόν, η μια πίσω απ΄ την άλλη. Γιατί αυτό το τραγούδι τώρα; Ξανάρθε στο νου του η αποφράδα Παρασκευή που κλείσανε για Πάσχα, τα λόγια των συμμαθητών, του δασκάλου, της μάνας και του πατέρα, τα εμβατήρια στο ράδιο. Αυτό το ριζίτικο, σκέφτηκε, ήθελε πολλά να πει. Ο δάσκαλος κατάφερε και του μετάδωσε το αντιστασιακό μήνυμα του τραγουδιού. Είναι το πρώτο και καλύτερο μάθημα δημοκρατίας που έχει πάρει μέχρι σήμερα.
Βυθισμένος στις σκέψεις και τις αναμνήσεις, ξεχάστηκε. Κοίταξε το ρολόι. Θα καθυστερήσει στο ραντεβού και ο γέρω-δάσκαλος δεν αστειεύεται, θα τον επιπλήξει όπως μόνον αυτός ξέρει.

*Αφιερωμένο στον δάσκαλό μου Βασίλη Ιγγλεζάκη 




Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τη σημερινή μέρα από από τον Γιώργο Πιτσιτάκη, δάσκαλο και ιστορικό ερευνητή, που και άλλες φορές έχω αναφερθεί στις έρευνές του πάνω στην ιστορία της πόλης και των ανθρώπων των Χανίων από τις αρχές του 20ου αιώνα. Δημοσιεύτηκε στα σημερινά Χανιώτικα Νέα και είναι αφιερωμένο στον Βασίλη Ιγγλεζάκη, το γέρο δάσκαλο, όπως τον ονομάζει ο ίδιος, τον δάσκαλό μας στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοτικού, στη Νέα Χώρα. Στο 6ο δημοτικό, στο καινουριοχτισμένο σχολείο, πηγαίναμε τότε μαζί με το Γιώργο. Κι επειδή κάτι έγραφα σε παλαιότερη ανάρτηση για εκείνη την αποφράδα ημέρα, ας μου επιτραπεί μια παραλλαγή - αντιγραφή, συνέχεια και συμπλήρωμα της ιστορίας από την κοινή μας μνήμη:



Κοιτάζω το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; Και η μνήμη, αχ αυτή η αδιόρθωτη μνήμη που όλο κλωθογυρίζει και δε λέει να κοπάσει και να σωπάσει, επανέρχεται και μας επιστρέφει πενήντα χρόνια πίσω.

21 Απριλίου 1967. Τελειόφοιτη στο 6ο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Χώρας. Την προηγούμενη χρονιά είχαμε μετακομίσει στο νέο διδακτήριο από το 5ο και με νωπές τις μνήμες από τον τάφο της Σουλτάνας – που ήταν φόβητρο για τα παιδιά – εκεί στη νοτιοανατολική άκρη της αυλής, τελευταίο απομεινάρι από τα μνήματα του οβραίικου νεκροταφείου. Τότε στην αρχή της σχολικής χρονιάς είχε γίνει το παλαβό να κάνουν δυό φορές εγκαίνια του σχολείου μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε γίνει σούσουρο, όλοι το περιγελούσαν. Τη δεύτερη φορά ήρθε κι ένας πανύψηλος κορδωτός υπουργός, από τη Χαλέπα λέγανε πως ήτανε, και κάτω στην αμμούτσα στα καφενεία του Φραγκιού και του Κοκολίνου, οι ψαράδες κι οι εργάτες τον λέγανε αυτόν και τους άλλους, αποστάτες.

Ήταν Παρασκευή. Σηκώθηκα χαρούμενη. Πήγα πρωί πρωί στο σχολείο. Δάσκαλο είχα τον Βασίλη Ιγγλεζάκη (κάποια στιγμή θα γράψω για τον ωραίο αυτό άνθρωπο). Κάτι περίεργο έδειχνε να συμβαίνει. Χτύπησε το κουδούνι, συγκεντρωθήκαμε για την πρωινή προσευχή, οι δάσκαλοι παραταγμένοι ως συνήθως. Μα πάλι, όχι, δεν ήταν "ως συνήθως", ένα μούδιασμα υπήρχε, μεγαλώνοντας και ξαναφέρνοντας την εικόνα τους μπροστά μου, ναι, δεν ήταν η συνήθης εικόνα ούτε του κυρίου Ιγγλεζάκη, ούτε της κυρίας Ιπποδάμειας, ούτε των υπόλοιπων δασκάλων.

Αλλά η εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη είναι η εικόνα μιας άλλης δασκάλας, της κυρίας Γουλιέλμου, που έκλαιγε. Ναι, έκλαιγε φανερά και μεις δεν καταλαβαίναμε γιατί.

Τι ν' απόγινε άραγε, δεν έμαθα ποτέ.

Μας είπαν ότι δεν θα γίνει μάθημα και μας έστειλαν στα σπίτια μας. Δεν ξέρω πόσα παιδιά χάρηκαν τη ... νόμιμη κοπάνα εκείνη τη μέρα.

Εγώ γύρισα σπίτι μου, η μάνα μου έψαχνε Αυγές παρατημένες κάτω από το στρώμα για να τις εξαφανίσει και το απόγευμα καθόμασταν στα σκαλάκια του σπιτιού, περιμένοντας με αγωνία τον πατέρα μου να γυρίσει από τη δουλειά, υπήρχε η απαγόρευση κυκλοφορίας, ο τόπος έμπαινε στο γύψο.

Και θυμάμαι, όταν περνούσαμε από το σπίτι του Μιχελουδάκη (στελέχους της αριστεράς), η μάνα μου καλημέριζε μια ηλικωμένη γυναίκα, μονίμως δακρυσμένη, και ρώταγε τα νέα του, ήταν η μάνα ή η πεθερά του, εκείνος ήταν εξορία και η γυναίκα του έγκυος. Αργότερα στο γυμνάσιο είχε έλθει ως φιλόλογος ο αδελφός του...


Κοιτάζω το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; 
Περπατώ στην πόλη. Στην Τζανακάκη, στο κέντρο της πόλης, τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Ήθελαν λέει ν' ανοίξουν κι άλλα γραφεία στη Σούδα και δεν τους άφησαν. 
Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει...
Ή μήπως ξεχνά...
Μεθαύριο εκλογές στη Γαλλία. Κι εκεί δεν ξεχνά ο λαός. Ή μήπως κι εκεί ο λαός ξεχνά...
Τι να πω, πίσω-μπρος κλωθογυρίζει ο νους...

----------------------------------------------------------------------------------------------------

* Σημείωση

Το παραπάνω διήγημα του Γιώργου Πιτσιτάκη κυκλοφόρησε και σε μικρό αριθμό φωτοαντιγράφων με φροντίδα του συγγραφέα. Την έκδοση κοσμούν χαρακτικά της Βάσως Κατράκη, καθώς και σκίτσα του δασκάλου – σκιτσογράφου Χρήστου Πετράκη από το βιβλίο-λεύκωμα «Οι άθλοι του Πονηρίδη» (τιμητική έκδοση του μαθητικού περιοδικού «Τα Χανιωτάκια» του Συλλόγου Δασκάλων – Νηπιαγωγών νομού Χανίων, Απρίλης 2008).