Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Ο χρόνος γυρίζει, παλιά ιστορία!




Το γύρισμα του χρόνου

                         της Σοφίας Κολοτούρου

Ο χρόνος γυρίζει, παλιά ιστορία :
ζεστή κάποια νύχτα, γλυκιά του Ιουλίου
στη μνήμη έχει μείνει, σαν φωτογραφία
κρυμμένη στη μέση κλεισμένου βιβλίου.

Ζεστή κάποια νύχτα, γλυκιά του Ιουλίου
θυμίζει και πάλι αυτά που ξεχνάω
–κρυμμένη στη μέση κλεισμένου βιβλίου–
θαμμένα για πάντα, για να μην πονάω.

Θυμίζει και πάλι αυτά που ξεχνάω,
η νύχτα ετούτη, του άγριου χειμώνα.
Θαμμένα για πάντα, για να μην πονάω,
τα λόγια που κρύβω κι απέμειναν μόνα.

Η νύχτα ετούτη, του άγριου χειμώνα,
τις σκέψεις μου παίρνει, σκορπά στον αέρα.
Τα λόγια που κρύβω κι απέμειναν μόνα,
ζητάω – να βγάλω ακόμα μια μέρα.

Τις σκέψεις μου παίρνει, σκορπά στον αέρα,
το φύσημα τώρα, τ’ ανέμου η μανία.
Ζητάω να βγάλω ακόμα μια μέρα –
ο χρόνος γυρίζει, παλιά ιστορία.


Καλή Χρονιά, λοιπόν. Ο χρόνος γυρίζει, παλιά ιστορία!

.................................
Στη Σοφία Κολοτούρου απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2016, εξ ημισείας με τον Δημήτρη Αγγελή, για το έργο της με τίτλο «Η τρίτη γενιά» (και αντίστοιχα στον Αγγελή για το έργο του με τίτλο «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου»). Το ποίημα της Σοφίας Κολοτούρου "Το γύρισμα του χρόνου" πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό
Η παραπάνω φωτογραφία είναι του Δημήτρη Χαρισιάδη από το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Τι έγιναν τα παιδιά του Καρόλου Ντίκενς;

Γ. Ιακωβίδη "Η προσφυγοπούλα ή Κοιμισμένη ανθοπώλις"
(Εθνική ΠΙνακοθήκη)



Χάθηκαν προσωρινά, γίνανε σκιές,
με παρακολουθούν για δευτερόλεπτα
μέσα από την ομίχλη,
πιάνουν την άκρη του παλτού μου.
Χειμώνας είναι γι αυτά, βαρύς, με χιόνια.
Με παπούτσια χαλασμένα, με αισθήματα
κουρέλια τριγυρνάνε άσκοπα στους δρόμους,
κάτω από φανάρια του δεκάτου ενάτου αιώνα.
Το χιόνι σφυρίζει και τα χτυπάει αλύπητα.
Προσπαθεί να τα σβήσει από τις σελίδες των
βιβλίων. Αυτά όμως επιμένουν να τριγυρνάνε
στη μνήμη μας, να μας τυραννούν, να μας συντροφεύουν.
Χλομά και πεινασμένα μας περιμένουν
στη γωνιά, με τους ώμους να διψούν
για χάδι. Σούρουπο τα είδαμε για πρώτη
φορά και μα έφεραν τα πιο παράτολμα σχέδια.
Εκεί που σβήνει η μουσική, κρύβονται φοβισμένα
τα παιδάκια κοιτώντας το φεγγάρι.



Το ποίημα "Τι έγιναν τα παιδιά του Καρόλου Ντίκενς" του Γιάννη Κοντού (από τη συλλογή «Ο αθλητής του τίποτα», Κέδρος, 1997) αναθυμήθηκα διαβάζοντας στη σελίδα του BBC  για τη χριστουγεννιάτικη ιστορία που έγραψε ο Κάρολος Ντίκενς το 1843. Δύσκολη περίοδος για τη Βρετανία, η βιομηχανική επανάσταση στο ζενίθ και από κοντά οικονομική κρίση, αύξηση τιμών, ανεργία και πείνα, πολλή πείνα, πεινασμένα παιδιά και ολόκληρες οικογένειες στους δρόμους. Πεινασμένη δεκαετία του 19ου αιώνα είπαν εκείνη τη δεκαετία του '40. Και ο Ντίκενς, βλέποντας τις εικόνες αυτές και βλέποντας τη φτώχεια, την αδυναμία και τη μιζέρια στις ζωές των παιδιών, έγραψε μια νουβέλα με τίτλο A Christmas Carol: A Ghost Story of Christmas, με τη σκέψη να δώσει λίγη χαρά κι αισιοδοξία στους ανθρώπους, να τους κάνει να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν τις καλύτερες μέρες που είχαν ζήσει, να νιώσουν την αξία της αγάπης και της αλληλεγγύης.


Η πρώτη έκδοση του A Christmas Carol του Ντίκενς κυκλοφόρησε στις 19 Δεκεμβρίου 1843

Πρωταγωνιστής ο τσιγκούνης, ιδιότροπος και αγέλαστος Σκρούτζ. Αγέλαστος; Όχι για πάντα...

Παραμονὴ Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο του, ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ δούλευε ἀσταμάτητα. Τὸ δωμάτιο ἦταν μᾶλλον κρύο, γιατί τὰ λιγοστὰ κάρβουνα στὴ σόμπα δὲν ζέσταιναν ἀρκετά. Ὄχι ὄχι ἔλειπαν τοῦ Σκροῦτζ τὰ χρήματα γιὰ ν᾿ ἀγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Ἀλλὰ ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ ἦταν ἕνας φοβερὸς τσιγκούνης! Στὸ διπλανὸ δωμάτιο, χωρὶς θερμάστρα, ἐργαζόταν ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, ὁ κλητήρας του, ποὺ ἔτρεμε ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν παγωνιά. Ξαφνικὰ ἡ πόρτα ἄνοιξε κι ἕνας χαμογελαστὸς ἄντρας μπῆκε στὸ γραφεῖο.

«Θεῖε, Καλὰ Χριστούγεννα!».

«Κακά, ψυχρὰ κι ἀνάποδα...» γκρίνιαξε ὁ Σκροῦτζ.

«Θεῖε μου, μὴ μουτρώνεις. Ἦρθα νὰ σὲ καλέσω γιὰ τὸ μεσημέρι», εἶπε ὁ Φρέντ, ὁ ἀνιψιός του.

Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση. Ποτέ του δὲν γιόρταζε τὰ Χριστούγεννα. Τὰ θεωροῦσε χάσιμο χρόνου. Ὅμως ἡ ἀπάντηση τοῦ Σκροῦτζ δὲ χάλασε τὸ κέφι τοῦ Φρέντ. Ἔφυγε χαμογελαστός, ἀφοῦ προηγουμένως ἀντάλλαξε εὐχὲς μὲ τὸν Μπὸμπ Κράτσιτ.

Λίγα λεπτὰ ἀργότερα χτύπησαν τὴν πόρτα. Ὁ ὑπάλληλος ἔτρεξε ν᾿ ἀνοίξει. Παρουσιάστηκαν δυὸ κύριοι.

«Ἐδῶ εἶναι ἡ ἑταιρεία Σκροῦτζ καὶ Μάρλεϊ;» ρώτησε ὁ πρῶτος.

«Ὁ συνέταιρός μου, ὁ Μάρλεϊ, πέθανε σὰν ἀπόψε πρὶν ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια», τοῦ ἀπάντησε ψυχρὰ ὁ Σκροῦτζ.

«Τὰ συλλυπητήρια μου», εἶπε ὁ δεύτερος.

«Ἐμεῖς κάνουμε ἔρανο γιὰ τοὺς φτωχούς. Αὔριο, ποὺ ξημερώνει μέρα χαρᾶς, ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ἄνθρωποι ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν πείνα. Μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ συνδρομή σας;».

Ὁ γέρο-σπαγκοραμμένος δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ξοδέψει οὔτε μία πένα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς συνανθρώπους του καὶ ἀπάντησε ἀρνητικὰ στοὺς δυὸ ἐπισκέπτες.

...................................................................................

«Ποιὸς εἶναι;» ρώτησε ἔκπληκτος ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Σκροῦτζ γυρνώντας τὸ κεφάλι του.

«Ὁ θεῖος σου ὁ Σκροῦτζ», τοῦ ἀπάντησε. «Ἦρθα γιὰ τὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι ποὺ μὲ κάλεσες!».

Ὁ Φρὲντ καὶ ἡ γυναίκα του χάρηκαν πολὺ ποὺ τελικὰ ὁ Σκροῦτζ ἀποφάσισε νὰ τοὺς κάνει τὴν τιμή. Καὶ ἡ γιορτὴ ἐξελίχτηκε θαυμάσια. Τὸ γεῦμα ἦταν νοστιμότατο. Ἀκολούθησαν μουσικὴ καὶ χορός. Ἔπαιξαν διάφορα διασκεδαστικὰ παιχνίδια καὶ φυσικὰ παντομίμα. Ἀλλὰ τὸ καλύτερο ἀπ᾿ ὅλα ἦταν ἐκείνη ἡ ξέφρενη χαρὰ ποὺ ἔνιωθε μέσα του ὁ Σκροῦτζ.

Τὴν ἑπομένη, ὁ Σκροῦτζ πῆγε πολὺ νωρὶς στὸ γραφεῖο. Ἤθελε νὰ κάνει ἔκπληξη στὸν κλητήρα του, ποὺ ἤξερε ὅτι θὰ ἀργοῦσε νὰ φανεῖ στὴ δουλειά. Καὶ πράγματι, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἦρθε λίγο πρὶν τὶς δέκα. Κάθησε ἀθόρυβα στὴ θέση του, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Σκροῦτζ δὲ θὰ ἔπαιρνε εἴδηση τὴν καθυστέρησή του.

«Ἄαα!» γκρίνιαξε τότε ὁ Σκροῦτζ προσπαθώντας νὰ μιμηθεῖ τὸ γνωστὸ κακότροπο ὕφος του. «Τί σημαίνει πάλι αὐτό;».

«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, «δὲν πρόκειται νὰ ξαναργήσω».

«Καὶ πῶς μπορεῖς νὰ δίνεις τέτοιες ὑποσχέσεις;» τοῦ εἶπε μουτρωμένος ὁ Σκροῦτζ. Ὁ Μπὸμπ ἄρχισε νὰ τρέμει. Φοβήθηκε τὴν ἀπόλυση.

«Πάντως, γιὰ τούτη τὴ φορά...» συνέχισε ὁ Σκροῦτζ «νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σοῦ αὐξήσω τὸ μισθό σου!».

Κατάπληκτος ὁ Μπὸμπ σκέφτηκε νὰ τρέξει γιὰ βοήθεια. Νόμισε ὅτι ὁ ἐργοδότης του τρελάθηκε!

«Καλὰ Χριστούγεννα, ἀγόρι μου», τοῦ εἶπε τότε ἤρεμος καὶ χαμογελαστὸς ὁ Σκροῦτζ, μὲ τρόπο τόσο εἰλικρινῆ, ὥστε τελικὰ τὸν ἔπεισε ὅτι τὰ εἶχε τετρακόσια. «Καὶ ὄχι μόνο θὰ σοῦ κάνω αὔξηση, ἀλλὰ θὰ βοηθήσω καὶ τὴν οἰκογένειά σου. Πήγαινε, ὅμως, πρῶτα σὲ παρακαλῶ, νὰ ἀγοράσεις κι ἄλλα κάρβουνα, θὰ ζεσταθοῦμε καλὰ κι ἔπειτα καθισμένοι δίπλα στὴ φωτιὰ θὰ συζητήσουμε ὅλες τὶς λεπτομέρειες.

Ὁ Σκροῦτζ κράτησε τὸ λόγο του. Καὶ σύντομα ὁ μικρὸς Τὶμ ξεπέρασε τὴν ἀρρώστια, ἀπέκτησε δυνάμεις κι ἔγινε ἕνα γελαστὸ καὶ ὄμορφο ἀγόρι, ποὺ ὁ Σκροῦτζ τὸ φρόντισε σὰν νὰ ἦταν δικό του παιδί. Ὁ πρώην τσιγκούνης ἔγινε πολὺ γενναιόδωρος κι ἦταν πάντα εὐγενικός με ὅλους. Μερικοὶ βέβαια τὸν κορόιδεψαν γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ χαρακτήρα του. Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ δὲν ἐνοχλήθηκε γιατί, ὅπως εἶπε πολὺ σοφά: «Καλύτερα νὰ σὲ περιγελοῦν παρὰ νὰ σὲ περιφρονοῦν!».

Ὁ Σκροῦτζ δὲν ξαναεῖδε τὰ πνεύματα. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅπως λένε, δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ποὺ νὰ γιορτάζει καλύτερα τὰ Χριστούγεννα ἀπὸ τὸν Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ.

Τα παιδιά του Ντίκενς ακόμη περιμένουν ένα χάδι, κι αυτό τον πεινασμένο 21ο αιώνα!

Καλά Χριστούγεννα!

--------------------------------------------------
Σημείωση
Στα ελληνικά, το βιβλίο κυκλοφορεί με τους τίτλους "Χριστουγεννιάτικη ιστορία" ή "Χριστουγεννιάτικα κάλαντα". Το παραπάνω απόσπασμα είναι πιστή αντιγραφή από εδώ

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ο "ηλεκτρονικώς αναλφάβητος" Σπύρος Ασδραχάς για τον "αμητό της πληροφόρησης"



... Η πρώτη παρατήρηση αφορά στην ηλεκτρονική διάδοση της πληροφορίας: δεν βλέπω τίποτε το αρνητικό σ' αυτή, στο μέτρο όπου μεταφέρει στην οθόνη σας τον διάσπαρτο αμητό της πληροφόρησης, με ό,τι τούτο συνεπάγεται ως προς την εξοικονόμηση χρόνου και οικονομικού κόστους για τους υποψιασμένους χρήστες. Αν εμφωλεύει ένας κίνδυνος, αυτός συνίσταται στην υπαγωγή του ευρυμαθούς τεκμηριολόγου στον τεχνικό της πληροφορικής, αλλά κι αυτός ο κίνδυνος είναι υπερβάσιμος με τη σύμπτωση των δύο ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι υπερβάσιμοι σε ό,τι αφορά τα κέντρα τεκμηρίωσης, αρχεία και βιβλιοθήκες. Προφανής είναι επίσης η ευεργετική επίπτωση της ταχείας και μάλιστα εξατομικευμένης διάδοσης άλλων πληροφοριών που δεν αφορούν τα κέντρα τεκμηρίωσης, αλλά τις τρέχουσες δημοσιεύσεις.

.....................................................

Ηλεκτρονικώς αναλφάβητος εγώ, υποψιάζομαι τη δυναμική, δηλαδή την άμεση σύνδεση των ενδιαφερομένων μεταξύ τους και την ταχύτητα της πληροφόρησής τους ή, τουλάχιστον, της πρόσβασής τους στις πηγές των πληροφοριών, εν μέρει εμμέσως, κάποτε συνολικώς αμέσως: στους τίτλους και στα περιεχόμενα με τη βοήθεια των πολλαπλών ανακλήσεων. Πριν από την τωρινή στιγμή, όλα αυτά προϋπόθεταν πολύ χρόνο κι ακόμη πολύ χρήμα. Όλα αυτά είναι ωραία και οδηγούν, ανάμεσα στ' άλλα, στην αναπρόσληψη της χρονικότητας. Συνεχίζουν ωστόσο να υπάρχουν οι σταθερές: για να διαβάσεις τα Μετά τα Φυσικά, το Κεφάλαιο ή ακόμη και τις Βυζαντινές Μελέτες του Ζαμπελίου, χρειάζεται ένας χρόνος που υπακούει σε άλλες ταχύτητες· για να κατανοήσεις τα κείμενα αυτά χρειάζεται μια επίσκεψη εννοιών και πραγμάτων που κι αυτή υπακούει στον δικό της αργό χρόνο. Το αιτούμενο είναι με ποιους τρόπους συντίθενται οι ταχύτητες αυτές, ώστε να γίνεται δυνατή η συγκρότηση πνευματικών προσωπικοτήτων, ιστορικών για το δικό μας μικρό, ίσως, αλλά πολυσήμαντο πεδίο...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την ομιλία του Σπύρου Ασδραχά στην ημερίδα που διοργάνωσαν τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας στις 18 Δεκεμβρίου 2006 και στην οποία παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα του ερευνητικού προγράμματος "Πολιτισμός και Αριστερά στον 20ο αιώνα. Ψηφιοποίηση τεκμηρίων από τις συλλογές των ΑΣΚΙ". Έκανα την αντιγραφή από το Αρχειοτάξιο, τεύχος 9, Μάιος 2007 (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Πλούσιο λεξιλόγιο, νεολογισμοί, μεγάλες προτάσεις, και συχνά δυσκολία κατανόησης του λόγου του. Δεν χρησιμοποιεί τα χιλιοειπωμένα, τα "μυριόλεκτα", όπως γράφει ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος στη χθεσινή Εφημερίδα των Συντακτών, αλλά χρησιμοποιεί "ένα λεξιλόγιο πλούσιο, προϊόν μιας απέραντης ενδοχώρας πολυμάθειας, που δεν χρησιμοποιείται σήμερα, πολύ κοντά στις πηγές, αντιστοιχεί σε μορφές ζωής που έχουν εξαφανιστεί σήμερα και συνδυάζεται με τολμηρούς νεολογισμούς οι οποίοι διαδόθηκαν όχι μόνο ως όροι αλλά και ως σημαίνοντα μιας ιστοριογραφικής ταυτότητας". Ο Ασδραχάς, γράφει ο Λιάκος, "τόνιζε ότι θα έπρεπε κανείς να δει την Ιστορία ως τρόπο ανάγνωσης των πραγμάτων, μέσα από εμβρίθεια, μέσα από εκείνη τη γεφύρωση ανάμεσα στο eruditio και τη σημειολογία, ως τρόπο σκέψης... Η εμμονή με τη γλώσσα άγγιζε τον πυρήνα της ιστοριογραφικής θεωρίας του. Αν και δεν την κωδικοποίησε, η θεωρία αυτή συναρτά το παρελθόν με την εξιστόρησή του. Αυτή η συνάφεια εκφράζεται πρωτίστως στη γλώσσα."

Και ο χρόνος, η "χρονικότητα" όπως λέει, στοιχείο των συλλογισμών του διαρκώςΑυτή του την εμμονή με τη χρονικότητα και ταυτόχρονα με τη γλώσσα ("επίσκεψη εννοιών και πραγμάτων που κι αυτή υπακούει στον δικό της αργό χρόνο") τη βρίσκω και αλλού. Ξεφυλλίζω τα πρακτικά της ημερίδας που διοργάνωσε η Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία στις 2 Μαρτίου 2001 με τίτλο " Δικαίωμα στην πληροφόρηση: νέα όρια και αντιφάσεις". Η συζήτηση γίνεται για τα νομικά και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την πρόσβαση στα αρχειακά τεκμήρια, είναι γνωστή η θέση των ΑΣΚΙ για τα ανοικτά αρχεία· και λέει ο Ασδραχάς, απαντώντας στη χρήση από τους νομικούς της έννοιας "νομικά πλάσματα" ("expedients juridiques - πώς τα λέμε, τεχνάσματα;" αναρωτιέται, για να του απαντήσει "πλάσματα" ο Νίκος Αλιβιζάτος) ):

Πλάσμα είναι οι έννοιες, οι γενικές έννοιες με τις οποίες είστε αναγκασμένοι να δουλεύετε, κατόπν αυτές τις γενικές έννοιες τις φέρνετε σε αντιπαράθεση με μία πραγματικότητα, δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί η πραγματικότητα από τις γενικές έννοιες... Με τη διαφορά πως είστε αχρονικοί. Στο σκεπτικό σας, όπως στην περίπτωση των δογματιστών του Δικαίου τι λείπει; Η χρονικότητα...

Και συνεχίζοντας τις "α-νομικές και άνομες ίσως παρατηρήσεις" του, προβληματίζεται για το ρόλο που μπορεί να έχει μια Αρχή προστασίας δεδομένων στην ιστορική έρευνα μέσα από τα αρχεία, τα οποία λειτουργούν σε όλο τον κόσμο περίπου με τον ίδιο τρόπο. "Υπάρχουνε πρακτικές κατακτημένες, πρακτικές που διευκολύνουνε να γίνεται η έρευνα και δεν υπάρχει καμία περίπτωση, δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση, να θέτουμε προβλήματα του είδους, πού σταματάει η ατομική βούληση. Πού σταματάει η ατομική βούληση τίνος; Εκείνου στον οποίο αφορούν τα δοκουμέντα... Η δίκη του Μπελογιάννη, η δίκη του Βαβούδη, η δίκη του Αργυριάδη, είναι γνωστές με δύο τρόπους: ο ένας είναι με πρόσβαση στα έγραφα τα οποία παρήχθησαν κατά τη διάρκεια της δίκης και ο δεύτερος είναι διά των εφημερίδων... Τα δοκουμέντα δεν μπορεί να τα απαγορεύσει κανείς, την επίκληση του ευαίσθητου στοιχείου θα την ανατρέψει μία επιχειρηματολογία που θα προέρχεται από τη λογική της επιστήμης την οποία καλλιεργεί - ο ιστορικός στην περίπτωση: καμία Αρχή δεν μπορεί να καταργήσει τη λογική των επιστημών..."

Ο Σπύρος Αδραχάς έφυγε πριν λίγες μέρες στα 84. Αύριο θα τον δεχτεί η γη της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λευκάδας. Τούτο το σημείωμα, στη μνήμη του, ξεκίνησε με αφορμή την αναφορά του στον αμητό της πληροφόρησης· πόσο όμορφα πλουτίζεται ο λόγος. Κι όμως, πόσοι από εμάς, αλήθεια, έχουμε χρησιμοποιήσει αυτή την έκφραση; Ακόμη κι όσοι λέμε πως έχουμε ιδιαίτερη επαφή με την πληροφόρηση, κάνουμε λόγο για αύξηση, για μεγάλο όγκο, για εκθετικούς ρυθμούς, για έκρηξη, τόσο κοινότοπα και ... τόσο "μυριόλεκτα" πια. Όσο για τον χρόνο και τη χρονικότητα, κρατώ αυτό που ο ίδιος λέει: Για να κατανοήσεις τα κείμενα αυτά χρειάζεται μια επίσκεψη εννοιών και πραγμάτων που κι αυτή υπακούει στον δικό της αργό χρόνο.

Ή, για να αντιγράψω το πνεύμα του Ασδραχά, πώς το 'λεγε ο Κοραής αναφερόμενος στον Επίκτητο;

Δικαίως λοιπόν έλεγεν ο φιλόσοφος Επίκτητος ότι η παιδεία των ανθρώπων πρέπει ν' αρχίζη απ' αυτήν των λέξεων την έρευναν, "αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις"... Την τοιαύτην έρευναν ονομάζει ο Επίκτητος "παρακολούθησιν των ονομάτων" και την διακρίνει από την απλήν αυτών χρήσιν... (Αδαμάντιου Κοραή Χρυσά Έπη, Ακαδημία Αθηνών, 1934).
--------------------------------------------------------------
Σημειώσεις

- Η φωτογραφία είναι από την ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Δρόμος της Αριστεράς, φύλλο 228 - 13/9/2014, όπου δημοσιεύεται και η πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που έδωσε ο Σπύρος Ασδραχάς στον Σταμάτη Μαυροειδή. Αξίζει να διαβαστεί.
- Πρέπει να σημειώσω επίσης ότι η χρήση του όρου τεκμηριολόγος με έχει βάλει σε σκέψη· γιατί αλήθεια είναι πιο σωστό το τεκμηριωτής (documentalist) που έχει ήδη καθιερωθεί. Και θυμάμαι τον φίλο μου Δημήτρη Καρακώστα που στις αρχές της δεκαετίας του '80, τότε που εμφανίστηκε το επιστημονικό πεδίο information science και η ιδιότητα information scientist, πρότεινε την ελληνική απόδοση "πληροφοριολόγος". Ούτε αυτό καθιερώθηκε, λέμε επιστήμονας της πληροφόρησης. Για την ιστορία...
- Για την ιστορία επίσης, και για όποιον ενδιαφέρεται, να σημειώσω ότι το συγκεκριμένο τεύχος του Αρχειοτάξιου, έχει ως κύριο περιεχόμενο το αφιέρωμα "Ιστορία και Φωτογραφία", με αναφορές στους σπουδαίους φωτογράφους Μελετζή, Τλούπα, Παπαϊωάννου και Μπαλάφα, με φωτογραφίες από τα αρχεία ΑΣΚΙ, ΕΛΙΑ κ.ά. και με φωτογραφικές μαρτυρίες που δίνουν ξεχωριστή διάσταση στο ρόλο και στην ανάγνωση της φωτογραφίας.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Κράτησα τη ζωή μου... Στη μνήμη της Αννούλας




"...Μέναμε στην αρχή, στο προάστιο Vitry με την οικογένεια του τραγουδιστή Αντώνη Καλογιάννη. Μετά νοικιάσαμε ένα διαμέρισμα στο προάστιο Villejuif. Τέλος, πήγαμε σ' ένα πολύ ωραίο διαμέρισμα στο δήμο του Ivry-sur-Seine, σε μικρή απόσταση με το μετρό από το κέντρο του Παρισιού. Το οικοδομικό συγκρότημα που βρισκόταν το διαμέρισμά μας είχε κτίσει ο Renaudie, ένας πολύ καλός αρχιτέκτονας. Τα σπίτια είναι από μπετόν γκρίζο, άβαφο και μοιάζουν σαν δαντέλες..." *

Μου 'χε μιλήσει για τον Καλογιάννη η Άννα. Και χθες βράδυ που έβλεπα μια πρόσφατη εκπομπή της Έλενας Κατρίτση από τη σειρά Προσωπικά με τον Αντώνη Καλογιάννη (δείτε την, αξίζει, ο Καλογιάννης είναι αυθεντικός), όταν προς το τέλος τον ρώτησε η δημοσιογράφος τι θάθελε να κρατήσει, είπε το "Κράτησα τη ζωή μου". Είναι το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη "Επιφάνια, 1937", που το τραγούδησε ο ίδιος αξεπέραστα πάνω στη μουσική του παντοτινού Μίκη Θεοδωράκη. Ένιωσα ότι ταιριάζει στην Αννούλα, τη Σολωμίτσα μας (είχα γράψει εδώ και εδώ και εδώ).

Αντιγράφω το ποίημα από τη σελίδα του ΕΚΕΒΙ (φάκελο "Ταξιδεύοντας με το Γιώργο Σεφέρη" στο πρόγραμμα του ... πάλαι ποτέ "προγράμματος εμψύχωσης σχολικών βιβλιοθηκών" - και με την ευκαιρία, τι γίνεται με το ΕΚΕΒΙ και με την περίφημη πολιτική βιβλίου;;;) 

Επιφάνια, 1937

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
γαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλ-
λιά σου
χρυσά' τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδε-
βαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους' βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου. στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά. μελανιασμένες λαγκαδιές. ο χιονι-
σμένος
κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ. ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ' τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
σ' αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τούς πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή. κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.


----------------------------------------------------


* Το απόσπασμα είναι από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Άννας Σολωμού "Μια ζωή μέσα από καταιγίδες".

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Μπερλίν, της Άντζη Σαλταμπάση: αναζητώντας τις μνήμες μιας πόλης


Περιεργαζόμενη το βιβλίο πριν ξεκινήσω την ανάγνωση, διάβασα για το εξώφυλλο: "Μνημείο της Nelly Sachs στο Βερολίνο". Πάλι η Νέλλυ Ζακς μπροστά μου, τον τελευταίο καιρό βρέθηκε πολλές φορές στα διαβάσματά μου. Γερμανίδα ποιήτρια, γεννημένη στο Βερολίνο από Εβραίους γονείς, πρόλαβε να φύγει το 1940 στη Σουηδία· πιστή φίλη του ποιητή Πάουλ Τσέλαν, πληγωμένες υπάρξεις και οι δύο, χτυπημένες από την "τραυματισμένη πραγματικότητα" της φρίκης του ναζισμού. Έτσι περιγράφει τη συνάντηση των δύο ποιητών ο Κώστας Νασίκας στο εξαιρετικό βιβλίο του "Εξορίες γλώσσας". Ποιήματά της βρήκα πως υπάρχουν στο βιβλίο "Τέσσερις νομπελίστες ποιητές: Nelly Sachs, Jaroslav Seifert, Günter Grass, Elfriede Jelinek", Λεξίτυπον 2007 (σε μετάφραση και ανθολόγηση από Σωτήρη Γυφτάκη). Δεν το έχω ξεφυλλίσει, βρήκα όμως ποιήματά της στην ανθολογία της Μαρίας Λαϊνά "Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα: Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις" (Ελληνικά γράμματα, 2007, με μια παρατήρηση ότι δίνονται τα ονόματα των μεταφραστών, όχι όμως και η πηγή δημοσίευσης των μεταφράσεων). Το μνημείο που φωτογράφισε η Σαλταμπάση για το εξώφυλλο του βιβλίου της είναι το μνημείο του Ολοκαυτώματος και βρίσκεται στο πάρκο Koppenplatz του Βερολίνου, πολύ κοντά στην πλατεία Rosenthaler.

Αλλά νομίζω ξεστράτισα, αφορμή το βιβλίο της Άντζη Σαλταμπάση Μπερλίν (Πόλις, 2017). Τη Σαλταμπάση την έχω συναντήσει ως μεταφράστρια πριν από λίγα χρόνια, αρχικά στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο "Βαϊμάρη: Η ανάπηρη δημοκρατία 1918-1933" του Χάινριχ Βίνκλερ. Τώρα, μας συστήνεται και ως συγγραφέας η ίδια, με μια πρωτοπρόσωπη αφηγηματική περιήγηση στην πόλη του Βερολίνου, στους χώρους και στην ιστορία του, με έμφαση στον όλεθρο του Ολοκαυτώματος και στις μικροϊστορίες των Εβραίων που κάποτε έζησαν σ' αυτή την πόλη.

Η συγγραφέας, ως δημοσιογράφος, αναζητεί και παρακολουθεί τις τύχες απλών ανθρώπων που ζούσαν στο Βερολίνο από τη δεκαετία του '30 ή και παλιότερα και που είτε χάθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης ή κάποιοι πρόλαβαν να ξεφύγουν και βρέθηκαν στην Αμερική, στο Ισραήλ ή αλλού.

"Νεκρές και σχεδόν νεκρές" γυναίκες στο Ράβενσμπρουκ
Θέμα της η μνήμη· αυτή που καταγράφεται και στο σπαρακτικά αποκαλυπτικό, μνημειώδες εννιάωρο ντοκιμαντέρ του Κώντ Λανζμάν Σοά, που σκηνές του θυμάται καθώς το πούλμαν τους πηγαίνει για επίσκεψη στο γυναικείο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ. Και τι ειρωνεία, εκεί δίπλα στο στρατόπεδο σχεδίαζαν να χτίσουν ένα πολυκατάστημα· ειρωνεία ή μάλλον κυνισμός θα έλεγα καλύτερα. Ευτυχώς για τον σεβασμό στη μνήμη, τη συλλογική και την ατομική, για την κοινωνική μνήμη, το σούπερ μάρκετ δεν έγινε, μάλλον δεν λειτούργησε ποτέ σ' εκείνη τη θέση, όπως μας πληροφορεί και φυλλάδιο της πόλης (η συγγραφέας, πάντως, μας πληροφορεί πως έγινε τελικά στην άλλη άκρη της πόλης, δίπλα στο νεκροταφείο, εκεί που, όπως είπε ένας φύλακας του νεκροταφείου, έκαιγαν τα πτώματα πριν το στρατόπεδο αποκτήσει τους δικούς του φούρνους!). 

Ψάχνει τι απέγιναν οι Εβραίοι της πόλης, αλλά και ποια ήταν η στάση των υπόλοιπων κατοίκων της, των Γερμανών, των φίλων, των γειτόνων· άλλοι δεν μιλάνε, άλλοι δεν γνωρίζουν, άλλοι δεν έμαθαν ποτέ και άλλοι ξέχασαν. Επισκέπτεται σπίτια που κάποτε έζησαν εβραϊκές οικογένειες μαζί με τη φίλη της την Γκαμπριέλε· η φίλη της ανήκει σε μια πρωτοβουλία Γερμανών που προσπαθούν να ζωντανέψουν, να καλλιεργήσουν και να διατηρήσουν τη συλλογική μνήμη, τοποθετώντας τις Stolpersteine (στόλπερστάινε) μπροστά από τέτοια σπίτια. Λίθους μνήμης τα λέει ή πέτρες που σκοντάφτεις πάνω τους, κι έτσι αναγκάζεσαι να μάθεις για την ιστορία του συγκεκριμένου σπιτιού, την ιστορία κάποιων ανθρώπων που έζησαν εκεί και, βέβαια, για το Ολοκαύτωμα, τη Σοά, τον μαζικό αφανισμό εκατομμυρίων ανθρώπων που σχεδίασαν και πραγματοποίησαν οι ναζί στα μέσα του 20ου αιώνα.

Λίθοι μνήμης έχουν τοποθετηθεί σε διάφορα σημεία της Θεσσαλονίκης, μια πόλη 
απ' όπου πολλές χιλιάδες Εβραίων κατοίκων της εξοντώθηκαν από τους Ναζί
Ψάχνει και συζητά με ιδιαίτερη ευαισθησία για τους Εβραίους, για τους Εβραίους της Γερμανίας τη νοιάζει περισσότερο σε τούτο το βιβλίο, μα και για τους Εβραίους της Ελλάδας έχει την πίκρα της. Κι όταν τη ρωτούν πώς γίνεται να είναι ο άντρας της Έλληνας Εβραίος, και τη ρωτούν αν είναι "κανονικός ή αφομοιωμένος" κι αν υπάρχουν Εβραίοι στην Ελλάδα, γράφει:

Ε ναι, ναι, υπήρχαν κάποτε, μετά έμειναν ελάχιστοι, έτσι ήθελα να απαντήσω, αλλά δεν το έκανα και πώς μπορούσα άλλωστε, ποιος μπορεί να μιλήσει τόσο σκληρά και να πει ότι φυσικά και υπήρχαν πολλοί Εβραίοι στην Ελλάδα, αλλά οι περισσότεροι έγιναν στάχτη. Όσο δε για το αφομοιωμένος, φυσικά είχαν δίκιο, αφομοιωμένοι είναι οι Εβραίοι στην Ελλάδα, κρυμμένοι για να μην ερεθίζουν τα αντισημιτικά αισθήματα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία...

Την κατατρώει η Γερμανία και οι σύγχρονοι Γερμανοί· πώς προσλαμβάνουν εκείνο το τραύμα, είναι αλήθεια τραύμα γι' αυτούς το Ολοκαύτωμα; Μερικοί ρίχνουν την ευθύνη στους ίδιους τους Εβραίους. "Θα ήθελα να μπορώ κι εγώ να κάνω αυτό το σχόλιο", της είπε Γερμανός φίλος, πολιτικοποιημένος σοσιαλδημοκράτης και ειρηνιστής, όταν εκείνη του είπε χαριτωμένα για έναν Εβραίο φίλο της που άνοιξε μαγαζί και ότι νιώθει χαρούμενος γιατί ξύπνησε μέσα του ο Εβραίος έμπορος. Αυτός νομίζει πως οι Εβραίοι δεν τους επιτρέπουν να μιλούν ελεύθερα. Δεν ήταν πάντα καλές οι συμπεριφορές απέναντι στους Εβραίους, της είπαν κάποιοι απόγονοι εβραϊκών οικογενειών του Βερολίνου· ας ήταν Εβραίοι Γερμανοί, πάλι σαν εβραιόπουλα ξεχώριζαν τα παιδιά στο σχολείο και ήταν ανεπιθύμητα.

Πολλές οι ιστορίες για παιδιά που εξοντώθηκαν και άλλες τόσες σημερινές προσπάθειες μαθητών σε γερμανικά σχολεία να ανακαλύψουν την ιστορία του σχολείου τους εκείνη τη ζοφερή εποχή και να ξεθάψουν μνήμες παιδιών που φοιτούσαν τότε. Συγκινητική η ιστορία των έντεκα Εβραιόπουλων από το γυμνάσιο Χέρμαν Έλερ στο Στέγκλιτς.

 Άλλοι νιώθουν οι ίδιοι ενοχές, άλλοι αρνούνται ότι γνώριζαν ή ότι γειτόνεψαν με Εβραίους.

Τα αισθήματα μιας ξένης στη Γερμανία είναι ανάκατα, αγαπά την πόλη, αναγνωρίζει τα χαρίσματα των ανθρώπων της, αλλά άλλο τόσο τους δίνει, με παρρησία θα έλεγα, χαρακτηρισμούς κάθε άλλο παρά κολακευτικούς πάντα. Κι εμείς, επηρεασμένοι μάλιστα από τις τρέχουσες καταστάσεις της κρίσης και από τις συμπεριφορές κάποιων επώνυμων ανθρώπων αλλά και μέσων ενημέρωσης από τη χώρα αυτή, κάποιες φορές νιώθουμε και δικαιωμένοι για τυχόν αντιδράσεις μας. Βέβαια, δεν είμαι από αυτούς που θα συμφωνούσαν για τη συνολική καταδίκη του γερμανικού λαού, του οποίου εκτιμώ και αναγνωρίζω αρετές και ικανότητες, όμως δεν μπορώ και να μην παραδεχτώ πως κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς που έδωσε νιώθω να ταιριάζουν στα γενικά χαρακτηριστικά τους (όπως τα αντιλαμβάνομαι, φυσικά).

Όταν μάλιστα χρησιμοποιεί το παράδειγμα της συμπεριφοράς αστυνομικών απέναντι σε κατοίκους που δείχνουν "ξένοι", ακόμη κι αν έχουν γερμανική υπηκοότητα, μ' εκείνο το ανατριχιαστικό ερώτημα "Geboren?" και με την κατάταξη στην κατηγορία "Migrationshintergrund", όχι όμως αν έχουν γεννηθεί π.χ. στην Ολλανδία (όπου θεωρούνται και πάλι "άριοι", συμπεραίνει η συγγραφέας), τότε σκέφτομαι τα δικά μας, και τους μπαρμπάδες μου που είχαν μεταναστεύσει αρχές δεκαετίας του '60 στη Γερμανία και όλους αυτούς τους ταλαίπωρους ανθρώπους που φτάνουν στη χώρα μας αναζητώντας μια καλύτερη ζωή... Αλλά, όπως τόσο καλά το είχε πει η Ανέτ Βιβιορκά που την αναφέρει η συγγραφέας, "το Άουσβιτς είναι μια μετωνυμία για όλα" (είχα κάνει αναφορά εδώ).

Το βιβλίο τελειώνει με μια εκδρομή στο Νησί των Παγωνιών, τον μικρό παράδεισο που θυμίζει τις παραστάσεις έργων του Ρακίνα, αλλά και την τελετή λήξης των Ολυμπιακών αγώνων του '36, τότε που το ζεύγος Γκέμπελς υποδεχόταν τον κόσμο, την ίδια ώρα που "κρατούμενοι ξεχέρσωναν το δάσος Ζάξενχάουζεν για το μελλοντικό στρατόπεδο, και εξακόσιοι Σίντι και Ρομά κλείνονταν σε ένα Τσιγκόινερ Λαγκερ στα ανατολικά της πόλης" και με μια αναφορά στην Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν, όπου "ο ιππότης Αντόνιους Μπλοκ...". (Και τι σύμπτωση: για τους Ολυμπιακούς του '36 είχα σχόλιο από τον Χάρη Κουρή σε πρόσφατη ανάρτηση σχετικά με τη γλώσσα και την ορολογία στη λογοτεχνία).

Η συνέχεια στο βιβλίο, η μνήμη και οι μνήμες, οι ατομικές και οι συλλογικές, η κοινωνική μνήμη, αυτό είναι το θέμα του, μακάρι να μην ήταν (είναι) και το ζητούμενο της εποχής μας.. 

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Περπατούρα




Τσικ Τσικ, ξεκινάει η μοναχική πορεία, μοναδική ως προς τον ήχο και το ρυθμό.

Ξέρω σε πόσα λεπτά και δευτερόλεπτα θα διανύσει τη σταθερή, την αμετάβλητη απόσταση απ’ το κρεβάτι της στο γραφείο μου, όπου κάθομαι εν πλήρει απραξία.

..............................................................................................................................

Το σύρσιμο της παντόφλας, την κλίση του σώματος και του στόματος το σχήμα, τα ΄χω φωτογραφίσει από καιρό με προπτική τα μάτια και τ΄αυτιά μου: η νυχτικιά πέφτει προς τα μπρος, φουσκώνει σαν κοιλιά εγκυμονούσα, μια κοιλιά που κρέμεται προς τα κάτω μ΄όλες τις σάρκες της, έτοιμη να χυθεί στο πάτωμα με νερά και αίματα.

Τσικ τσικ, και πρέπει γρήγορα να εγκατασταθώ σε κείνο το παλιό όνειρο, να κλείσω πόρτες και παράθυρα, να αμπαρωθώ από μέσα, να επικαλεστώ όλα τα υποτιθέμενα «αύριο θα ΄ναι καλύτερα», να επιστρατεύσω τα ερωτικά μου φαντάσματα.Πρέπει όλα αυτά να ενεργήσουν αυτόματα, να ΄ναι εν εγρηγόρσει, ώστε να συμβάλουν στη σωτηρία μου. Γιατί εκείνη, ακόμα πριν ξεκινήσει, ξέρω ότι ετοιμάζεται, πιάνεται γερά απ΄τις χειρολαβές, στερεώνεται, βεβαιώνεται, ισορροπεί, ενώ εγώ παραπαίω στο χείλος της αβύσσου.

Κι έρχεται κατά πάνω μου αργά αργά, προχωρεί ως το άνοιγμα της πόρτας, σχίζει με το μαχαίρι τα άδυτά μου, η Φραγκογιαννού.

Λέει πως πρέπει να την κοιτάξω, δεν το λέει, εγώ τ΄ακούω μέσα στο άγριο τσικ τσικ όπου αναπτύσσεται, θεριεύει η επιταγή, η απαίτηση, μ΄εκείνο το ανυπερθέτως που με τσακίζει.

Ποιο είναι αυτό το αλλόκοτο πρόσωπο με τ΄άσπρα νεκρά μαλλιά, το σκαμμένο δέρμα – μαζεύω με το παιδικό μου φτυαράκι τις ατέλειωτες τρίχες, μικρά σγουρά φιδάκια σ΄όλο το σπίτι, κι από πάνω μου τινάζω μακριά τη λιπαρότητα της πιτυρίδας της.

Κοντά στα ενενήντα κι ακόμα επιμένουν να μακραίνουν τα μαλλιά της, αγριεμένα σαν τη γριά Φροσσάρ, τα νύχια της μεγαλώνουν επικίνδυνα, ανάγκη επιτακτική να πάρω ψαλίδι, πετσέτα και νερό, οφείλω να μετρήσω, να υπολογίσω επακριώς το μάκρος, το σωστό κόψιμο, να φορέσω γυαλιά, ν’ ανοίξω με δυο δάχτυλα το ψαλίδι – το ψαλίδι, τα δυο δάχτυλα, τα μαλλιά, τα γυαλιά, τα μυαλά, ως πού να κόψω, πόσο μακριά, κοντά, μέτρια, βαθιά, πόσο βαθιά, σύρριζα να κόψω... να κόψω...

Ποια είναι αυτή που την πλένω, την χτενίζω, την ντύνω, την ξεντύνω. Αυτή δεν είναι το μικρό μου παιδί, το εγγόνι, το δισεγγονάκι μου, δεν είναι το ανάπηρο της γειτονιάς μας.

Να διώξω, πώς να διώξω, να τη διώξω εκείνη την πικρή, την τόσο δική της μυρωδιά που μου τρώει τα χέρια και τα χείλια.

Τα σεντόνια της κάθε πρωί έξω ν’ ανεμίζουν, άσπρο ψυχρό πανί, ώρες και ώρες να γλείφει το άρρωστο χρώμα τους ο αέρας, ο ήλιος – αιμοβόρα ζώα ...

Μια μέρα μου λέει: «Θα πεθάνω και τότε μόνο θα με σκέφτεσαι με μια ήρεμη δικαιοσύνη. Καθώς θα τριγυρνάς στο σούπερ μάρκετ, καθώς θα σέρνεσαι ως το πάρκο και την παλιά παραλία, μόνη και γριά, τότε θα μ’αγαπάς πέρα ως πέρα, κόρη μου. Τώρα δεν μπορείς, γιατί είμαι στο έλεός σου και στο έλεος της αμείλικτης πραγματικότητάς σου».

Τρομάζω, όταν νιώθω ότι διεισδύει στην αμηχανία μου, φοβάμαι ότι διακρίνει καθαρά την προσπάθειά μου να μη φανερώσω το πάθος που καίει τα σωθικά μου μ’ ένα βαθύ ερωτηματικό: μητέρα, γιατί αντέστρεψες τους ρόλους;

.................................................................................................................................

Κι ας περπατάει εκείνη, κι ας πηγαίνει μ’ ένα τσικ τσικ που μέρα με τη μέρα πριονίζει τις φρένες μου, δεν λαδώνονται, επειδή καμιά επέμβαση δεν χωρεί στο σύστημα που σπάει τα νεύρα και λιγοστεύει την ανθρώπινη αντοχή.


Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το διήγημα "Περπατούρα" της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου και περιέχεται στη συλλογή "Στο δωμάτιο" (Νεφέλη, 1999). Καθημερινές ιστορίες, με ανθρωπιά, ευαισθησία και πολλή αλήθεια: "Η ξένη", "Στην εκκλησία", "Φυγή", κ.ά. Ξεχώρισα την Περπατούρα γιατί σήμερα η μάνα μου κλείνει τα ενενήντα! 

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

«Κόμποι και λόγων ευμορφία»: η γλώσσα της λογοτεχνίας από την πλευρά μιας αναγνώστριας

 

 «Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ' αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια», είπε ο Οδυσσέας Ελύτης στην ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ στις 8 Δεκεμβρίου 1979, και νομίζω αυτές οι λέξεις ορίζουν και τη σχέση λογοτεχνίας και γλώσσας. Η γλώσσα, οι αρετές, η ομορφιά και το ήθος της, είναι οι έννοιες που διατρέχουν όλη την ομιλία αλλά και όλο το έργο του Έλληνα ποιητή, εξάλλου «μονάχη έγνοια η γλώσσα μου» τραγούδησε στο Άξιον Εστί. 

Το θέμα μας, λοιπόν, είναι η σχέση γλώσσας και λογοτεχνίας. Θα ήθελα, ξεκινώντας, να αιτιολογήσω το πρώτο μέρος του τίτλου της παρουσίασής μου, «Κόμποι και λόγων ευμορφία». Η φράση προέρχεται από τον Κύκλωπα του Ευριπίδη (στ. 317), όπου ο Πολύφημος ομολογεί στον Οδυσσέα ότι προτιμά τις υλικές απολαύσεις αντί για … λόγια του αέρα, λέγοντας «ὁ πλοῦτος, ἀνθρωπίσκε, τοῖς σοφοῖς θεός, / τὰ δ᾽ ἄλλα κόμποι καὶ λόγων εὐμορφία», [1] Οι φιλόλογοι μπορεί να βρουν και βαθύτερο νόημα στους στίχους αυτούς, μπορεί ο Ευριπίδης να ήθελε να τονίσει τη δύναμη των λέξεων με τα λόγια που βάζει στο στόμα του Κύκλωπα.[2] Η δική μου συνάντηση με τη συγκεκριμένη φράση έγινε στον Κωστή Παλαμά και συγκεκριμένα σε πρόσφατη έκδοση με τίτλο «Κωστής Παλαμάς: σημειώματα στο περιθώριο» (Στιγμή, 2017), όπου περιέχονται σημειώματα που έγραφε ο ποιητής στα περιθώρια των βιβλίων που διάβαζε, καθώς και «σιγοκουβεντούλες με τον εαυτό του», όπως λέει ο ίδιος. Σε ένα τέτοιο σημείωμα, αρ. 123 στο βιβλίο, που έχει ως θέμα την ουσιαστική αντιμετώπιση της δημοτικής γλώσσας και του δημοτικισμού, γράφει ο Παλαμάς:

«Δημοτική γλώσσα και δημοτικισμός έξω από τους ανθρώπους του λόγου που τη μεταχειρίζονται γράφοντάς την δειλά, τολμηρά, σοφά, κομπογιαννίτικα, μισά, ακέρια, όλοι, με την αξιοτίμητη πρόθεση να κάμουν έργο ομορφιάς ή έργο κοινωνικής ωφέλειας ή και τα δύο μαζί […] δεν υπάρχουν, αέρας φρέσκος είναι

Και καταλήγει το σημείωμά του:

«Δοξολογίες από τη μια μεριά για τη δημοτική γλώσσα κι αναθέματα από την άλλη μεριά, δεν ξέρω ποιων μαλλιαρισμών και ποιων ψυχαρισμών, τι νόημα έχουν δεν καταλαβαίνω. Κόμποι και λόγων ευμορφία, θα έκραζε ο αρχαίος εκείνος μαλλιαρός, ο Ευριπίδης».

Στην προσπάθεια να συμμαζέψω τις λέξεις μου πιο κοντά στον υπότιτλο της παρουσίασης, «η γλώσσα της λογοτεχνίας από την πλευρά μιας αναγνώστριας», επέλεξα να αναφερθώ επιγραμματικά σε μερικά ζητήματα που μπορεί να προβληματίζουν τους αναγνώστες και για τα οποία οι συγγραφείς συνομιλητές θα μπορούσαν ίσως να εκφράσουν κάποιες σκέψεις τους.

Στην Ορολογία, αλλά και στα άλλα επιστημονικά πεδία λέμε πως η γλώσσα είναι μέσον επικοινωνίας[3], όμως ο ποιητής μας διορθώνει όμορφα, υποδεικνύοντας ότι η γλώσσα «συμβαίνει ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών».[4] Η γλώσσα έτσι κι αλλιώς δεν είναι ένα ουδέτερο μέσον επικοινωνίας, αλλά έχει πολιτισμικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ενώ διαμορφώνεται από κοινωνικές, πολιτικές και άλλες καταστάσεις, όπως θα δούμε και παρακάτω. 

Τι είναι η γλώσσα και οι λέξεις για τους λογοτέχνες; Και πολύ περισσότερο ίσως για τους ποιητές; 

«Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες», είπε ο ποιητής Κώστας Πασβάντης.[5]

«Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις / λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις», είπε ο Οκτάβιο Πας.[6]

«Η ζωή είναι γλώσσα και λέξεις», λέει ο Βασίλης Αλεξάκης στο «Οι ξένες λέξεις».[7]

Τι θα πει λογοτεχνικότητα και πώς η γλώσσα επηρεάζει ή και καθορίζει τη λογοτεχνική ποιότητα ή την ποιοτική λογοτεχνικότητα ενός κειμένου;

«Η όποια λογοτεχνικότητα του κειμένου μόνο μέσω της γλώσσας θα μπορούσε να υποστηριχθεί», λέει η Μάρω Δούκα για να υποστηρίξει τον τρόπο που δένει τη μυθοπλασία στα έργα της δίνοντας και το στίγμα της διάκρισης των χρήσεων της γλώσσας για τη συγγραφή ενός απλού και ενός λογοτεχνικού κειμένου.[8] Η λογοτεχνικότητα, λοιπόν, ορίζεται και υποστηρίζεται από τη γλώσσα; Να ένα ερώτημα για συζήτηση. Από την άλλη, ορμώμενη από τον όμορφο στίχο του Ανδρέα Εμπειρίκου «πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου», ακόμη κι αν ο ποιητής τον απηύθυνε σε συγκεκριμένη γυναίκα, μπορούμε να πούμε ότι οι λογοτέχνες μας χαρίζουν τις λέξεις τους για να απολαύσουμε το έργο τους· για να δημιουργήσουν όμως αυτό το έργο χρειάζονται να αφουγκράζονται τον παλμό του έξω από αυτούς κόσμου, να συνομιλούν με τον κόσμο, με την εποχή και την ιστορία του.

Διάβασα σε μια πρόσφατη ανάρτηση ενός ιστολογίου: «το βιβλίο στο πρωτότυπο είναι πολύ καλογραμμένο, με γλώσσα και ροή που σπάνια συναντάς στην επιστημονική φαντασία. Είναι κρίμα λοιπόν που τόσο το αδικεί η ελληνική εκδοχή του και στερεί τη λογοτεχνική απόλαυση». Η λογοτεχνική απόλαυση ή η απόλαυση του λογοτεχνικού κειμένου, λοιπόν, είναι μια έννοια απαραίτητη για τους αναγνώστες, με τη γλώσσα να παίζει τον καθοριστικό ρόλο στην αποδοχή καταρχάς του έργου ως αναγνώσματος, συχνά ανεξάρτητα και από την αποδοχή ή όχι του περιεχομένου του. Κι εδώ προκύπτει ένα ερώτημα αν αυτό μπορεί να συμβαίνει, αν δηλαδή μπορούν να διαφοροποιούνται στο λογοτεχνικό ανάγνωσμα η γλώσσα (ύφος κτλ.) από το περιεχόμενο.

Ως αναγνώστρια, έρχομαι σ’ επαφή, κατανοώ, θαυμάζω, απολαμβάνω, αντιδρώ για ένα έργο μέσα από τη γλώσσα στην οποία το διαβάζω. Αν πρόκειται για έργο στη μητρική γλώσσα, ισχύουν τα παραπάνω, γνωρίζομαι δηλαδή απευθείας και κατά κάποιο τρόπο επικοινωνώ με τον ή τη συγγραφέα που γράφει στη γλώσσα μου. Τι γίνεται όμως στα μεταφρασμένα; Σε αυτά, οπωσδήποτε βλέπω τη δομή, την πλοκή, την ιστορία του έργου· τη γλώσσα όμως; Εδώ, μεσολαβεί ο μεταφραστής ή η μεταφράστρια, και επομένως ο ρόλος της ίδιας της γλώσσας – γλώσσας-πηγής και γλώσσας-στόχου – είναι καθοριστικός ώστε να μπορεί να μεταφέρεται η αλήθεια του πρωτότυπου έργου, αλλά και η μαγεία του, η μαγεία που μπορεί να κρύβεται πίσω από λέξεις και πίσω από νοήματα.[9]

Σχετικό ζήτημα και ζητούμενο είναι η ποιότητα της μετάφρασης, πράγμα που σχετίζεται με την απόλαυση του ίδιου του κειμένου (μεταφράσματος), αλλά και με την πιστότητα, την ακρίβεια, την ορθότητα και άλλων χαρακτηριστικών του μεταφράσματος ως προς το πρωτότυπο (για τα οποία, βέβαια, δεν είμαι αρμόδια να μιλήσω όταν η μετάφραση αφορά λογοτεχνικό έργο). Εδώ όμως μπορεί συχνά να απαιτείται ειδική προσπάθεια από τους μεταφραστές, ώστε να αποδίδεται σωστά το έργο. Σε βιβλίο μεταφρασμένο από τα γερμανικά, υπάρχει αναφορά σε «ορυχείο εξόρυξης χάλυβα», πράγμα που είναι λάθος, αφού ο χάλυβας δεν εξορύσσεται σε ορυχείο, όπου εξορύσσονται τα μεταλλεύματα σιδήρου, αλλά είναι κράμα σιδήρου με άλλα μέταλλα και παράγεται στην υψικάμινο. Δεν ξέρω πώς είναι διατυπωμένο στην πρωτότυπη γλώσσα, αλλά προφανώς η μεταφράστρια δεν γνώριζε το θέμα (θα έλεγα ότι αν το λάθος ξεκινούσε από το πρωτότυπο και η μεταφράστρια γνώριζε πως ήταν λάθος, θα διόρθωνε το κείμενο, παραθέτοντας, ίσως, και μια υποσημείωση με τη σχετική πληροφορία).

Η Γερμανίδα συγγραφέας Χέρτα Μίλερ έχει πει ότι δυσκολεύεται να εμπιστευτεί τις μεταφράσεις γιατί σε κάθε γλώσσα υπάρχουν διαφορετικά μάτια πίσω από τις λέξεις. Η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύομαι να αποδεχτώ την άποψή της, γιατί αυτό θα στένευε πολύ τον κόσμο μου…

Ένα άλλο θέμα είναι η χρήση ξενόγλωσσων λέξεων ή φράσεων. Συχνά χρησιμοποιούνται μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο λέξεις ή φράσεις από άλλη γλώσσα χωρίς να μεταφράζονται. Ο συγγραφέας ή ο μεταφραστής θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο αναγνώστης μπορεί και να μην καταλαβαίνει στην άλλη γλώσσα, ακόμη και αν είναι η αγγλική, και επομένως μια υποσημείωση θα βοηθούσε στην ανάγνωση.

Άλλη περίπτωση είναι η χρήση ελληνοποιημένων ξενόγλωσσων τύπων μέσα στο κείμενο (πεζό ή ποίημα)· προκύπτει ένας προβληματισμός αν οι τύπο αυτοί συνιστώνται, αν γίνονται αποδεκτοί και αν συμβάλλουν ή όχι στην αισθητική του κειμένου. Δίνω, για παράδειγμα, το ποίημα Το ασανσέρ του ποιητή Γιώργη Μανουσάκη:

Η ποίηση είν’ ένα ασανσέρ.
Λίγους χωρεί.
Εκείνοι που είν’ απ’ έξω
Χτυπούν αδιάκοπα τις πόρτες
Πιέζουνε κουμπιά.
Οι μέσα αρνούνται
να σταματήσουν.
Φοβούνται μήπως
μια νέα είσοδος
σημάνει τη δική τους έξοδο,
απ’ τ’ ασανσέρ.

Βέβαια, ο ίδιος μιλά για τη χρήση της γλώσσας και καταγγέλλει την κακοποίησή της από τους «επαγγελματίες της γραφής» ή από «στόματα που οξειδώνουν τις άγιες λέξεις».[10] Έτσι στο ποίημα Λέξεις Ι (1969) λέει:

Βουλώστε με χώμα
τα στόματα που οξειδώνουνε 
τις άγιες λέξεις.
Τούτες τις λέξεις τις πίστεψα.
Μ’ αυτές εζύμωσα το ψωμί μου
ύφανα το χιτώνα μου
μ’ αυτές θεμέλιωσα την καλύβα μου
στην ακμή της αβύσσου.
Άν φέγγουν στο σκοτάδι
είναι γιατί πυραχτωθήκαν
απ΄ τους πόθους μου.
Γι’ αυτούς δεν είναι παρά μια μονάδα
γι’ αναίσχυντη κερδοσκοπία.

Ενώ στο Λέξεις ΙΙ (1977) λέει:

Οι λέξεις οι άγιες έχουν καταντήσει
Σα βότσαλα θαμπά και λεία
Από τη χρήση ανίδεων τσαρλατάνων.
Τις λες, τις γράφεις – μένουν αδρανείς
Δεν αντιδρούνε.
Πρέπει
να τις ανακαλέσεις απ’ το στόμα
γέρων παππούδων πεθαμένων
τραχιές, τσουγκράτες, όπως τις θυμάσαι,
να τους χαρίσεις αίμα απ’ την καρδιά σου
για να σπιθίσουν πάλι στ’ άγγιγμα 
σαν τσακμακόπετρες, να ιριδίσουν
καθώς θα τις διαπερνά το φως.

Και τελικά, τι είναι αυτό που αναζητώ διαβάζοντας λογοτεχνία; Αναζητώ την εύκολη αφήγηση, την εύκολη ροή της ιστορίας; Και πού είναι η γλώσσα και οι λέξεις; Τι αποζητώ από τη γλώσσα; Η Μάρω Δούκα, πάλι, όταν μιλά για τον Καραγάτση, «έναν μυθιστοριογράφο που έμελλε να θαυμάσω απεριόριστα χωρίς ποτέ να θελήσω να οικειοποιηθώ», λέει, περιγράφει τη γλώσσα του με τα παρακάτω λόγια: «προκλητικά έως και «πεζολογικά» περιγραφική η δημοτική του αφηγητή-συγγραφέα αλλά και πυκνή και λιτή, άλλοτε πάλι ψυχρή και άλλοτε σαν αδιάφορη, απογυμνωμένη από περίτεχνα καλολογικά στοιχεία, διεκπεραιωτική, ένας γραπτός λόγος στρωτός, λόγος χρονογραφήματος σε εφημερίδα, ενσωματωμένος χωρίς εξάρσεις και χωρίς φιλοδοξίες στην προφορική, καθημερινή ομιλία».[11]

Περίτεχνα καλολογικά στοιχεία θα βρούμε όμως στον Καζαντζάκη, ο οποίος σε όλα του τα έργα, αλλά και πολύ περισσότερο στους 33.333 στίχους της δικής του Οδύσσειας, χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερη έως και εξεζητημένη γλώσσα, πλήθος ιδιωματισμών, κυρίως από την κρητική διάλεκτο, αλλά και νέων λέξεων που ο ίδιος κατασκεύασε. Αυτός ο ιδιαίτερος πλούτος οδήγησε μάλιστα τον Παντελή Πρεβελάκη να συντάξει σχετικό γλωσσάρι, αλλά και να εκπονηθούν σχετικές μελέτες· εξάλλου, ο Νίκος Μαθιουδάκης αναφέρει ότι ο Καζαντζάκης «αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός διανοητή συγγραφέα που αναζητούσε συνεχώς την καταλληλότερη εκφραστικά και την πιο δυσεύρετη λέξη για να αποδώσει με ακρίβεια και σαφήνεια την ποιητική του ιδέα».[12]

Και λέει ο Καζαντζάκης στην Οδύσσεια:

Γοργοδρασκέλουν μαύρο φάραγγα κι αγριμοκυνηγούσαν 

……………………..

Θαμπώθηκαν στον ίσκιο οι δούλοι του, και φλογαντηλάρησαν [13]
τα καπνισμένα μεσοδόκαρα του πατρικού σπιτιού του.

……………………………….

Μα τότε, μπρούμυτα ως αρπάζουνταν ο Χάλικας στην πλώρα, 
ξεχώρισε μες στο αφροπέλαγο γαλάζο κορφοβούνι 
γυαλιστερό, στο θαλασσόφρυδο ν’ ανεβοκατεβαίνει.

Άλλο θέμα είναι η δυσκολία της γλώσσας του ποιητή ή του πεζογράφου.[14] Εδώ, μπορεί να οφείλεται στα γλωσσικά στοιχεία, ακόμη και στα καλολογικά που ήδη αναφέραμε, αλλά κυρίως στα ιδιωματικά στοιχεία ή τα στοιχεία ειδικής γλώσσας (ως προς το θεματικό πεδίο, που μπορεί να χρησιμοποιεί ο λογοτέχνης). Περίπτωση σύγχρονων έργων που χρησιμοποιούν ιδιωματική γλώσσα είναι π.χ. τα έργα του Σωτήρη Δημητρίου, ο οποίος χρησιμοποιεί το ηπειρωτικό ιδίωμα. Κι ενώ σε αυτές τις περιπτώσεις, ο συγγραφέας είναι συνήθως και γνώστης της ιδιωματικής γλώσσας που χρησιμοποιεί, μπορεί να μη συμβαίνει το ίδιο εάν καταπιάνονται με ένα ειδικό θέμα και χρησιμοποιούν ειδική γλώσσα· εκεί δυσκολία δεν υπάρχει μόνο για τους αναγνώστες, αλλά και για τους ίδιους τους συγγραφείς και τους μεταφραστές. Τέτοια έργα είναι, ενδεικτικά, π.χ. το Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη που είναι γεμάτο ναυτική ορολογία (όπως και του Καββαδία, φυσικά), τα έργα του Τεύκρου Μιχαηλίδη ως συγγραφέα και ως μεταφραστή (όντας μαθηματικός ό ίδιος)[15], έργα του Ίαν Μακ Γιούαν όπως «το Σάββατο» (όπου το έργο απαιτεί αναφορά σε ιατρικά θέματα) κ.ά. Συχνά τα έργα αυτά περιέχουν γλωσσάριο, όπως είναι το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου που γράφει μέρος των κειμένων στα αρβανίτικα, το «Δραπέτις» της Βικτωρίας Θεοδώρου, το «Σουέλ» της Καρυστιάνη, η «Ανθολογία» του Σικελιανού και αρκετά άλλα.[16]

Το ύφος στη λογοτεχνία είναι ένα θεωρητικό ζήτημα που απασχολεί τους μελετητές της γλώσσας, φιλόλογους και μεταφραστές.[17] Όμως, οι «απλοί» αναγνώστες πώς προσλαμβάνουμε το αποτέλεσμα και πώς το αποδεχόμαστε ή το αποβάλλουμε; Μπορούμε να παραθέσουμε μια σειρά παραγόντων και να προβληματιστούμε αν και σε ποιο βαθμό επηρεάζουν την πρόσληψη του λογοτεχνικού έργου στοιχεία όπως είναι η ηλικία, το φύλο, το επίπεδο (τυπικής) εκπαίδευσης (σκόπιμα δεν λέω μόρφωσης όπως συνηθίζεται), η κοινωνική κατάσταση (ή «θέση»;), η οικονομική κατάσταση («επιφάνεια»;), το βιοτικό επίπεδο, ο τόπος (καταγωγής ή και διαμονής;), η γλώσσα (εθνικής εμβέλειας ή ιδιωματική), ο πολιτικός ή/και ιδεολογικός προσανατολισμός, η ικανότητα αντίληψης και πρόσληψης (που πάλι εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων όπως οι προηγούμενοι), κ.ά. 

Άλλο θέμα είναι η μεταφορά εμπειριών. Πολύ όμορφα το θέτει η Πόλυ Χατζημανωλάκη όταν με αφορμή το βιβλίο “The living mountain” της Σκωτσέζας ποιήτριας Ναν Σέφερντ, γράφει ότι «η εμπειρία του βουνού οδηγεί τη γλώσσα σε άλλα όρια που συνδέονται με αυτά τα ξεχωριστά που νιώθουν οι ορειβάτες, αυτοί που μοχθούν, που τους καίει ο ήλιος το πρόσωπο, που βγάζουν φουσκάλες και αντέχουν τον πόνο, που τους κόβεται η αναπνοή…». Και παραπέμπει στους δικούς μας λογοτέχνες, στο Λιθοξόο του Μιχάλη Πρατικάκη με αναφορά στη Χρυσή ή Γαϊδουρονήσι νότια της Ιεράπετρας ή στην εμπειρία με τον αετό του Λουκά Κούσουλα στον Παρνασσό ή στις μακρές πεζοπορίες του Παπαδιαμάντη για την Πεποικιλμένη.[18] Και θυμάμαι μια προσωπική εμπειρία, το πολύωρο κατέβασμα στη Σκιάθο πριν από χρόνια, για να φτάσουμε, λέει, στο Χριστό στο Κάστρο…

Και βέβαια την ανάλυση αυτή την κάνω ζώντας σε κατάσταση ελευθερίας, ειρήνης και ασφάλειας. Τι γίνεται όμως σ’ ένα καταπιεστικό καθεστώς, τι γίνεται όταν η γλώσσα εμποδίζεται, χρησιμοποιείται, χειραγωγείται; Η Τόνι Μόρισον, στην ομιλία της κατά την απονομή του Νόμπελ το 1993, παρομοίασε τη γλώσσα μ’ ένα πουλί, το οποίο κρατούν στα χέρια τους οι άνθρωποι και το χειρίζονται με καλό ή με κακό τρόπο, θέλοντας έτσι να εκφράσει την έντονη ανησυχία της για τη χρήση και τον χειρισμό της γλώσσας, αυτής στην οποία ονειρεύεται, όπως είπε, και στην οποία γεννήθηκε. Η καταπιεστική γλώσσα, είπε, δεν παριστάνει τη βία, είναι βία, δεν παριστάνει τον περιορισμό της γλώσσας, είναι περιορισμός της γλώσσας. Ποιος δεν γνωρίζει, λέει, την απαγορευμένη λογοτεχνία γιατί βάζει ερωτήματα, τη δυσφημισμένη γιατί έχει κριτική ματιά, τη σβησμένη από τον χάρτη γιατί είναι εναλλακτική; Η εργασία με τις λέξεις, συνεχίζει, είναι μεγαλειώδης γιατί γεννά, παράγει.[19]

Ο ψυχαναλυτής και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λυών Κώστας Νασίκας ασχολείται με το θέμα στο βιβλίο του «Εξορίες γλώσσας»[20], αναφερόμενος στη μεταχείριση που γίνεται στη γλώσσα από το ναζιστικό καθεστώς, αλλά και στον τρόπο που αντιμετώπισαν τη γλώσσα οι ίδιοι οι λογοτέχνες στις συνθήκες αυτές. Ο συγγραφέας δίνει συγκλονιστικά στοιχεία τόσο για τη βαθμιαία στρατιωτικοποίηση της γλώσσας (εξελίσσεται, γράφει, σε φορέα τοξικών ουσιών), όσο και για την αντιμετώπιση της γλώσσας από τους λογοτέχνες, όπως οι Πάουλ Τσέλαν, Ίμρε Κέρτες, Πρίμο Λέβι, Νέλυ Ζακς, Χόρχε Σεμπρούν και άλλοι.

Για την εξόριστη γλώσσα είχε κάνει λόγο παλαιότερα η Ρωσίδα ποιήτρια Μαρίνα Τσβετάγεβα, ενώ και μια σύγχρονη ποιήτρια, η Σεσίλια Βικούνια, Χιλιανή με ιθαγενή προέλευση, λέει: «Ζώντας υπό ένα δικτατορικό καθεστώς, το πρώτο πράγμα που βλέπεις να εξαλείφεται είναι ο παιγνιώδης λόγος, η χαρά και η ελευθερία να πεις αυτό που όντως σκέφτεσαι». [21]

Δημοτική ή καθαρεύουσα; Δεν υπάρχει ζήτημα για τα σύγχρονα έργα, τι γίνεται όμως με τα έργα προηγούμενων περιόδων; Η αξία του έργου εξαρτάται από τη γλώσσα; Μπορώ και διαβάζω Ροϊδη και Παπαδιαμάντη, όμως είναι αλήθεια ότι διδάχτηκα τη γλώσσα τους στο σχολείο και έχω τη δυνατότητα κατανόησής τους (εν μέρει, έστω). Τι γίνεται με τους νέους σήμερα; Ως … παλιότερη, νομίζω ότι δεν ενθουσιάζομαι στην ιδέα να διαβάσω Παπαδιαμάντη από μετάφραση, νομίζω ότι θα χαθεί η μαγεία της ιδιαίτερης γλώσσας του, νομίζω ότι η αξία του έργου του οφείλεται και στην πλούσια γλώσσα, την ιδιαίτερη δική του παπαδιαμαντική γλώσσα. Έχουν κατατεθεί διάφορες απόψεις, θετικές ή αρνητικές. Ας αναφέρω μόνο τη συμβιβαστική άποψη του Σταύρου Ζουμπουλάκη που λέει ότι εάν χρησιμοποιείται η μετάφραση ενός έργου σαν του Παπαδιαμάντη, αυτή να συνυπάρχει με το πρωτότυπο κείμενο (σε απέναντι σελίδες), όπως δηλαδή γίνεται συχνά και στη μετάφραση, κυρίως της ποίησης, από γλώσσα σε γλώσσα. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και για άλλα, ακόμη παλαιότερα, έργα, συμπληρώνοντας και εδώ την ανάγκη χρήσης γλωσσαρίων, κάτι που όχι μόνο εξυπηρετεί στην ανάγνωση του συγκεκριμένου κειμένου, αλλά και συντελεί στην αποθησαύριση της γλώσσας μας και στην συγκριτική αποτύπωση/παράθεση των διαφορετικών λεκτικών τύπων.[22]

Όσο για το ίδιο το ερώτημα, δημοτική ή καθαρεύουσα, αν και φανατική της πρώτης, μου άρεσε η ξεκάθαρη τοποθέτηση του Μητσάκη: «Ἀλλ᾿ αἱ γλωσσοπλαστικαί αὗται ἀπόπειραι ἔχουν λόγο τινά ὅταν ἐπιτυγχάνουν τήν ταυτόχρονη δημιουργίαν ἀληθινῶν ποιημάτων. Καί ἐν τοιαύτη περιπτώσει ἔξω τό καπέλλο! Ἀλλ᾿ ἐνόσω μένουν -καί παρακαλῶ νά ἐκληφθῆ τοῦτο ἐν εἰλικρινεία γενικῶς καί ἄνευ τοῦ παραμικροτέρου ὡρισμένου ὑπαινιγμοῦ- μόνον ἁπλαῖ ἀπόπειραι, θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά μείνω μέ τό κεφάλι σκεπασμένο» [23]

Ένα τελευταίο θέμα πάνω στο οποίο θα μπορούσαμε να προβληματιστούμε είναι αν η γλώσσα (μπορεί και πρέπει να) διαμορφώνει κοινωνικές και ιδεολογικές καταστάσεις, αν η νοηματοδότηση των πραγμάτων μέσω της γλώσσας (μπορεί και πρέπει να) δημιουργεί και ορίζει/οριοθετεί καταστάσεις εξουσίας, ταυτότητας, διακρίσεων, αποκλεισμών, προσηλυτισμού, φανατισμού, κτλ. Στη βιβλιοθηκονομία, κατά την κατασκευή συστημάτων θεματικής οργάνωσης των πληροφοριών, όπου χρειάζεται να ορίσουμε τους καθιερωμένους/προτιμώμενους και τους μη προτιμώμενους όρους για μια έννοια, όπως και στην Ορολογία εξάλλου, χρησιμοποιούμε το παράδειγμα μαύρος, νέγρος, αφρικανός κτλ. Επίσης, θυμόμαστε τον θόρυβο που προκλήθηκε πριν από χρόνια με το λήμμα Βούλγαρος σε λεξικό της Νεοελληνικής. Στη λογοτεχνία, βέβαια, δεν μπορούν να αποκλειστούν όλοι αυτοί οι τύποι, κάθε άλλο μάλιστα, αφού κατεξοχήν στη λογοτεχνία αναδεικνύεται και ξεδιπλώνεται όλος ο πλούτος μιας γλώσσας. Όμως, θα ήταν ζητούμενο να φτάνει στον αναγνώστη ένα μήνυμα; Και τελικά, το λογοτεχνικό έργο χρειάζεται να δίνει μήνυμα; Ή μήπως, ακόμη και αυτή η αναφορά καταστρέφει το ίδιο το νόημα ύπαρξης της λογοτεχνίας; Μήπως τέτοιοι προβληματισμοί παραπέμπουν σε ανεπιθύμητες καταστάσεις (πολιτικής, πολιτισμικής και άλλη) ορθότητας;

Θα ήθελα να επιστρέψω, τελειώνοντας, στην ομιλία της Μόρισον, όταν τα παιδιά ζητούν από την ηλικιωμένη γυναίκα, που στο αλληγορικό παραμύθι που αφηγείται παριστάνει τη συγγραφέα και που στα παιδιά βλέπω τους αναγνώστες, όλους εμάς, να τους αφηγηθεί μια ιστορία. Φτιάξε μια ιστορία, της λένε, πες μας πώς ήταν για σένα ο κόσμος στα σκοτεινά του σημεία και στο φως, μην μας πεις σε τι να πιστέψουμε και τι να φοβηθούμε, μίλησέ μας στη γλώσσα σου για να μας πεις μόνο αυτό που η γλώσσα μπορεί να πει: πώς να δούμε χωρίς εικόνες· η γλώσσα από μόνη της μας προστατεύει από τον τρόμο των πραγμάτων χωρίς όνομα, η γλώσσα από μόνη της είναι στοχασμός. 

Τα άλλα, λοιπόν, μήπως … κόμποι και λόγων ευμορφία, που θα έκραζε και ο γέρο Κωστής Παλαμάς; 

–––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––

Σημειώσεις

[1] Στο Διαδίκτυο υπάρχουν τόσο το κείμενο στο πρωτότυπο (Βικιθήκη), καθώς και διάφορες αγγλικές μεταφράσεις, όπου κανείς μπορεί να δει τις διαφοροποιήσεις και τις διαφορετικές ματιές των μεταφραστών. Η λέξη «κόμπος» σημαίνει κομπασμός, αλαζονεία, έπαρση, αλλά και μεγαλαυχία, φλυαρία, έτσι το βρήκα να μεταφράζεται ως prating, boasts ή vaunts ή απλά fat words (παχιά λόγια). Για τη φράση αυτή, βρήκα τις παρακάτω μεταφράσεις στην αγγλική:

· «Little man, the wise regard wealth as the god to worship; all else is just prating and fine-sounding sentiments.» (σε έκδοση του David Kovacs,) http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0094%3Acard%3D316.

· «Wealth, manikin, is the god for the wise; all else is mere vaunting and fine words.» (μετάφραση από E. P. Coleridge). http://classics.mit.edu/Euripides/cyclops.html.

· «Ey, little man! Wise men believe in one god and one god only: Wealth! Everything else is just words; fat words, lovely words but that’s all.» (σε μετάφραση του Γιώργου Θεοδωρίδη, 2008). http://www.poetryintranslation.com/PITBR/Greek/Cyclops.htm.


[2] http://aristologos.net/index.php/2016/07/01/literary-criticism-euripides-cyclops/.

[3] Στην Ορολογία αναφερόμαστε κυρίως στην ειδική γλώσσα (γλώσσα για ειδικούς σκοπούς), η οποία ορίζεται ως «γλώσσα που χρησιμοποιείται σε ένα θεματικό πεδίο και χαρακτηρίζεται από τη χρήση είδιων γλωσσικών μέσων έκφρασης» (ΕΛΟΤ 561.1:2006). Αλλά και στα άλλα επιστημονικά πεδία, η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως όργανο (λόγου, ομιλίας), σύστημα (επικοινωνίας), τρόπος (έκφρασης), μέσο (συνεννόησης). Οπωσδήποτε, βέβαια, και με τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι φορέας εννοιών (αξιών κτλ.).

[4] Οδυσσέας Ελύτης, στην ομιλία του κατά την απονομή του Βραβείου Νόμπελ.

[5] Κώστας Πασβάντης, Μελαγχολία του ποιητή
(https://thepoetsiloved.wordpress.com/2017/06/07/kostas-pasvantis).

[6] Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων, μτφρ. Γ. Κεντρωτής (http://www.poiein.gr/archives/16918).

[7] https://katerinatoraki.blogspot.gr/2017/06/blog-post_24.html.

[8] http://www.hitandrun.gr/maro-douka-milai-gia-ela-na-poume-psemata/

[9] Για τη στη γλώσσα και πώς αυτή μεταφέρει, αν μεταφέρει, όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα της ποίησης όταν μεταφράζεται αναφέρεται ο Λορεντζάτος προλογίζοντας την Ανθολογία του Άγγελου Σικελιανού (Ίκαρος, 1998· είχα γράψει εδώ: https://katerinatoraki.blogspot.gr/2017/06/blog-post_19.html). Για τη μετάφραση της ποίησης υπάρχει μια διαρκής συζήτηση. Πρόσφατα δημοσιεύτηκε συνέντευξη του Ρωσοαμερικανού ποιητή Eugene Ostashevsky, όπου, όντας ο ίδιος δίγλωσσος, σημειώνει ότι διαφορετικές γλώσσες είναι διαφορετικοί κόσμοι και ότι, ακόμη και αν υπάρχουν π.χ. εύκολα λεκτικά ισοδύναμα, μπορεί να περιλαμβάνουν κάτι το πολιτισμικά πολύ ειδικό ώστε να αλλοιώνονται τα μεταφρασμένα στην άλλη γλώσσα μέρη. (Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ: https://www.psychologytoday.com/blog/life-bilingual/201710/is-poetry-translatable.)

[10] Μαρκομιχελάκη, Τ. Ο Γιώργης Μανουσάκης μιλά για την ποίηση, τους ποιητές και τη γλώσσα, Παλίμψηστον, φθινόπωρο 2011, τεύχος 27, σελ. 61-77.

[11] Δούκα, Μ. Ένας αντι-σχολικός συγγραφέας. Νέα Εστία, Δεκ. 2000, τόμ. 148, τεύχ. 1729 (αναδημοσίευση στο https://dimartblog.com/2014/06/23/).

[12] Μαθιουδάκης, Ν. Ποιητικοί νεολογισμοί στην ‘Οδύσσεια’ του Νίκου Καζαντζάκη: χιλιάδες αθησαύριστες λέξεις αναζητούν την ταυτότητά τους. Στο: Z. Gavriilidou, A. Efthymiou, E. Thomadaki & P. Kambakis-Vougiouklis (eds), 2012, Selected papers of the 10th ICGL, pp. 905-918. Komotini/Greece: Democritus University of Thrace. http://www.icgl.gr/files/greek/87-mathioudakis-905-918.pdf.

[13] Για το φλογαντηλάρησαν, ο Θεοχάρης Μαρινάκης γράφει: ρήμα σύνθετο, αντανακλώ, αντιφέγγω, χωρίς άλλες πληροφορίες («Με πυξίδα ένα γλωσσάρι: το Γλωσσάριο Παντελή Πρεβελάκη για την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη. Ραψωδίες Α-Κ.», https://elocus.lib.uoc.gr/dlib/e/0/a/attached-metadata-dlib-2004marinaki/2004marinaki.pdf), ενώ στο Γλωσσικό ιδίωμα της Δυτικής Κρήτης του Ξανθινάκη βρίσκω το αντηλιαρίζω: είμαι απέναντι στον ήλιο (όπως αντηλιά).

[14] Θα μπορούσα π.χ. να παραπέμψω στον στίχο του Άγγελου Σικελιανού «Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι», όπου η λέξη βλησίδι χρειάζεται ορισμό, όπως και γίνεται (βλ.και σημ.7).

[15] Για παράδειγμα, στο «Θεώρημα του παπαγάλου» του Ντενί Γκέτζ (Πόλις, 1999), ο Μιχαηλίδης παραπέμπει με υποσημείωση στη σημασία του μαθηματικού όρου rectifier στα γαλλικά και στην αντίστοιχη απόδοση στα ελληνικά (σελ. 448).

[16] Οι αναφορές σε έργα και συγγραφείς είναι ενδεικτικές. Θα είχε ενδιαφέρον η πληροφόρηση αν υπάρχει σχετική μελέτη για τη χρήση γλωσσαρίων στα λογοτεχνικά έργα. Στο 8ο Συνέδριο της ΕΛΕΤΟ ανακοινώθηκε εργασία με θέμα «Τα κρυμμένα γλωσσάρια» καλύπτοντας συνολικά το θέμα (Γιαννίμπας, Πούγγουρας, Καραγκούνη, http://www.eleto.gr/gr/papers.htm#8thPapers.)

[17] Δημητρούλια Τ. Για το ύφος. Στο: Βασιλειάδης, Β. & Δημοπούλου Κ. (επιμ.). Σελιδοδείκτες Για την ανάγνωση της λογοτεχνίας, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2015.

[18] Χατζημανωλάκη, Π. Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ. Στο: ιστολόγιο «Πινακίδες από κερί», 4 Ιουλ. 2017. http://waxtablets.blogspot.gr/2017/07/blog-post.html.

[19] https://www.nobelprize.org/nobel_prizes/literature/laureates/1993/morrison-lecture.html.

[20] Νασίκας, Κ. Εξορίες γλώσσας. Γαβριηλίδης, 2016. (μτφρ. από τα γαλλικά: Τ. Βεκιαρέλλη).

[21] Cecilia Vicuña, Language Is Migrant, Documenta 14, 2017.
http://www.documenta14.de/en/south/904_language_is_migrant (ελληνική μετάφραση από την Έλενα Σταγκουράκη στο Νέο Πλανόδιον, 12/6/2017. https://neoplanodion.gr/2017/06/12/).

[22] Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κρητική λογοτεχνία της Αναγέννησης· εξαιρετικά χρήσιμο το γλωσσάριο στα σατυρικά «Ποιήματα» του Στέφανου Σαχλίκη (ΜΙΕΤ, 2015).

[23] Ο Μητσάκης το έγραψε στην Εισαγωγή έργου του Κρυστάλλη, το αντέγραψα από σχετική ανάρτηση του Γιώργη Αράγη με τίτλο «Ο Καρυωτάκης και η γλώσσα του» στο ιστολόγιό του, 1 Νοεμβρίου 2015. (https://giorgosaragis.wordpress.com/2015/11/).


...........................................................................................................................................................

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί τη δική μου παρέμβαση στην ανοικτή συζήτηση με θέμα "Γλώσσα και ορολογία στη λογοτεχνία" που διοργανώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2017 στο πλαίσιο του 11ου Συνεδρίου της ΕΛΕΤΟ «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» (η παρουσίαση βρίσκεται εδώ). Στόχος της εκδήλωσης ήταν η συζήτηση πάνω στα γλωσσικά και ορολογικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι συγγραφείς και οι μεταφραστές όταν καταπιάνονται με αντικείμενα ειδικών θεματικών πεδίων. Σε προηγούμενη ανάρτηση είχα παρουσιάσει επιγραμματικά τις παρεμβάσεις των συνομιλητών φιλολόγων, συγγραφέων, μεταφραστών, ενώ τα πλήρη κείμενα έχουν αναρτηθεί στον ιστότοπο της ΕΛΕΤΟ.