Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Ναι στην Ελλάδα. Ναι στην Ευρώπη. Ναι στο ΟΧΙ


Ο Θανάσης στη Χώρα της σφαλιάρας. Έλεγε πάντα ΟΧΙ!


Αστείο μου φαίνεται να κομπάζουν κάποιοι πως είναι πιο Ευρωπαίοι από τους άλλους. Έφτασε μάλιστα ένας πρώην υπουργός να ουρλιάζει στην τηλεόραση: "Εγώ θέλω να μείνω Ευρωπαίος. Δεν θέλω να είμαι Βαλκάνιος!" Μα άνθρωπέ μου, είμαστε όλοι Βαλκάνιοι και όλοι Ευρωπαίοι, πώς να το κάνουμε; Θα μπορούσες να πείς "Δε θέλω να είμαι Ασιάτης!". Κι εκεί θυμήθηκα το μύθο για την αρπαγή της Ευρώπης από το Δία, της Ευρώπης που καταγόταν από τη Φοινίκη. Διαβάζω:

Η Ευρώπη ήταν αδελφή του Κάδμου, ιδρυτή της Θήβας και κόρη του Αγήνορα και της Τηλεφάσσας, ηγεμόνων της Φοινίκης.
Όταν μεγάλωσε, μια μέρα πήγε στα λιβάδια, για να παίξει με τις φίλες της και να μαζέψει λουλούδια. Εκεί συνάντησε τον θεό Δία. Εκείνον αμέσως τον χτύπησε ο Έρωτας και για να την πλησιάσει μεταμορφώθηκε σε ήρεμο, εύσωμο και δυνατό ταύρο και πήγε δίπλα της κάνοντας δήθεν ότι βόσκει, σκεπτόμενος με τι τρόπο θα την κατακτούσε. Εκείνη τότε πλησίασε τον ταύρο - Δία και άρχισε να τον χαϊδεύει γοητευμένη από την ωραία κορμοστασιά του και τη μυϊκή του δύναμη. Σε λίγο δε δίστασε και να τον ιππεύσει. Τότε αυτός άρχισε να τρέχει με αστραπιαία ταχύτητα. Η Ευρώπη έκλαιγε, μα δεν μπορούσε να πηδήσει, γιατί φοβόταν μη σκοτωθεί. 
Ο μεταμορφωμένος σε ταύρο θεός διέσχισε τη θάλασσα συνοδευόμενος από Τρίτωνες και Νηρηίδες και έφτασε στην Κρήτη. Όταν αποβιβάστηκε στο νησί, ο ταύρος δεν φαινόταν πια, αλλά ο Δίας πήρε από το χέρι την Ευρώπη και την οδήγησε στο Δικταίον άντρο. Καρπός των ερωτικών ενώσεων του Δία και της Ευρώπης στην Κρήτη ήταν ο Μίνωας, ο Ραδάμανθυς και ο Σαρπηδόνας. 
Αργότερα, όταν ο Δίας εγκατέλειψε την Ευρώπη και πήγε στον Όλυμπο, η Ευρώπη πήρε για δεύτερο σύζυγό της το βασιλιά της Κρήτης Αστερίωνα, που υιοθέτησε και τα παιδιά που είχε αποκτήσει αυτή από το Δία. Μετά το θάνατο του βασιλιά Αστέριου, το θρόνο της Κρήτης πήρε ο μεγαλύτερος από τους θετούς γιους του, ο Μίνωας, ο οποίος έγινε ο πρώτος Έλληνας θαλασσοκράτορας και νομοθέτης...

Η αρπαγή της Ευρώπης, έργο του Fernando Botero που κοσμεί
την είσοδο της Τράπεζας Πειραιώς στην οδό Αμερικής
Μήπως να νιώσω μια κάποια περηφάνεια - ως Κρητικιά - σαν να είμαι απευθείας απόγονος του ανθρωπιστή και σπουδαίου νομοθέτη  Μίνωα και του δίκαιου και σοφού Ραδάμανθυ, άρα και της Ευρώπης που τους γέννησε!

Η αρπαγή της Ευρώπης, έργο των Νίκου και Παντελή Σωτηριάδη  που κοσμεί 
την είσοδο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο

Θυμάμαι πάλι δυο βιβλία που μου άρεσαν τόσο πολύ. Το ένα είναι το "Γεφύρι του Δρίνου" του Ίβο Άντριτς, Ευρώπη, Βαλκάνια, και η Ελλάδα μέσα. Το άλλο είναι ο "Δούναβης" του Κλαούντιο Μάγκρις, Ευρώπη, Κεντρική Ευρώπη, Βαλκάνια, και η Ελλάδα μέσα.

Και τώρα ξεφυλλίζω το "Κέλτες και Έλληνες" του Peter Berresford Ellis, Ευρώπη, Νοτιοανατολική Ευρώπη, Ασία, Ασιατική Γαλατία, Ευρωπαϊκή Γαλατία, Ουαλλία, Ιρλανδία, και η Ελλάδα μέσα.

Αγόρασα σήμερα ένα βιβλίο από τον τίτλο του: "Λόγος περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου", του Pico della Mirandola. Γράφτηκε τον 15ο αιώνα, μέσα στην ιταλική Αναγέννηση. Διαβάζω λίγο από την αρχή:

"Διάβασα, εντιμότατοι πατέρες, στα αρχαία βιβλία των Αράβων ότι ο Σαρακηνός Αμπνταλλάχ, όταν τον ρώτησαν τί τουφαινόταν πιο αξιοθαύμαστο σε τούτη τη μεγάλη οιονεί θεατρική σκηνή του κόσμου, απάντησε ότι δεν μπορείς να δεις τίποτε πιο θαυμαστό από τον άνθρωπο. Τη γνώμη του την επιβεβαιώνει ο Ερμής Τρισμέγιστος με εκείνο το: Ω Ασκληπιέ, είναι μεγάλο θαύμα ο άνθρωπος..."

Και από το τέλος διαβάζω:

"... Θέλησα να τα πω αυτά για να γίνει γνωστό πόσο κόπο κατέβαλα, ποιες δυσκολίες συνάντησα στην προσπάθεια να ελευθερώσω τα νοήματα αυτής της μυστικής φιλοσοφίας από το κουβάρι των γρίφων και τις κρυψώνες των μύθων, και όλα αυτά χωρίς να έχω βοήθεια από τις εργασίες και την προσπάθεια άλλων ερμηνευτών σ' αυτό το τόσο σοβαρό, τόσο σκοτεινό και ανεξερεύνητο ζήτημα. Και όμως, σαν σκύλοι με γάβγισαν λέγοντας ότι το μόνο που έκανα είναι να συγκεντρώσω έναν μεγάλο αριθμό από πομφόλυγες και φληναφήματα για να εντυπωσιάσω, σαν να μην επρόκειτο για ζητήματα εξαιρετικά αμφίσημα και επίμαχα, για τα οποία ξιφουλκούν οι κυριότερες ακαδημίες, και σαν να μην είχα φέρει επιχειρήματα εντελώς άγνωστα και απρόσιτα σ΄αυτούς που συκοφαντούν εμένα, αλλά θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι οι ύπατοι των φιλοσόφων...
...
Για να σας γίνουν όλα αυτά σαφή μέσα από τα ίδια τα πράγματα, εντιμότατοι Πατέρες, κι επειδή δεν θέλω η ομιλία μου να καθυστερεί και άλλο το αντικείμενο του πόθου σας (γιατί σας βλέπω που ήδη ακονίζετε τα μαχαίρια σας με ηδονή, έτοιμοι για τη μάχη), ας ευχηθούμε να 'χουμε ευτυχή και γόνιμη έκβαση και, σαν να ηχούσε η σάλπιγγα, ας πάρουμε τα όπλα."




Όπως τους βλέπω ν΄ακονίζουν τα μαχαίρια και τα τσεκούρια, κι όσο δεν ακούω μια φορά να πούνε γι' αυτούς που μας εκβιάζουν εκδικητικά, λέω και πάλι λέω

Ναι στην Ελλάδα. Ναι στην Ευρώπη.

Ναι στο ΟΧΙ

Δύσκολες μέρες για την Ελλάδα και τους ανθρώπους της, εμάς όλους. Αλλά και άσχημες προοπτικές για την Ευρώπη. Κακές στιγμές... Κρίμα.

Καημένε Θου Βου, έτρωγες σφαλιάρες κι έλεγες ΌΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ...

Ναι στο ΟΧΙ λοιπόν...


Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Αλήθειες που είναι σαν ψέματα: Έλα να πούμε ψέματα, της Μάρως Δούκα





Στο «Ελα να πούμε ψέματα» (Πατάκης, 2014), το τρίτο βιβλίο της τριλογίας της για την Κρήτη και ειδικά για τα Χανιά στον 20ο αιώνα και στην αυγή του 21ου, η Μάρω Δούκα συνομιλεί και πάλι με την Ιστορία, όπως η ίδια συνηθίζει να λέει. Με το πρώτο βιβλίο («Αθώοι και φταίχτες»), μας έφερε πιο κοντά στο Κρητικό ζήτημα και στο πρόβλημα των Τουρκοκρητικών, αλλά και μας γνώρισε τα Χανιά στις αρχές του 20ου αιώνα, με ιστορίες και εικόνες ζηλευτές. Περπατήσαμε στους δρόμους της πόλης, ανηφορίσαμε από του Μπόλαρη προς τη Χαλέπα και προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τα σημεία που περιγράφει. Με το δεύτερο βιβλίο («Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ»), μας αποκάλυψε αυτό που δεν γνωρίζαμε ή είχαμε ξεχάσει ή μας το είχαν αποκρύψει, ότι η κατοχή στη Δυτική Κρήτη (όπως και στη Μήλο, ας μην το ξεχνάμε) κράτησε πολύ περισσότερο σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα και ότι οι Γερμανοί στα Χανιά έμειναν αρκετούς μήνες παραπάνω, με τις ευλογίες τόσο των Άγγλων συμμάχων μας, όσο και των ντόπιων φίλων τους («Επαέ θα το κάνομε Ρέθεμνος», διαλαλούσε ο Γύπαρης!), με αναφορές σε συγκεκριμένες πηγές και ανασκαλεύοντας αρχεία (και κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης).

Στο τρίτο βιβλίο ασχολείται με τον εμφύλιο στην Κρήτη, θέλοντας να διαλύσει το μύθο ότι δεν υπήρξε εμφύλιος στο νησί, που όμως υπήρξε. Και πάλι, ανατρέχοντας στα αρχεία, ξεφυλλίζοντας εφημερίδες, χρησιμοποιώντας πηγές από βιβλία πρωταγωνιστών της εποχής αυτής (Μανούσακας, Κοκοβλήδες, Λιονάκης, Ηλιάκης, Τζομπανάκης και Μπλαζάκης), συνομίλησε με την ιστορία και έφτιαξε ένα μυθιστόρημα, που για μένα είναι ένα από τα καλύτερα που έχω διαβάσει.

Αυτό που με κάνει να το θεωρώ πολύ καλό, δεν είναι (μόνο) το ίδιο το περιεχόμενο, που στο κάτω κάτω για τη συγκεκριμένη περίοδο στην πατρίδα μας έχουν γραφτεί αρκετά (όχι βέβαια για την Κρήτη) και η εποχή έτσι κι αλλιώς μας δημιουργεί αισθήματα τουλάχιστον θλίψης (εμφύλιος πόλεμος, εμφύλιος σπαραγμός, μετεμφυλιακή Ελλάδα, σημερινή Ελλάδα, πολλή θλίψη, συχνά ματαιότητα, και πάλι ελπίδα και προσμονή...). Όμως, αυτό το μυθιστόρημα έχει σφιχτή, στιβαρή γραφή κι έχει ιδιαίτερο στυλ γραφής, έχει έναν τρόπο να μη θέλεις να σταματήσεις την ανάγνωση κι ας είναι περασμένη ώρα και να μη θέλεις να τελειώνει το βιβλίο, να μην τελειώνουν οι ιστορίες, να θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω με την Ελεονώρα, με την Αναστασία, με τον αντάρτη το Μανώλη, με την Αριστέα, με τον Μπακούνιν... Ναι, με τον Μπακούνιν, «παίζει» και ο Μπακούνιν στα «ψέματα».

Αλλά, ας ξεκινήσουμε από την αρχή, από τον τίτλο. Πώς γίνεται, λέει ένας ήρωας της Δούκα, «μετά από τόσες διώξεις και κατατρεγμούς να επιμένεις, πώς γίνεται να χώνεσαι στα παραμύθια, έλα να πούμε ψέματα, γράφει και ξαναγράφει...». Γι' αυτό κι εκείνη δανείστηκε τον τίτλο από ένα πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι, για να πει αλήθειες που είναι σαν ψέματα...

Έλα να πούμε ψέματα
ένα σακί γιομάτο,
φόρτωσα έναν μπόντικα
σαράντα κολοκύθια
κι απάνω στα καπούλια του
ένα σακί ρεβύθια.

Είναι ένα μυθιστόρημα που πλέκεται μέσα από πολλές διαφορετικές ιστορίες, εγκιβωτισμένες όπως τις αποκαλεί η ίδια, μέσα από τις ταυτόχρονες ιστορίες διαφορετικών προσώπων, που άλλα είναι καινούρια και άλλα έρχονται από τα παλιά. Είναι ήρωες από τα προηγούμενα βιβλία της τριλογίας. Ένιωθε γι’ αυτούς ειδικά, όπως είπε η ίδια η συγγραφέας στο Αετοπούλειο Χαλανδρίου πρόσφατα, ότι τους χρώσταγε μια συνέχεια, ότι χρώσταγε να συμπληρώσει το κενό για την τύχη τους, λες και ήταν υπαρκτά πρόσωπα. (Μα μήπως και δεν είναι, κατά μία έννοια;)

Είναι οι ιστορίες της Ελεονώρας και του Πανάρη, των δίδυμων παιδιών του Κριαρά, που έρχονται από το πρώτο κι όλας βιβλίο και οι ιστορίες του Ιδομενέα και της Αναστασίας. Και μέσα από αυτούς, οι ιστορίες του νεαρού αντάρτη του Δημοκρατικού στρατού στον εμφύλιο στα Χανιά Μανώλη Αποστολάκη πατέρα του Ιδομενέα και συζύγου της Αναστασίας, η ιστορία του Δαμιανού και της Αριστέας από διήγημα που βρίσκει η Ελεονώρα στα σημειώματα της μάνας της (βασικής ηρωίδας του πρώτου βιβλίου) και η ιστορία του Μπακούνιν που διηγείται ο Πανάρης ανατρέχοντας στις μνήμες από τα δικά του νιάτα.

Πώς μπλέκουν αλήθεια όλες αυτές οι ιστορίες; Οι ιστορίες των σημερινών ανθρώπων με τα προβλήματα μέσα στην κρίση, και οι ιστορίες των ανθρώπων στον εμφύλιο με τις ιστορίες από την περιπλανήσεις του Μπακούνιν στην Ευρώπη πριν από 100 ακριβώς χρόνια (1848-1948);

Κι όμως τις συνδέει, βάζοντας τους νέους ήρωες να σκέφτονται

«για τα κολοβωμένα οράματα του σήμερα και για τα αλώβητα οράματα του τότε»

ή αλλού να εξοργίζονται

«...και ποιος σας είπε ρε μαλάκες ότι δεν ανήκει και σε μένα η ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά, ποιος σας είπε ότι δεν δικαιούμαι να είμαι και να αισθάνομαι κι εγώ Ευρωπαίος;»

Οι ιστορίες μπλέκουν και συναντώνται είτε μέσα από τη συγγενική σχέση που δίνει στους ήρωες η συγγραφέας ή μέσα από την αντιστοίχιση των καταστάσεων – η Ευρώπη, ένα καμίνι που βράζει στα μέσα του 19ου αιώνα, πασχίζει να βρεί το βηματισμό της, να αρθρώσει το λόγο της, κάνει τις επαναστάσεις της, και η Ελλάδα, εκατό χρόνια μετά, τι έκανε, τί έψαχνε; Αυτό το ερώτημα βγαίνει στον αναγνώστη, σε μένα τουλάχιστον γεννιούνται τόσα ερωτήματα διαβάζοντας τις σκέψεις και τις πράξεις των ηρώων της εποχής εκείνης.

Η Βαγγελιώ Κλάδου, η αγωνίστρια δασκάλα από τ' Ανώγεια, από τις ηρωίδες σε μια από τις ιστορίες του βιβλίου. Την σκότωσαν στις 6 Δεκεμβρίου 1949 και την κρέμασαν στη γέφυρα του Κλαδισού! Ήταν 30 χρονών. Και δεν ήταν ψέματα!
Πολλά τα σημεία στα οποία θα μπορούσαμε να σταθώ.

Η πλοκή, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, είναι σύνθετη, με πολλά στοιχεία, πολλά πρόσωπα, πολλές λεπτομέρειες. Η συγγραφέας έχει ανατρέξει σε αρχεία, στον τύπο της εποχής, στην ευρωπαϊκή ιστορία των κινημάτων του 19ου αιώνα. Χρησιμοποιεί πολλά πραγματικά πρόσωπα πλάι σε επινοημένα και μας μεταφέρει το κλίμα της κάθε εποχής που αφηγείται με αλήθεια, με σεβασμό και με ειλικρίνεια. Και με άποψη. Και με θάρρος για την άποψή της. Διαβάζουμε πολλά γνωστά ονόματα, Μανούσακας, Τσιτήλος, Βλαντάς, Χατζηγρηγόρης, Κλάδου κτλ. κτλ. Δείχνει σαν να θέλει ν’ αποκαλύψει αυτά που η Αριστερά δεν θέλησε. Και γιατί όχι, δεν θάπρεπε;

Η γραφή ιδιαίτερη, σφιχτή, μεγάλες περίοδοι, δεν θα τις έλεγα απλές προτάσεις, λες και φτάνει κάθε κομμάτι μέχρι το λαχάνιασμα, για να μην αφήνει τον αναγνώστη σε ησυχία, να μην τον αφήνει να διαβάζει στο δικό του ρυθμό τις ιστορίες. Σε παρασύρει η συγγραφέας στο στυλ ανάγνωσης που θέλει, μάλλον σου υποβάλλει στυλ ανάγνωσης, δεν μπορείς να σταματάς στη μέση το κομμάτι της ιστορίας που κάθε φορά αφηγείται. Άκουσα να παρομοιάζουν τη γραφή της σε αυτό το βιβλίο με το στυλ του Μάρκες. Εμένα πάλι, αυτή η τριλογία μ’ έφερε στην τριλογία του Μπροχ, στους Υπνοβάτες του. Μα μήπως και η Δούκα για υπνοβάτες δεν κάνει λόγο; Μήπως ο Φούμης και ο Κριαράς και ο Στέφανος Σκαράκης και ο Μανούσακας και ο Τσιτήλος και ο Χατζηγρηγόρης και ο Μανώλης και τόσοι άλλοι που περνούν από τις αράδες των βιβλίων, πραγματικοί ή επινοημένοι χαρακτήρες, δεν ήταν υπνοβάτες στο μύθο της Κρήτης του 20ου αιώνα;  

Ο Γιάννης Μανούσακας (1907-1995) (Πηγή φωτογραφίας εδώ: http://topaliorethemnos.blogspot.gr/2011/05/blog-post_23.html)
Από τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου στην ιστορία για τον εμφύλιο στην Κρήτη, ήταν και ο Γιάννης Μανούσακας(1907-1995), εμβληματική φιγούρα, καπετάνιος του Δημοκρατικού Στρατού. Στο «Φυγόδικο», που ξεκίνησα να διαβάζω με αφορμή το βιβλίο της Μάρως Δούκα, περιγράφει τη ζωή του μετά την ήττα στη Σαμαριά και μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του ’67. 


Και σε αυτό το βιβλίο δε λείπουν οι ομορφιές της Κρήτης, η μυρωδιά της μαλωτήρας και η γλύκα της δεσπολιάς


Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Πεδία μάχης αφύλακτα, του Άρη Μαραγκόπουλου




Είχα εδώ και μήνες την εκκρεμότητα να γράψω κάτι για το τελευταίο βιβλίο του Άρη Μαραγκόπουλου "Πεδία μάχης αφύλακτα" (Τόπος, 2014), το οποίο, όταν το διάβασα, πριν ένα χρόνο μόλις κυκλοφόρησε, μου είχε αφήσει μια πολύ καλή εντύπωση, μια εντύπωση ότι είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί. Μερικές φορές, ο συγγραφέας γίνεται σκληρός, γίνεται αυστηρός, δείχνει να βλέπει μόνο αρνητικές πλευρές στα πράγματα που συζητά, έτσι ώστε να θέλεις να του πεις «ε όχι και τόσο πια». Κι όμως, στην καμιά φορά υπερβολή του στις διαπιστώσεις που κάνει, καταθέτει αλήθειες που ... μπορεί να μας καίνε, αλλά είναι αλήθειες. Και είναι αλήθειες που τις είχε καταθέσει πριν από 10 και 15 χρόνια! Και το πολύ σημαντικό είναι ότι δείχνει έναν άνθρωπο που έχει μελετήσει βαθειά αυτά που συζητά, οπωσδήποτε έναν αναγνώστη που διαβάζει και παρακολουθεί τι γίνεται στον κόσμο (φυσικά, ο Α.Μ. δεν είναι μόνο ένας απλός αναγνώστης, είναι γνωστές οι διαδρομές και οι παρεμβάσεις του στα εκδοτικά, συγγραφικά και κοινωνικά πράγματα, τονίζω όμως και την ιδιότητα του αναγνώστη, γιατί δίνω ιδιαίτερη σημασία όταν κάποιος θέλει να παρεμβαίνει δημόσια).

Το βιβλίο του είναι ένα εγχειρίδιο σπουδών επικοινωνίας και πολιτισμού, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη βιβλιογραφική καταγραφή. Δεν είμαι ειδικός στα δύο αυτά πεδία, έχω όμως γνώση γύρω από τα ζητήματα πληροφορίας και βιβλιοθηκών που άπτονται σε κάποια σημεία αυτών των πεδίων και που αναφέρονται και στο βιβλίο του Μαραγκόπουλου.

Αλλά τι είναι αυτό το βιβλίο; Όπως λέει στον υπότιτλο, είναι «θέσεις για την κουλτούρα και τον πολιτισμό». Χωρίζεται σε τρία μέρη με τους παρακάτω τίτλους, που είναι ενδιεκτικοί του περιεχομένου τους :1) 1998-2014: Χρονικό μιας εν προόδω παρακμής 2) Το μέλλον, τώρα 3) Οι διανοούμενοι ως μικρή χώρα.

Τώρα που διαβάζουμε ή ξαναδιαβάζουμε αυτά τα κείμενα, με την απόσταση του χρόνου και με τις συνθήκες τις οποίες βιώνουμε, μπορούμε να ερμηνεύουμε καλύτερα συμπεριφορές και πολιτικές που αναδείχτηκαν και μας οδήγησαν στη σημερινή «βάρβαρη εποχή» όπως την ονομάζει ο ίδιος, αλλά νομίζω και να οδηγηθούμε σε έναν αναστοχασμό και μια αυτογνωσία ο καθένας μας για τη στάση μας στα πράγματα.

Το 1998 έγραφε για τον «εθισμό στον φόβο», που γεννήθηκε στην περίοδο της Κατοχής, οξύνθηκε στον εμφύλιο και διογκώθηκε στη δεκαετία του ’50, που επιμαρτυρεί την υποβάθμιση της συλλογικής (εθνικής) παιδείας και που πλέον η μηχανή του φόβου «έχει αλώσει ολοκληρωτικά συνειδήσεις και κατευθύνει συλλογικές συμπεριφορές». Κι έτσι, λέει, δημιουργείται η «φοβισμένη χώρα»,  που αποστρέφεται «κάθε διαφορετική γνώση που μπορεί να διευρύνει την ελευθερία της». Σαν παραδείγματα φέρνει π.χ. τη λογοτεχνία και τους ξένους πρόσφυγες.

Ο εθισμός είναι έννοια που τη χρησιμοποιεί συχνά, εθιζόμαστε, γράφει, «πιο πολύ στο γυαλιστερό εφήμερο, κάθε ημέρα γινόμαστε οι ίδιοι πιο εφήμεροι». Ενώ πιο πρόσφατα (το 2008) έγραφε ότι, όντας πνιγμένοι στο ρεπορτάζ και στη δημοσιογραφική αληθοφάνεια, χάνουμε από τα μάτια μας την Επιθυμία. «Την Επιθυμία για την Ουτοπία ενός άλλου κόσμου. Την επιθυμία γενικώς. Συνηθίζει κανείς στην ασχήμια ίοπως συνηθίζει στην οικολογική καταστροφή, όπως συνηθίζει στην πολιτική διαφθορά, όπως ένα κουρασμένο ζευγάρι συνηθίζειο να απέχει από τον έρωτα...». (Μου θυμίζει εδώ ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο ενός αμερικάνου δημοσιογράφου που έγραφε ότι χρησιμοποιώντας πια τα παιδιά το Ίντερνετ για τις σχολικές τους εργασίες αντί να χρησιμοποιούν τις έντυπες εγκυκλοπαίδειες, βρίσκουν τα πάντα και γρήγορα, δεν μένει τίποτα που δεν μπορούν να βρουν άμεσα και μένει μόνο ως έλλειμμα η περιέργεια και η επιθυμία να ψάξουν κι άλλο, κάποια άλλη φορά, κάπου αλλού.).

Αν και «μια φρικτά φοβισμένη κοινωνία, μια εν τέλει αδύναμη να αντισταθεί σε οτιδήποτε κοινωνία» ίσως σε ένα βαθμό να μην ισχύει τώρα, όμως, ίσως θα έπρεπε νωρίτερα να έχουμε δεί αυτό που έγραφε στην Αυγή το 1999: «Ας γίνουμε όλοι καθηγητές του μέλλοντός μας!». Για να μην ισχύει αυτό που λίγο μετά έγραφε: «Συναινώ, άρα υπάρχω»!!!

Είναι ενδιαφέρουσα η διαπίστωση για το περιττό και το άχρηστο που ο κόσμος της παγκοσμιοποίησης θέλει να προσδώσει στον άνθρωπο σήμερα, που θέλει να τον κάνει έναν άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, χωρίς δημιουργικό στοχασμό («όταν ξεπερνάει τα όρια της αναγκαίας τεχνογνωσίας για τη διαχείριση των πληροφοριών»), όπου είναι περιττός ο ελεύθερος χρόνος (συμπληρώνω εγώ: πάρτε τη λειτουργία των καταστημάτων και τις Κυριακές, πάρτε τα ωράρια στις μεγάλες εταιρείες, πάρτε τη φιλολογία για τους άχρηστους υπαλλήλους), είναι περιττός ο έρωτας («όταν δεν αναπαράγει την εικόνα του ζευγαριού των διαφημίσεων»), όπου χάνεται ο ορίζοντας των δικαιωμάτων και των ελάχιστων αναγκών (δείτε τι γίνεται αυτό τον καιρό με τις απαιτήσεις των «δανειστών» μας) κτλ. (να παραπέμψω με την ευκαιρία στον «άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ, αλλά και στο «η χρησιμότητα τουάχρηστου» του Nuccio Ordine που κυκλοφόρησε το 2013 στα ελληνικά και έχει ενδιαφέρον).


Ο Angelos Novus του Paul Klee συμβόλιζε για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν τον Άγγελο της Ιστορίας του Μεσοπολέμου, για τον Άρη Μαραγκόπουλο συμβολίζει το ίδιο παραστατικά και την ψηφιακή εποχή
Κάνει συχνά λόγο για την τηλεόραση και τα άλλα μέσα επικοινωνίας και για το ρόλο τους στη διαμόρφωση χαρακτήρων,  συμπεριφορών, στάσεων ζωής και αξιών. Και για την πολιτιστική πολιτική που χρειάζεται ως αντίβαρο στο μεγαλαδελφισμό και στον ωχαδερφισμό. Και για την κυρίαρχη ελληνική κουλτούρα που χαρακτηρίζεται από τον παρεμβατικό ρόλο της Εκκλησίας, τις πελατειακές σχέσεις στην πολιτική, την υποκατάσταση της αξιοκρατίας με κριτήρια μικροπολιτικά, τις εθνικιστικές εξάρσεις, τον ελληνοκεντρισμό ως αξιακό κριτήριο, τις μικροαστικές συμπεριφορές στην καθημερινότητα, τον αριστερό λαϊκισμό κτλ. κτλ. Και για τη λογοτεχνία και την οικονομική δυναμική  της παραλογοτεχνίας. Μια παρατήρηση που έχω να κάνω εδώ είναι ότι, αν και συμφωνώ με τη γενική διαπίστωση, διαφωνώ με τις κρίσεις του συγγραφέα για τις αναγνώστριες αυτών των «ευπώλητων» βιβλίων και νομίζω ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο, ζήτημα παιδείας, κουλτούρας και πολιτισμού που εξάλλου ο ίδιος πολύ καλά αναλύει. (Με την ευκαιρία, πάντως, ενδιαφέρον δοκίμιο για το φαινόμενο της παραλογοτεχνίας είναι το βιβλίο της Εύας Στάμου «Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας» (Gutenberg, 2014).

Και για την Εθνική Βιβλιοθήκη γράφει και για τις βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και για την ανάγκη δημιουργίας δικτύου δανειστικών βιβλιοθηκών. Θα είχα να σημειώσω ότι υπάρχουν βέβαια κάποιες εξελίξεις σήμερα κι επίσης θα έλεγα ότι ακόμη προέχει η καλλιέργεια της χρήσης των βιβλιοθηκών, γιατί υπάρχουν βιβλιοθήκες στη χώρα μας, παρά τα όποια προβλήματα, και δεν είναι αυτονόητη η χρήση τους. Εξάλλου και ο ίδιος κάνει λόγο για πολιτισμική βαρβαρότητα όταν τα περισσότερα σχολεία στερούνται ζωντανές βιβλιοθήκες ώστε τα παιδιά να εξοικειώνονται με το εξωσχολικό βιβλίο (εδώ βέβαια είναι καθοριστικός ο ρόλος των εκπαιδευτικών) και όταν οι δήμοι διαθέτουν τα κονδύλια για βιβλιοθήκες σε άλλα έργα ή εκδηλώσεις (θέλω να πιστεύω ότι δεν γίνεται πάντα έτσι, όσο για τις εκδηλώσεις, πραγματικά είναι υπό συζήτηση αυτός ο υπερκαταναλωτισμός εξωστρέφειας σε σχέση με την ίδια τη βιβλιοθήκη και το ρόλο της, χωρίς βέβαια να είμαι ενάντια σ’ αυτές).

Γράφει για το διανοούμενο, που ρόλος του είναι «να αντισταθεί στο ακατάσχετο ρεύμα χρηματισμού της ανθρώπινης ζωής, να διασώσει τη Μνήμη, να υπερασπιστεί την παγκόσμια πατρίδα των ανθρωπιστικών ιδεών, να χτυπήσει το ρατσισμό, το φασισμό, τον ιμπεριαλισμό... να δικεδικήσει περισσότερη ελευθερία...».

Γράφει για τον πολιτισμό, την «πολιτιστική εξίσωση», το αμερικάνικο όνειρο, τον μιμητισμό, την κυριαρχία «της μιας εικόνας, της μιας γλώσσας και του ενός εικονικού/αγοραίου πολιτισμού», παραπέμποντας μάλιστα σε δηλώσεις του γνωστού Μπρεζίνσκι στις οποίες έκανε λόγο για τον πολιτισμό των μαζών και την πολιτική δύναμη του μιμητισμού που αυξάνουν σημαντικά τον αμερικάνικο ρόλο. Και για την τέχνη γράφει, για το έργο τέχνης, την αναπαραγωγή του και τον δημιουργό του.

Γράφει για τον κυβερνοχώρο και για τον φυσικό χρόνο και χώρο που δεν έχει σημασία για το Διαδίκτυο και για την αξία όπως ορίζεται στο Φέισμπουκ και τα άλλα κοινωνικά δίκτυα με τα like. Αναφέρεται στην εμπορευματοποίηση του φυσικού κόσμου μέσα από τον ψηφιακό («το ψηφιακό μέσο είναι το μήνυμα») και στο ρόλο της πληροφορίας που, όπως η γη και το κεφάλαιο, αποτελεί μορφή ιδιοκτησίας που μονοπωλείται.
Μάλιστα, συγκρίνοντας την τηλεόραση με το Διαδίκτυο, σημειώνει ότι αυτό, ακόμη περισσότερο, πέτυχε να εντάξει την προσωπική ζωή στη σφαίρα της αγοράς, με την ψευδαίσθηση μάλιστα της οικειοθελούς ατομικής συμμετοχής. Παραπέμπει στο πραγματικά πολύ αξιόλογο βιβλίο των Nicholas Christakis και James Fowler "Συνδεδεμένοι: η εκπληκτική δύναμη των κοινωνικών δικτύων και πώς αυτά διαμορφώνουν τη ζωή μας" (το οποίο, κατά τη γνώμη μου, απαντά πολύ πειστικά στο φαινόμενο των «φίλων» του Φέισμπουκ).




Θα σταθώ ιδιαίτερα στην αναφορά που κάνει για τον ιστορικό της πληροφορίας και των επικοινωνιών Daniel Schiller και στο βιβλίο του "Digital Capitalism: Networking the Global Market System" (The MIT Press, 2000).  Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, στο οποίο ο παλαίμαχος πλέον  καθηγητής Επιστήμης της Πληροφορίας στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόις συζητά και πλευρές της παγκόσμιας δικτύωσης και του Ίντερνετ άλλες από τις καθιερωμένες, χρησιμοποιώντας τον όρο «ψηφιακός καπιταλισμός». [Χαίρομαι ιδιαίτερα για τις αναφορές στον Schiller γιατί αυτό το βιβλίο το είχα διαβάσει ήδη από τότε που κυκλοφόρησε, ενώ του ίδιου έχω και τα "Theorizing Communication: A History" και “How to Think About Information”. Είναι πολυγραφότατος και παρεμβατικός και μπορεί κανείς να βρει πολλές ομιλίες του και άρθρα του, ενώ και στο ένθετο της Le Monde Diplomatique στην Αυγή της Κυριακής 3/3/2013 είχε δημοσιευτεί το άρθρο του «Ποιος θα ελέγξει το Διαδίκτυο;» (είχε ξαναμπεί σε πρόσφατο φύλλο).] 

Επειδή όμως είναι πάρα πολλά και χρήσιμα αυτά που μας μεταφέρει για προβληματισμό και αναστοχασμό ο Άρης Μαραγκόπουλος, θα σταματήσω με κάποια αποσπάσματα από ερωτήματα που θέτει στο κείμενο με τίτλο «Υπάρχει χρεία διανοουμένων;» και θα έλεγα, επειδή είχαν γραφτεί μέχρι τον Απρίλιο του 2014, ότι βοηθούν να τα βάζουμε αυτά τα ερωτήματα συνεχώς, για το παρελθόν και για το παρόν (θέλοντας να πιστεύω ότι υπάρχει κάποια θετική αναλαμπή):

·        Είδατε ποτέ κανέναν πολιτικό να συζητάει ουσιαστικά με διανοουμένους εν όψει των οποιωνδήποτε αποφάσεών του;
·    Προσέξατε μήπως κάποια μεταπολιτευτική κυβέρνηση να έκανε το παραμικρό για να έχουμε μια λειτουργική, σύγχρονη κλπ. Εθνική βΙβλιοθήκη, που να ενδιαφέρθηκε πραγματικά για τις δημόσιες βιβλιοθήκες αυτής της χώρας;
·  Αντιληφθήκατε μήπως να έχουν γίνει σοβαρές αλλαγές στους αρχαιολογικούς τόπους και τα αντίστοιχα μουσεία της χώρας...;
·         Διαπιστώσατε μήπως να λειτουργούν κανονικά οι σχολικές βιβλιοθήκες...;
·   Σας είναι άραγε γνωστή η κατάσταση του ενός σχολικού, γυμνασιακού, πανεπιστημιακού κλπ εγχειριδίου;
·         Γνωρίζετε καλά το επίπεδο της δημόσιας παιδείας;
·         Σας λέει τίποτε η λέξη «παπαγαλία»;


Έγραφε ο Άρης Μαραγκόπουλος το 1999 στην Αυγή: «Σε δέκα χρόνια, αν δεν αντισταθούμε σήμερα, τώρα, ακόμα και ο μολυσμένος αέρας θα μας έχουν πείσει ότι είναι πεντακάθαρος».!!!!!

Επίκαιρο παρά ποτέ!

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Πότε μια πανσέληνος θα λούσει πάλι την Παλμύρα;




"Στο κέντρο της ερήμου, τέσσερεις νύχτες μακριά από τον Ευφράτη κι άλλες τέσσερεις ή πέντε μακριά από την όαση της Δαμασκού, βρίσκεται η μονάκριβη όαση με τις φοινικιές, τις ελιές και τις ροδιές. Την ονόμασαν Ταντμόρ, δηλαδή χουρμαδιά. Και δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι Ρωμαίοι την είπαν κι αυτοί Παλμύρα, δηλαδή φοινικούπολη.
Οι άνθρωποί της ήταν ολιγαρκείς και αυτάρκεις, όπως τα άγρια θηρία που ζούσαν στις λόχμες γύρω....

Οι Παλμυρινοί λάτρευαν το θεό Ήλιο που τους τυραννούσε, τη θεά Σελήνη που τους ανακούφιζε και τους καθοδηγούσε, μελετούσαν τα άστρα και τους σεληνιακούς κύκλους, μετρούσαν και κατέγραφαν τις σκιές, τα μεγέθη και τις εποχιακές μετακινήσεις τους. Μύριζαν στον ξηρό αέρα την ύπαρξη του νερού που είχε μαζέψει γούβες-γούβες η γη και θα το κρατούσε μερικές ώρες, δυο-τρεις μέρες ίσως, πριν το ρουφήξει στα έγκατά της, και οδηγούσαν κατά κει τα κοπάδια τους...."

Παρακολουθώντας ως παθητική αναγνώστρια και θεατής τις καταστροφές στην Παλμύρα αυτές τις μέρες, θυμήθηκα πως είχα στη βιβλιοθήκη μου από παλιά ένα βιβλιαράκι της Μαριάννας Κορομηλά με κάποιες ιστορίες παραμυθένιες, με αναφορές στον αστερισμό του Καρκίνου και στην Παλμύρα. Θυμάμαι ότι μου είχε αφήσει μια γλύκα η ανάγνωσή του (εξάλλου, ήμουν σταθερή ακροάτρια των εκπομπών της, διαβάζω τα γραφτά της και θεωρώ εξαιρετικό το "Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα").

Πράγματι, είχα διαβάσει το βιβλίο τον Μάιο του 1993, έχει τον τίτλο "Τέσσερεις Ιστορίες για μια χαμένη πανσέληνο" και είχε εκδοθεί το 1989 για λογαριασμό της πολιτιστικής εταιρείας "Πανόραμα". Το βιβλίο περιέχει τέσσερεις ιστορίες, παραμύθια όπως τα ονομάζει η ίδια η συγγραφέας, τα οποία "γράφτηκαν παραμονές Δεκαπενταύγουστου του 1989, χίλια τριακόσια πενήντα τρία χρόνια μετά την ήττα των βυζαντινών στρατευμάτων στον ποταμό Γιάρμουκ και την αποχώρηση του αυτοκράτορα Ηράκλειου από την Αντιόχεια, εκείνον τον αναπόφευκτο Αύγουστο του 636".



Η πρώτη ιστορία έχει τον τίτλο "Στον αστερισμό του Καρκίνου: Σιωπές αγαπημένες της σελήνης εν γη ερήμω, ξηρά και ανύδρω" και είναι αφιερωμένη στους συνταξιδιώτες της της Παλμύρας στα 1984, 1985 και 1986. Το παραμύθι αναφέρεται στην "όμορφη και αδίστακτη" βασίλισσα της Παλμύρας Ζηνοβία.

"...Την έλεγαν Μπατ Ζαμπάι. Ανήκε στα μεγάλα αρχαιοαραβικά γένη που κατοίκησαν την όαση με τις φοινικιές και τα λιόδεντρα, κι ανέπετυξαν το διαμετακομιστικό εμπόριο στους δρόμους του μεταξιού και των μυρωδικών. Έμεινε γνωστή στην ιστορία σαν βασίλισσα Ζηνοβία. Η εφήμερη βασιλεία της κράτησε από την σελήνη στον αστερισμό του Καρκίνου, τον Ιούλιο του 267, μέχρι τη σεκλήνη στον αστερισμό του Λέοντα, τον Αύγουστο του 272. Μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια, με τα καμώματα και την αυθάδειά της, κατόρθωσε να τινάξει το κράτος της στον αέρα..."

Κι όταν οι Ρωμαίοι με τον Αυρηλιανό απειλούσαν την Παλμύρα,

"Ακόμα ένα φεγγάρι, έλεγαν οι αστρολόγοι του ιερού του Μπελ. Άλλη μια πανσέληνος θα λούσει την Παλμύρα, έλεγαν και οι Ασσύριοι του παλατιού, μα κανείς δεν τολμούσε να ολοκληρώσει τη φράση κι άφηναν τη βασίλισσα να πιστεύει πως όλα ήταν ζήτημα λίγων ημερών κι ότι σύντομα ο στρατός της θα κατατρόπωνε τους Ρωμαίους.
Κι ήταν πια κατακαλόκαιρο, τέλη Ιουλίου του 272, μια άγρια νύχτα, αφέγγαρη, όταν έφτασε η είδηση πως ο στρατός ήταν ανοιχτός για το ιππικό του Αυρηλιανού. Το τέλος της βασιλείας της Ζηνοβίας πλησίαζε... Αρχές Αυγούστου, δυο μέρες πριν από την πανσέληνο στον αστερισμό του Λέοντα, η Παλμύρα παραδόθηκε... 

... Αυτοί οι ανυπόταχτοι Παλμυρινοί, μόλις έφυγε ο μεγάλος όγκος του αυτοκρατορικού στρατού κι έμειναν μόνοι με τη ρωμαϊκή φρουρά να τους θυμίζει την υποταγή τους, ξεσηκώθηκαν, έσφαξαν τη φρουρά κι έγιναν ξανά κύριοι της όασης και της ερήμου. Κι έλουζε η πανσέληνος τη φοινικούπολη κι ασήμιζαν τα λιόδεντρα κοντά στην αλμυρή λίμνη..."


"Ξένε, εσύ που θα φτάσεις κάποτε στη Συρία και θα μπεις σε μουσεία, θα περιηγηθείς αρχαιολογικούς χώρους και μεσαιωνικά μνημεία, ναούς, εκκλησίες και τζαμιά, θα περπατήσεις τις αγορές και θα χαζέψεις στα παμπάλαια σουκ, θα ανέβεις βουνά, θα διαβείς την έρημο, θα φτάσεις ως τις όχθες του Ευφράτη, μην αρκεστείς στα βιβλία και μη σταματήσεις απλά και μόνο στα πράγματα που βλέπεις. Βάλε τις αισθήσεις σου να δουλέψουν κι άφησέ τις να σε κυριεύσουν. Η διαλεκτική σχέση με τον πολιτισμό της Μέσης Ανατολής μπορεί να κερδηθεί μόνο με την καρδιά και με την ψυχή..."

Τι θα δεις αλήθεια απ' αυτά σήμερα, πέρα από σκοτωμούς, καταστροφές, μανία, μίσος, φανατισμό, μισαλλοδοξία,  και πρόσωπα θλιμμένα στο δρόμο της προσφυγιάς! 

... Λέιλα, λέιλ και γιαλέιλι, που θα πει στα αραβικά νύχτα....

_______________________________
Ψάχνοντας στην Βιβλιονετ για το βιβλίο, βρήκα πως φέτος κυκλοφόρησε από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης η ιστορία αυτή σε ξεχωριστή έκδοση, στο πλαίσιο Έκθεσης στη Θεσσαλονίκη με τίτλο "Χαίρε, ω φιλτάτη Συρία! Φωτογραφίες του Θεόφιλου Προδρόμου από έναν κόσμο οριστικά χαμένο". Πολύ ενδιαφέρον!


Την αραβική νύχτα την τραγούδησαν Άλκης Αλκαίος, Μάριος Τόκας, Δημήτρης Μητροπάνος 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Μεταμορφώσεις των Αθηνών: Φωτογραφικό οδοιπορικό από τον 19ο στον 20ο αιώνα



Ποιος μπορεί να φανταστεί μπουγάδα στην Καλλιρρόης;



Και ότι λίγο παραπάνω, στο Μετς υπήρχε ανεμόμυλος;




Και σε τι παράγκες ζούσαν οι πρόσφυγες του '22 στην περιοχή Βρυσακίου, κοντά στο Μοναστηράκι;



Αυτά και πολλά άλλα παρουσιάζονται στην έκθεση που γίνεται αυτό τον καιρό στο Μουσείο Ηρακλειδών στο Θησείο. Σε έναν καινούριο (από το γνωστό της οδού Ηρακλειδών) χώρο στην Αποστόλου Παύλου, ένα καταπληκτικό νεοκλασικό σπίτι, στο οποίο, όταν πάτε, μην παραλείψετε να κοιτάξετε ψηλά στα ταβάνια. Η έκθεση είναι επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Χάρη Γιακουμή, ενώ ο ίδιος μαζί με τον Τάσο Ανδρέου υπογράφουν τον εξαιρετικό τόμο "Μεταμορφώσεις των Αθηνών. Φωτογραφικό οδοιπορικό από τον 19ο στον 20ό αιώνα". Να συμπληρώσουμε επίσης τη συμβολή του Νίκου Βατόπουλου στην παρουσίαση σύγχρονων φωτογραφιών της πόλης. Είναι μια έκθεση που αξίζει να δει κανείς.





Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου...


Μια ολοκόκκινη ζωή ξεφυτρώνει μέσ' από τις πέτρες της Σφακιανής γης. Ήταν ένα προσκύνημα με τη φίλη μου τη Νανά το περσινό καλοκαίρι στην Αράδενα, το γενέθλιο τόπο του ενός παππού μου. 

Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου
κι αν έρθουν και δικοί μας.
Να μη τους πεις κι απόθανα
να τους βαροκαρδίσεις.

Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ' άρματά τους
Και σαν ξυπνήσουν το πρωί
και σ' αποχαιρετούνε,
πες του τος πως απόθανα.


Στη μνήμη του Σφακιανού λεβέντη με το πιο γλυκό χαμόγελο που αποχαιρετήσαμε σήμερα το μεσημέρι. Καλό σου ταξίδι Βαγγέλη Γουμενάκη!


Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Ο έφηβος Μανώλης Κριαράς στα Χανιά και ο… “Αυγερινός”: ένα ενδιαφέρον άρθρο από τον Γ. Πιτσιτάκη

Το εξώφυλλο του 1ου τεύχους του «Αυγερινού» (1 Αυγούστου 1924)


Γράφει ο Γιώργος Γ. Πιτσιτάκης*


Ο Σύλλογος Νεανικής Δημοσιογραφίας «Τύπος και Ουσία» μετά την ανακοίνωση των διακρίσεων του «1ου Παγκρήτιου Διαγωνισμού Νεανικής Δημοσιογραφίας», στην εκδήλωση που θα γίνει για τα Χανιά στις 25 Απριλίου 2015 (5 μ.μ.) στο Μουσείο Τυπογραφίας, εκτός από τα βραβεία και τους επαίνους στους διακριθέντες, θα δώσει στους μαθητές και στις μαθήτριες της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που συμμετείχαν, ένα μικρό βιβλίο που περιέχει το πρώτο εφηβικό διήγημα του μεγάλου Δασκάλου και κορυφαίου δημοτικιστή Μανώλη Κριαρά, γραμμένο σχεδόν έναν αιώνα πριν. Η καλαίσθητη αυτή έκδοση είναι ευγενική χορηγία των Χανιώτικων Νέων. Με το γεγονός αυτό μας δίνεται η ευκαιρία να γράψουμε «λίγα λόγια» για τα παιδικά, εφηβικά και νεανικά χρόνια του Κριαρά στα Χανιά και τη σχέση του με το περιοδικό «Αυγερινός».
Το 1914 η οικογένεια του 8χρονου Μανώλη Κριαρά μετοίκησε από τον Αδάμαντα της Μήλου στα Χανιά και εγκαταστάθηκε στον Τοπανά στην Παλιά Πόλη. Φοίτησε στις τέσσερις τελευταίες τάξεις του εκεί Δημοτικού Σχολείου με δασκάλους τους Μιχ. Αρπακουλάκη και Παντελή Βαβουλέ. Το 1915 μετακομίζουν στην Καινούργια (Νέα) Χώρα. Τούτο, μου το επιβεβαίωσε ο ίδιος με χειρόγραφη επιστολή του την 19 Φεβρουαρίου 2014, απαντώντας σε δική μου επιστολή που είχα το «θράσος» να του απευθύνω αναζητώντας διευκρινίσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα και απορίες που είχαν σχέση με την έρευνά μου για τον «Αυγερινό». Το 1918 εγγράφεται στο μοναδικό Γυμνάσιο των Χανίων δίπλα στη Δημοτική Αγορά. Επιμελής μαθητής, με την παρότρυνση και τη φροντίδα της μητέρας του έμαθε και γαλλικά. Ταυτόχρονα τα καλοκαίρια εργαζόταν.
Στην αυτοβιογραφία του γράφει: «[…] Πριν εγγραφώ στο Γυμνάσιο ο πατέρας μου είχε φύγει για λόγους επαγγελματικούς στον Πειραιά… Επειδή τα οικονομικά της οικογένειας το απαιτούσαν, πρόθυμα αναλαμβάνω από το καλοκαίρι του 1918 εργασία σε συμβολαιογραφείο των Χανίων (σ.σ. του Γαλάνη) για να συμβάλω, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, στα οικονομικά της οικογένειας. Την εργασία μου σε συμβολαιογραφείο θα την εξακολουθήσω κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων της φοίτησής μου στο γυμνάσιο ακόμη και το πρώτο καλοκαίρι μετά την εγγραφή μου στο αθηναϊκό πανεπιστήμιο […]». (1)


1924: Ο Μανώλης Κριαράς καθιστός δεξιά με τους φίλους του, τον Τσιγαλίδη (όρθιος αριστερά) και τους γιους του αγαπημένου του καθηγητή Ιωάννη Μοσχόπουλου τον Κώστα (όρθιος δεξιά) και τον Δημητρό (καθιστός αριστερά).
Στην τρίτη Γυμνασίου ο Κριαράς μαζί με άλλους συμμαθητές του και την καθοδήγηση του εικοσάχρονου καλλιεργημένου πνευματικά και φιλότεχνου κουρέα Αντώνιου Μάλμου (1901-1971) (2), ίδρυσαν έναν πνευματικό όμιλο που τον ονόμασαν «Εγκυκλοπαιδικό Κύκλο των νέων». Αρχηγός ήταν ο Αντώνιος Μάλμος, πρόεδρος ο Ρούσος Κτιστάκης αργότερα σημαντικός δημοσιογράφος και γραμματέας ο Μανώλης Κριαράς.
Κατά τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο είχε σπουδαίους καθηγητές όπως: στα αρχαία ελληνικά τον Εμμανουήλ Γενεράλι που τον «μύησε ενωρίς σε πολλά μυστικά του αρχαίου ελληνικού λόγου και των αρχαίων γραμμάτων», στα μαθηματικά τον Ανδρέα Κνιθάκη, στα φυσικά τον Κωνσταντίνο Σαμιωτάκη, στην ψυχολογία τον Μιχαήλ Αλεξανδρόπουλο και στα φιλολογικά τον Ιωάννη Μοσχόπουλο από τη Μικρά Ασία που πριν δίδασκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης ο οποίος άνοιγε τους πνευματικούς ορίζοντες των μαθητών μυώντας τους με απλό τρόπο στη λογοτεχνία και την πνευματική ζωή και όπως γράφει ο Κριαράς: «[…] Είναι βέβαιο ότι ο δημοτικισμός μερικών από μας τους μαθητές του οφείλεται, σε μεγάλη μοίρα, στη διδασκαλία του[…]» (3).

Από αριστερά ο Μαν. Κριαράς ΤΟ 1924, με το φίλο του Φωκίωνα Φραντζεσκάκη, αργότερα καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Ακαδημαϊκού. 

 Παράλληλα διάβαζε λογοτεχνία και ποικίλα κοινωνικά και πολιτικά βιβλία, που έπαιξαν το ρόλο τους στην πρώτη πνευματική του διαμόρφωση. Στο μέσον της μαθητικής του ζωής πηγαίνει στο νεοϊδρυθέν 2ο Γυμνάσιο που στεγάστηκε «σε άθλιο παλαιό τουρκικό σχολικό κτίριο στη συνοικία Καστέλι των Χανιών», με γυμνασιάρχη τον Εμμ. Γενεράλι, απ’ όπου αποφοίτησε. Στην έρευνά μας για τα νεανικά-μαθητικά έντυπα στην Κρήτη από την περίοδο της Αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καταγεγραμμένα ή μη, και φτάνοντας στη δεκαετία 1920-1930, ανασύραμε το νεανικό – λογοτεχνικό περιοδικό «Αυγερινός» που άρχισε να κυκλοφορεί στα Χανιά τον Αύγουστο του 1924. Από τον Απρίλη του 1924, φερέλπιδες νέοι των Χανίων με πνευματικές και λογοτεχνικές ανησυχίες, που ίδρυσαν τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο», είχαν αποφασίσει να εκδώσουν τον «Αυγερινό» (4).
Υπεύθυνος – «εισηγητής επί της ύλης» και «νονός» του περιοδικού, ήταν ο 18χρονος τελειόφοιτος μαθητής του Γυμνασίου, Μανώλης Κριαράς ο οποίος στα τρία πρώτα τεύχη δημοσίευσε σε συνέχειες το διήγημά του «Τέτοια Ζωή!…». Είναι πολύ πιθανόν να είναι το πρώτο του διήγημα που είδε το φως της δημοσιότητας. Ίσως υπάρχουν κι άλλα της νιότης αδημοσίευτα. Ο καθηγητής του Ιωάννης Μοσχόπουλος, επαινούσε τις εκθέσεις του και ο ίδιος γράφει: «[…] Όταν αργότερα έμαθε ότι γράφω και… διηγήματα, στη δημοτική πια, ζήτησε να του τα δώσω να τα κοιτάξει. Δεν το τόλμησα […]». (5)
Σ’ αυτό το πρώτο του διήγημα, ο νεαρός Κριαράς επιβεβαιώνει την κρίση των δασκάλων του ότι «κατέχει πολύ καλά τη γλώσσα». Αποτυπώνει με επιτυχία στον καμβά του την εκτεταμένη φτώχεια των λαϊκών στρωμάτων, την κοινωνική αδικία, τις ταξικές ανισότητες και όλη την περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα. Κεντά με τέχνη τους χαρακτήρες των ηρώων του και τους ίδιους τους τοποθετεί κατάλληλα στο χώρο και στο χρόνο. Τα παραπάνω δεν είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής φαντασίας ενός νέου, αλλά πατούν στέρεα πάνω στο έδαφος της άθλιας για το λαό κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας της Ελλάδας και της Κρήτης των αρχών του 20ού αιώνα.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εθνικός Διχασμός, η αποτυχημένη, επαίσχυντη «εκστρατεία» της Ελλάδας στην Κριμαία, η Μικρασιατική καταστροφή και η έλευση περισσότερων του ενός εκατομμυρίου προσφύγων, είναι τα κορυφαία γεγονότα μεταξύ του 1910 και των αρχών της δεκαετίας του 1920. Τα δάνεια από τους συμμάχους, οι βαριές φορολογίες, ο πληθωρισμός, η μεγάλη πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, με αποκορύφωμα το 1922 με ένα μέτρο απελπισίας, τη διχοτόμηση των χαρτονομισμάτων όπου «…το μισό θεωρήθηκε αναγκαστικό δάνειο, ενώ το άλλο μισό συνέχισε να κυκλοφορεί στο ήμισυ της ονομαστικής του αξίας» (6), έπληξαν τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα τα οποία ζούσαν μέσα στη φτώχεια και τη δυστυχία. «[…] Τα εργατικά στρώματα θα θεωρηθούν ως δυνάμει απειλή του κοινωνικού καθεστώτος και ως δυνητικοί εχθροί του κράτους […]». (7) Εξάλλου, ο ίδιος ο Κριαράς ως έφηβος, είχε ανάλογα οικογενειακά και προσωπικά βιώματα.

Η χειρόγραφη απαντητική επιστολή του υπεραιωνόβιου Νέστορα των ελληνικών γραμμάτων Εμμ. Κριαρά, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του. 

Τα βιώματα αυτά, ταυτόχρονα με τα διαβάσματά του, τον οδήγησαν να κατανοήσει, να συνειδητοποιήσει και να καθορίσει, κατά κάποιο τρόπο πολύ νωρίς, με ωριμότητα, τη θέση και τη στάση του απέναντι στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Θέση και στάση ενός προοδευτικού με σοσιαλιστικές τάσεις νέου, απόλυτα ρεαλιστική, η οποία καταγράφεται προς στο τέλος του διηγήματος με τη φράση: «[…] Θα ’ρχότανε όμως μια μέρα. Θα ’ρχότανε με τον καιρό, άμα θα ωρίμαζε στα κεφάλια των όμοιων του η ιδέα της ισότητας, άμα θα νοιώθανε οι ταλαίπωροι πως έχουν κι αυτοί δικαιώματα στη ζωή, σαν τους … άλλους…[…]».
Το διήγημα «Τέτοια ζωή!…» αποτελεί δείγμα γραφής ενός εφήβου που στις αρχές του εικοστού αιώνα μετουσίωσε σε πεζό λόγο τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του, όπως ένας άλλος θα μπορούσε να γράψει ποίηση ή ένας τρίτος να εκφραστεί με τις καλές τέχνες, το οποίο φέρνουμε στο φως ξανά μετά από ενενήντα χρόνια για τους νέους των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα και όχι μόνο.

*δάσκαλος – ιστορικός ερευνητής
Σημειώσεις: 
(1) Εμμ. Κριαράς, Μακράς ζωής αγωνίσματα, σελ. 27, έκδ. «Οι φίλοι του περιοδικού ΑΝΤΙ», Αθήνα 2009.
(2) Βλ. http://el.wikipedia.org
(3) Εμμ. Κριαράς, όπ. παρ., σελ. 31.
(4) Αρκετοί από τη μεγάλη συντροφιά των νέων του «Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου» και του «Αυγερινού», μεγαλώνοντας εξελίχθηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής του τόπου και της χώρας, που υπηρέτησαν την επιστήμη τους και τον ελληνικό λαό και κάποιοι έδωσαν τη ζωή τους για μια λεύτερη πατρίδα. Εκτός από τον Μανώλη Κριαρά, αναφέρουμε ενδεικτικά: α) Καψωμένος Στέλιος (1907-1978): Φιλόλογος – γλωσσολόγος, καθηγητής Α.Π.Θ. Ένα χρόνο πριν τον Αυγερινό, τον Αύγουστο του 1923 είχε εκδώσει μαζί με το Ρούσο Κτιστάκη το νεανικό-λογοτεχνικό περιοδικό «Λογοτεχνικές Σελίδες». β) Τωμαδάκης Νίκος (1907-1993): Φιλόλογος – βυζαντινολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών. γ) Κτιστάκης Βαγγέλης (1908-1944): Διδάκτορας νομικών σπουδών στη Γερμανία, ήταν προπολεμικά η ψυχή του αντιφασιστικού αγώνα στα Χανιά και ευρύτερα, γραμματέας Κρήτης του ΚΚΕ και μεγαλομάρτυρας της Αντίστασης καθώς εκτελέστηκε με απάνθρωπο τρόπο από τους Γερμανούς κατακτητές στο κολαστήριο της Αγιάς στις 16 Ιούνη του 1944. δ) Σπυριδάκης Γιώργος (1908-1980): Σπούδασε στη Γαλλία φιλοσοφία, έγραψε ποίηση, δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόνης και υπήρξε μορφωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι. ε) Καλδής Πολυδεύκης (1908-2007): Δικηγόρος με σπουδές στο Παρίσι. στ) Γκανή Ιούλιος: Από την εβραϊκή κοινότητα των Χανίων, φίλος του θεάτρου που στα χρόνια της Κατοχής μαζί με τους άλλους ομοεθνείς του θανατώθηκε στο Άουσβιτς στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί. ζ) Κορνάρος Παναγιώτης (1908-1944): Από το Σφακοπηγάδι Κισάμου. Αγωνιστής δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ριζοσπάστης. Τον φυλάκισε ο δικτάτορας Μεταξάς την 4η Αυγούστου. Την Πρωτομαγιά του 1944 εκτελέστηκε μαζί με άλλους 200 πατριώτες κομμουνιστές από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
(5) Εμμ. Κριαράς, όπ. παρ., σελ. 32.
(6) Κώστας Κωστής, Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας, Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος – 21ος αιώνας, σελ. 572-573, έκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2013.
(7) Κώστας Κωστής, όπ. παρ. σελ. 580.
_____________________________________________
Αντιγράφω το παραπάνω πολύ ενδιαφέρον άρθρο από τα χθεσινά Χανιώτικα Νέα (http://www.haniotika-nea.gr/o-efivos-manolis-kriaras-sta-chania-ke-o-avgerinos/), γραμμένο από τον εξαίρετο μελετητή Γιώργο Πιτσιτάκη (Νιοχωρίτη και συμμαθητή μου στο δημοτικό), γιατί δίνει σημαντικά στοιχεία για το μεγάλο δάσκαλο και υπερασπιστή της δημοτικής γλώσσας Εμμανουήλ Κριαρά. Για το δάσκαλο, που έφυγε τον περασμένο Αύγουστο, είχαμε αναρτήσει εδώ, αναδημοσιευμένο από το Ορόγραμμα Σεπτ.-Οκτ. 2014, ενώ το 10ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας που γίνεται το Νοέμβριο 2015 στην Αθήνα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.
Τις λεζάντες των φωτογραφιών μου τις έστειλε ο συγγραφέας. Επίσης, μου έστειλε ένα κείμενο για τον Εμμ. Κριαρά που είχε δημοσιεύσει στο Β' τεύχος του περιοδικού Λόγου και Τέχνης "Κεδρισός" των Χανίων, συνοδευόμενο από το πρώτο διήγημα του δασκάλου.